Οι Βρυξέλλες είναι γνωστές για πολλά πράγματα. Για τα επιβλητικά κτίρια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για τη σοκολάτα και τις βάφλες που έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικό status, για τις μπίρες που αντιμετωπίζονται με τη σοβαρότητα τελετουργίας. Είναι μια πόλη που συνδέεται με την πολιτική ισχύ, με τη διπλωματία, με τις αποφάσεις που επηρεάζουν εκατομμύρια ζωές. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι στην καρδιά αυτής της θεσμικής πρωτεύουσας της Ευρώπης χτυπά κάθε χρόνο μια εντελώς διαφορετική, δημιουργική καρδιά. Μια καρδιά που πάλλεται στον ρυθμό του animation.
Από τις 20 Φεβρουαρίου έως και την 1η Μαρτίου 2026, οι αίθουσες του Anima Festival απέδειξαν γιατί το συγκεκριμένο φεστιβάλ συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα της Ευρώπης. Για δέκα ημέρες, οι Βρυξέλλες άφησαν για λίγο το γκρίζο των κοστουμιών και των χαρτοφυλακίων και φόρεσαν τα πιο πολύχρωμα, τολμηρά και φαντασιακά τους ρούχα. Δημιουργοί, σπουδαστές, επαγγελματίες της βιομηχανίας, δημοσιογράφοι και θεατές από κάθε γωνιά του κόσμου συναντήθηκαν σε ένα περιβάλλον όπου η κινούμενη εικόνα δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά γλώσσα, πολιτική πράξη και προσωπική εξομολόγηση.
Μέσα στην αίθουσα Marni του φεστιβάλ.
Το Τζοκ Ντ'Χιρ.
Το πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ ήταν πυκνό και πολυεπίπεδο. Διαγωνιστικά τμήματα μικρού και μεγάλου μήκους, αφιερώματα σε ανερχόμενες σχολές animation, εργαστήρια και συζητήσεις που άγγιζαν από την τεχνική εξέλιξη των ψηφιακών εργαλείων μέχρι την αφηγηματική ανανέωση του είδους. Το κοινό είχε την ευκαιρία να δει έργα που δύσκολα φτάνουν στις εμπορικές αίθουσες και να συμμετάσχει σε συζητήσεις όπου το animation αντιμετωπίστηκε ως σοβαρή κινηματογραφική τέχνη, ισότιμη με κάθε άλλη μορφή σινεμά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και θεωρητικά φορτισμένες εκδηλώσεις ήταν το «Queer Reading: The Iron Giant». Η αφορμή ήταν η προβολή της ταινίας «The Iron Giant» του Μπραντ Μπερντ, όμως η ουσία βρισκόταν στη διάλεξη που προηγήθηκε. Στο βήμα ανέβηκε το Τζοκ Ντ'Χιρ, διδάκτωρ media studies από το Πανεπιστήμιου του Γκεντ, η οποία προσέγγισε την ταινία μέσα από ένα καθαρά queer πρίσμα, μετατρέποντας ένα αγαπημένο οικογενειακό φιλμ σε πεδίο θεωρητικής αναμέτρησης.
Το Ντ'Χιρ συστήθηκε με χιούμορ αλλά και σαφήνεια. Με ακαδημαϊκό υπόβαθρο στις πολιτισμικές και μιντιακές σπουδές, έχει, όπως ανέφερε, την τάση να υπεραναλύει τα πάντα, να εφαρμόζει μια queer ματιά σε κάθε εικόνα που περνά μπροστά της. Εχει ήδη επιχειρήσει αντίστοιχες αναγνώσεις σε φαινομενικά ετερόκλητα έργα όπως το «Shrek» ή το «Twilight», αποδεικνύοντας ότι η queer θεωρία δεν περιορίζεται σε ρητά ΛΟΑΤΚΙ αφηγήσεις αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκάλυψης υπόγειων, εναλλακτικών ιστοριών. Στην περίπτωση του «The Iron Giant» το ενδιαφέρον εστιάστηκε στην έννοια του Αλλου. Η ταινία, βασισμένη στο βιβλίο του Τεντ Χιούζ και τοποθετημένη στην Αμερική του Ψυχρού Πολέμου, αφηγείται τη φιλία ενός αγοριού με ένα γιγαντιαίο ρομπότ που έρχεται από το διάστημα. Σε πρώτη ανάγνωση πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης με έντονο αντιπολεμικό μήνυμα. Σε μια queer ανάγνωση, όμως, η ιστορία μετατρέπεται σε αλληγορία για την ταυτότητα, τη διαφορετικότητα και την κοινωνική κατασκευή της απειλής.
