«Lucy in the sky with diamonds». Αυτό αναφωνεί μαγεμένος ο Φιλίπ, ένας 40χρονος πειραματικός σκηνοθέτης, κοιτώντας την όμορφη γυναίκα του Λούσι με φόντο τον ουρανό και λουσμένη στο φως - όσο προσπαθεί να κρεμάσει τις καμπανούλες του κήπου. Εχουν πρόσφατα μετακομίσει στην εξοχή, εγκαταλείποντας το μητροπολιτικό Μόναχο, μετά τον πρόσφατο νευρικό κλονισμό του Φιλίπ. Με παρελθόν κατάθλιψης κι εθισμών, ο Φιλίπ (που βλέπει την καριέρα του βαλτωμένη - ειδικά σε σχέση με τις sold out περιοδείες της μουσικής ιδιοφυΐας γυναίκας του) πρέπει να προσέχει όσα πυροδοτούν στρεσογόνες συνθήκες στη ζωή του. Για να τον βοηθήσει, η Λούσι δεν το σκέφτεται δεύτερη φορά: θα αλλάξει τόπο διαμονής, θα αλλάξει τρόπο ζωής, θα αλλάξει σχολείο στον 7χρονο γιο τους Τζόνι. Φτάνει να μην αλλάξει τίποτα: ο Φιλίπ να είναι σταθερός, ισορροπημένος χαρούμενος.
Κι η ζωή μοιάζει χαρούμενη. Η ανακαίνιση του σπιτιού θα πάρει χρόνο, αλλά ο Φιλίπ συναρμολογεί με στοργή και χιούμορ το τραμπολίνο του κήπου για τον μικρό να χοροπηδά, και - τι κι αν το κρεβάτι τους δεν έχει έρθει ακόμα - κι οι ίδιοι πηδιούνται σαν άφθαρτα ερωτευμένο ζευγάρι, στο στρώμα, στο πάτωμα.
Μόνο που η ζωή θα αλλάξει ανεπίστρεπτα. Ο κόσμος της Λούσι θα ανατιναχτεί, όταν η αστυνομία του Μονάχου χτυπήσει την πόρτα του αγροτόσπιτού τους. Ο Φιλίπ συλλαμβάνεται για κατοχή, αναπαραγωγή, διανομή (κι ίσως και κινηματογράφηση;) παιδικής πορνογραφίας. Η Ελσα, αστυνομικός του ειδικού τμήματος, την ενημερώνει ότι ο Φιλίπ είναι μέρος ενός κυκλώματος του dark web, με το ψευδώνυμο «gentle monster». Η Λούσι μουδιάζει, καταρρέει. Μπορεί όλα αυτά να είναι αλήθεια; Ο τρυφερός Φιλίπ, η αγάπη της ζωής της, να είναι ένα τέρας; «Τα υποπτευόσασταν, τα ξέρατε όλα αυτά;» τη ρωτά αυθάδικα η Ελσα. Η Λούσι την κοιτά με κατεστραμμένο βλέμμα που δεν καταλαβαίνει καν την ερώτηση. «Εχω κάνει παιδί με αυτό τον άνθρωπο».
Η Μαρί Κρόιτσερ επιστρέφει στις Κάννες μετά τον διθύραμβο του «Κορσέ» στο Ενα Κάποιο Βλέμμα του 2022. Αυτή τη φορά στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, οπότε και με φιλοδοξίες για το Χρυσό Φοίνικα. Για αυτό κι εμείς τρέφαμε μεγάλες προσδοκίες: μία φεμινίστρια, δυναμική γυναίκα, μία ευρηματική σκηνοθέτης που ακόμα και ταινία εποχής την επινοεί φρέσκα και μοντέρνα, καταπιάνεται με ένα τόσο αιχμηρό, προκλητικό θέμα. Αυτό δεν μπορεί να είναι παρά συνταγή για κάτι το εκρηκτικό, το γενναίο, το σπουδαίο.
Μάλιστα η Κρόιτσερ είχε έναν ακόμα λόγο να επιτύχει: η ταινία στέκεται ως άτυπη απάντηση σ' ένα αληθινό σκάνδαλο. Πριν τρία χρόνια, λίγο μετά την έξοδο του «Κορσέ», ο πρωταγωνιστής της Φλόριαν Τάιχτμάιστερ συνελήφθη με παρόμοιες κατηγορίες και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης. Ο Αυστριακός καλλιτεχνικός κύκλος κατηγόρησε την Κρόιτσερ ότι γνώριζε τις φήμες, αλλά προσέλαβε για το ρόλο έναν κακοποιητή. Κι από εκεί ξεκίνησε ένας τεράστιος δημόσιος διάλογος: αν κανσελάρεται ένας άνθρωπος από το στάδιο της φημολογίας ή οφείλει κάποιος να περιμένει τη δικαστική απόφαση. Ή αυτή η επιλογή, που μοιάζει με δημοκρατική και τυπικά σωστή, δεν είναι παρά ένας τρόπος να χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο και να επιτρέπουμε στους κακοποιητές να συνεχίζουν να ζουν και να εργάζονται - ατιμώρητοι και χωρίς συνέπειες.
