Ο Κέιν Πάρσονς κάνει το άλμα από το YouTube στο σινεμά, μεταφέροντας το viral σύμπαν του «Backrooms» στη μεγάλη οθόνη μέσα από τη συνεργασία του με την A24. Σε ηλικία μόλις 20 ετών, ο δημιουργός γίνεται ο νεότερος σκηνοθέτης μεγάλου μήκους της εταιρείας, με την ταινία να κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες απο την Πέμπτη 28 Μαΐου.
Το πρότζεκτ παρουσιάστηκε στο συνέδριο CCXP Mexico, όπου ο Πάρσονς μίλησε για τη διαδικασία μεταφοράς ενός διαδικτυακού μύθου σε κινηματογραφική εμπειρία. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Τσιούετελ Ετζιοφορ, Ρενάτε Ράινσβε, Μαρκ Ντουπλάς, Φιν Μπένετ και Λουκίτα Μάξγουελ, ενώ στην παραγωγή συμμετέχουν οι Τζέιμς Γουάν, Σον Λέβι και Οσγκουντ Πέρκινς. Το σενάριο υπογράφει ο Γουίλ Σουντίκ.
Το «Backrooms» ξεκίνησε ως σειρά βίντεο που ανέβαζε ο ίδιος στο YouTube από το 2022, βασισμένη σε αστικούς μύθους του διαδικτύου. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένας ατελείωτος, αποπνικτικός λαβύρινθος από κίτρινα δωμάτια και φθορίζον φως, ένας χώρος που μοιάζει οικείος αλλά λειτουργεί διαρκώς αποσταθεροποιητικά. Στην κινηματογραφική εκδοχή, η Ράινσβε υποδύεται μια θεραπεύτρια που αναζητά έναν αγνοούμενο ασθενή μέσα σε αυτή τη διάσταση.
Ο Πάρσονς τονίζει ότι η ταινία δεν αναπαράγει απλώς το αρχικό υλικό, αλλά το επαναπροσδιορίζει μέσα από τους χαρακτήρες: «Είναι μια ιστορία που ζει μέσα από λίγα πρόσωπα, απομονωμένα μεταξύ τους. Σπάνια βλέπεις περισσότερους από έναν ή δύο χαρακτήρες μαζί. Είναι μια πολύ μοναχική ταινία».
Η παραγωγή βασίστηκε σε μια ασυνήθιστη τεχνική προσέγγιση για τόσο μεγάλο στούντιο. Ο ίδιος δημιούργησε αρχικά τον κόσμο στο Blender, το ίδιο εργαλείο που χρησιμοποιούσε στα πρώτα του YouTube βίντεο και στη συνέχεια το συνεργείο αναπαρήγαγε τα ψηφιακά σχέδια σε φυσικά σκηνικά.
«Χτίζαμε τα σκηνικά σε πραγματικό χρόνο, βασισμένοι στα μοντέλα», εξηγεί. «Κάναμε δεκάδες δοκιμές για το πιο απλό πράγμα, όπως η απόχρωση της ταπετσαρίας, μόνο εκεί είχαμε πάνω από 50 εκδοχές».
Το αποτέλεσμα είναι ένα τεράστιο, πλήρως κατασκευασμένο σετ 30.000 τετραγωνικών ποδιών, σχεδιασμένο ώστε οι ηθοποιοί να κινούνται μέσα του.
«Ήταν τόσο μεγάλο που άνθρωποι χάνονταν μέσα του», λέει ο Πάρσονς. «Όταν το είδα ολοκληρωμένο, ένιωσα ότι είχα μπει ο ίδιος στον κόσμο του Backrooms».
Κεντρική ιδέα του έργου παραμένει η ίδια: ένας χώρος που δεν αλλάζει, αλλά απλώνεται ατελείωτα, διαβρώνοντας την αντίληψη του προσανατολισμού. «Αν επιστρέψεις από όπου ήρθες, θα φτάσεις στο ίδιο σημείο, αλλά ο χώρος δεν τελειώνει ποτέ», σημειώνει. «Η σύγχυση δεν έρχεται από την αλλαγή, αλλά από την αδυναμία διαφυγής».
Για τον ίδιο, η απήχηση του «Backrooms» συνδέεται με ένα βαθύτερο συλλογικό αίσθημα: την αόρατη πίεση συστημάτων και δομών που διαμορφώνουν τη σύγχρονη ζωή. Παράλληλα, το περιγράφει και ως μια εμπειρία αισθητηριακής υπερφόρτωσης μέσα από την έλλειψη ερεθισμάτων, έναν χώρο όπου ο νους αρχίζει να «κατασκευάζει» πραγματικότητα από το τίποτα.
«Όταν δεν υπάρχει τίποτα γύρω σου, ο εγκέφαλος αρχίζει να γεμίζει τα κενά μόνος του», λέει. «Και τότε δεν ξέρεις πλέον τι είναι πραγματικό».
Διαβάστε ακόμα:«Backrooms»: Η Ρενάτε Ράινσβε παγιδεύεται σε έναν ατελείωτο εφιάλτη στο νέο horror της A24