Το Ντ'Χιρ ανέτρεξε στη θεωρία της κυβοργικής ταυτότητας της Ντόνα Χάραγουεϊ, σύμφωνα με την οποία το cyborg λειτουργεί ως υβριδική φιγούρα που αμφισβητεί τα όρια μεταξύ οργανικού και μηχανικού, φυσικού και τεχνητού. Το ρομπότ της ταινίας, υποστήριξε, δεν είναι απλώς ένα εξωγήινο ον αλλά μια μορφή που διαλύει τις βεβαιότητες γύρω από τη σταθερότητα της ταυτότητας. Οπως το cyborg, έτσι και η τρανς εμπειρία, σημείωσε, διαμορφώνεται ταυτόχρονα από κοινωνικές προσδοκίες και από την επιθυμία υπέρβασής τους. Ο Γίγαντας φτάνει σε έναν κόσμο δεν γνωρίζει τους κανόνες του. Πρέπει να μάθει πώς να κινείται, πώς να μιλά, πώς να μην τρομάζει. Η διαδικασία αυτή θυμίζει, σύμφωνα με το ομιλητή, την εμπειρία κάθε ατόμου που μεγαλώνει αντιλαμβανόμενο ότι η ύπαρξή του αποκλίνει από την κυρίαρχη νόρμα. Ο μικρός Χόγκαρθ λειτουργεί ως σύμμαχος, ως εκείνος που του δείχνει πώς να επιβιώνει σε μια κοινωνία έτοιμη να τον στιγματίσει ως απειλή.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον χαρακτήρα του Κεντ Μάνσλεϊ, εκπροσώπου του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος ενσαρκώνει τον φόβο απέναντι στο άγνωστο και την εμμονή με τον έλεγχο. Η ταινία, όπως αναλύθηκε, δεν δείχνει ποτέ μια πραγματική απειλή. Ο φόβος είναι κατασκευασμένος, πολιτικά χρήσιμος, κοινωνικά αναπαραγόμενος. Η παραλληλία με σύγχρονες αντιτρανς αφηγήσεις ήταν σαφής, καθώς η ιδέα ότι ο Αλλος αποτελεί κίνδυνο συχνά δεν στηρίζεται σε γεγονότα αλλά σε ρητορική. Συγκινητική ήταν η αναφορά στη σκηνή όπου ο Γίγαντας ανακαλύπτει ότι τα όπλα σκοτώνουν και συνειδητοποιεί πως και ο ίδιος έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει. Το ερώτημα αν είναι καλός ή κακός αποκτά υπαρξιακή διάσταση. Η απάντηση της ταινίας, ότι ο καθένας μπορεί να επιλέξει ποιος θα είναι, αποκτά μέσα από αυτή τη ματιά χαρακτήρα queer χειραφέτησης. Δεν είσαι αυτό που φοβούνται οι άλλοι ότι είσαι. Είσαι αυτό που αποφασίζεις.
Ολο αυτό ταν μια υπενθύμιση ότι το animation, συχνά υποτιμημένο ως παιδικό είδος, μπορεί να φιλοξενήσει σύνθετες πολιτικές και ταυτοτικές αναγνώσεις. Το Anima απέδειξε ότι το φεστιβάλ δεν λειτουργεί μόνο ως βιτρίνα νέων έργων αλλά και ως χώρος όπου το σινεμά ξαναδιαβάζεται, επανερμηνεύεται και επαναδιεκδικείται.