Ισως για αυτό το σενάριο της Κρόιτσερ δεν επιχειρεί να διεισδύσει στην άβυσσο της ψυχής ενός ενήλικου που εξιτάρεται από κάτι τόσο διεφθαρμένο. Αλλά να κοιτάξει πώς μία γυναίκα προσπαθεί να μεταβολίσει αυτή την αλήθεια για τον σύντροφό της. Η πρόθεση της Κρόιτσερ είναι να δείξει τη σύγχυση - και σοκάρεσαι, αηδιάζεις, χωρίζεις, παραλύεις στη σκέψη ότι αυτό το «τέρας» μπορεί να έχει κάνει κάτι και στο παιδί σας. Αλλά και συνεχίζεις να αγαπάς, να συμπονάς, να αρνείσαι, να αντιστέκεσαι στην τόσο τρομακτική αλήθεια.
Η Κρόιτσερ επιχειρήσει να φωτίσει αυτές τις γκρι περιοχές, στρέφοντας τον καθρέφτη στη συλλογική ηθική: η Ελσα, η αυστηρή, απόλυτη, ταγμένη αστυνομικός έχει σπίτι της τον πατέρα της, ο οποίος πάσχοντας από Αλτσχάιμερ, ξεχνάει και το όνομα των παιδιών του, αλλά δεν ξεχνάποτέ να χουφτώνει, να στριμώχνει, να παρενοχλεί την νοσοκόμα του. Εκεί η Ελσα, τι κάνει; Τι αδικαιολόγητα, δικαιολογεί;
Ακόμα όμως κι αν οι ηρωίδες μίας τέτοιας φρικαλεότητας έχουν δικαίωμα στη σύγχυση, η δημιουργός της ταινίας οφείλει να χειρίζεται την ιστορία της ξεκάθαρα και με αυτοπεποίθηση. Κι η Κρόιτσερ ξεκινά δυναμικά, γενναία, με επιλογές που μας πιάνουν από το στομάχι - ένας πατέρας που κυκλοφορεί γυμνός στο σπίτι και παίρνει αγκαλιές τον μικρό του γιο, φυτεύει μία διαβρωτική, υπόγεια δυσπιστία στο θεατή, αλλά ταυτόχρονα και την αμφιβολία μίας πιθανώς άδικης καχυποψίας. Το ωμά κινηματογραφημένο (και υπέροχα φωτοσκιασμένο από την DP Τζούντιθ Κάουφμαν, μόνιμη συνεργάτη της Κρόιτσερ) σεξ στο πάτωμα, επίσης απαραίτητο για να δείξει επιθυμία, σύνδεση, υγεία στη σχέση του ζευγαριού.
Παρόν και το πάντα αφοπλιστικό παιχνίδι της Κρόιτσερ με τις αποστάσεις (ή την κατάργησή τους) των ηθοποιών από τον κινηματογραφικό φακό (το έκανε αριστουργηματικά και στον «Κορσέ»), για να μεταφέρει τον συναισθηματικό εγκλωβισμό μίας γυναίκας σε έναν κόσμο που δεν αντέχει, σε ένα γάμο που της έκλεψε το οξυγόνο, στο ίδιο της το δέρμα που δεν τη χωρά.
Κάπου στη μέση της ταινίας όμως ξεκινά. μία σεναριακή απορρύθμιση, μία ηθική και ψυχική αποδιοργάνωση. Η Λούσι πισωγυρίζει στο αν σιχαίνεται ή αγαπά, αν αποκόβει ή αποδέχεται, αν πιστεύει ή αν προδίδεται από το «τέρας», πάρα πολλές και ασυνάρτητες συναισθηματικά φορές. Παράλληλα, η »δίδυμη» ιστορία της αστυνομικού με τον δικό της πα-τέρα(ς) ξεχνιέται για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ηθικός αντικατοπτρισμός. Με το μοντάζ του, ο Ούλρικε Κόφλερ προσπαθεί να προσφέρει μία αφηγηματική συνέχεια, αλλά οι δεσμοί είναι ισχνοί, οι ανατροπές δεν έχουν μια γερή βάση.
Κι είναι κρίμα. Και γιατί η Κρόιτσερ με αυτές τις παλλινδρομήσεις, τελικά ξεχειλώνει τα κορδόνια του κορσέ της, αθετεί την υπόσχεση τόλμης. Αλλά, επιπλέον, γιατί ένα άνισο αποτέλεσμα θυσιάζει και την εξαιρετική απόδοση των ηθοποιών της. Ειδικά της Λεά Σεϊντού που παραδίδει μία ερμηνεία σε τεντωμένο σχοινί— ωμή και δουλεμένη, αλύγιστη και ευάλωτη, θυμωμένη και διαλυμένη ταυτόχρονα.