Το Atomium φωτισμένο έξω από την ING Arena.
Η συναυλία «The Music of Joe Hisaishi».
Και σαν να μην έφτανε αυτό το πυκνό κινηματογραφικό δεκαήμερο, οι Βρυξέλλες χάρισαν στο κοινό και μια μουσική εμπειρία που συνομιλούσε άμεσα με τον κόσμο της κινούμενης εικόνας. Στις 27 Φεβρουαρίου, στην ING Arena, πραγματοποιήθηκε η συναυλία «The Music of Joe Hisaishi», αφιερωμένη στον εμβληματικό Ιάπωνα συνθέτη Τζο Χισαΐσι, ως μέρος του φεστιβάλ. Οι μελωδίες που έχει γράψει για το Studio Ghibli ζωντάνεψαν μέσα από συμφωνική ορχήστρα και χορωδία, μετατρέποντας την αρένα σε έναν χώρο συλλογικής νοσταλγίας. Η ορχήστρα και η χορωδία ξεδίπλωσαν ένα πρόγραμμα που λειτούργησε σαν συμπυκνωμένη ιστορία της γκιμπλικής ευαισθησίας, ξεκινώντας από το ονειρικό σύμπαν του «Nausicaä of the Valley of the Wind» και τη μελωδική αθωότητα του «Kiki’s Delivery Service», περνώντας στη συμφωνική δραματικότητα του «Princess Mononoke» και στη μελαγχολική ωριμότητα του «The Wind Rises», για να καταλήξει στη θαλασσινή τρυφερότητα του «Ponyo».
Το δεύτερο μέρος της βραδιάς συνέχισε με εξίσου εμβληματικά θέματα από το «Castle in the Sky» και το ρομαντικό πνεύμα του «Porco Rosso», πριν η αίθουσα βυθιστεί στη μαγική αρμονία του «Howl’s Moving Castle» και στη μυσταγωγική ατμόσφαιρα του «Spirited Away». Η κορύφωση ήρθε με τις γνώριμες νότες του «My Neighbor Totoro», ένα μουσικό θέμα που λειτούργησε σχεδόν τελετουργικά, σαν συλλογική επιστροφή σε μια παιδική μνήμη που ποτέ δεν έσβησε. Εκείνη τη βραδιά, η ING Arena μετατράπηκε σε έναν χώρο κοινής συγκίνησης, αποδεικνύοντας ότι η μουσική του Χισαΐσι δεν συνοδεύει απλώς εικόνες αλλά έχει πια αυτονομηθεί ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και συναισθηματικά φορτισμένα κεφάλαια της σύγχρονης κινηματογραφικής ιστορίας. Θέματα από ταινίες που σημάδεψαν γενιές θεατών πλημμύρισαν τον χώρο, υπενθυμίζοντας ότι το animation δεν είναι μόνο εικόνα αλλά και ήχος, συναίσθημα, μνήμη.
Αν κάτι απέδειξε η φετινή εμπειρία στις Βρυξέλλες, είναι ότι το animation δεν αποτελεί περιφερειακό κεφάλαιο της έβδομης τέχνης αλλά έναν από τους πιο ζωντανούς και ριζοσπαστικούς της πυρήνες. Το Anima δεν είναι απλώς ένα φεστιβάλ, αλλά ένας τόπος συνάντησης όπου οι εικόνες αμφισβητούν, οι θεωρίες εμπλουτίζουν και οι μελωδίες γεφυρώνουν. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο μυστικό της πόλης. Οτι πίσω από τις αυστηρές προσόψεις των ευρωπαϊκών θεσμών, ανθίζει κάθε χρόνο μια γιορτή φαντασίας που μας θυμίζει πως ο κινηματογράφος παραμένει το πιο ισχυρό εργαλείο για να ξανασκεφτούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας.
