Φεστιβάλ / Βραβεία

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τέταρτη και νιώσαμε ξανά εκείνη τη φεστιβαλική έξαψη

of 10

Η τέταρτη νύχτα των Νυχτών Πρεμιέρας μάς βρήκε ξανά να περιπλανιόμαστε από αίθουσα σε αίθουσα, με το «La Gradiva» να γίνεται η αφορμή για μια ακόμη κινηματογραφική διαδρομή στην καρδιά της Αθήνας.

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τέταρτη και νιώσαμε ξανά εκείνη τη φεστιβαλική έξαψη

Η τέταρτη μέρα βρίσκει τις 32ες Νύχτες Πρεμιέρας σε πλήρη φόρμα, με την Αθήνα να πάλλεται στον ρυθμό του σινεμά και των ιστοριών που γεννιούνται μέσα στο σκοτάδι της αίθουσας. Η «Γκραντίβα» στο Ολύμπια έφερε το διεθνές διαγωνιστικό στο προσκήνιο, ενώ λίγο αργότερα το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» του Λι Τσανγκ-ντονγκ στον Δαναό έδωσε στη βραδιά μια διαφορετική κινηματογραφική κατεύθυνση.

Και κάπου ανάμεσα στις ουρές, τις συζητήσεις πριν και μετά τις προβολές, τα πηγαδάκια έξω από τις αίθουσες και τη διαρκή μετακίνηση από το ένα σινεμά στο άλλο, ήταν ίσως πιο εύκολο να καταλάβει κανείς τι κάνει τις Νύχτες Πρεμιέρας κάτι περισσότερο από μια σειρά προβολών. Η Κυριακή είχε και την ιδιαίτερη βραδινή της κορύφωση με την αποκατεστημένη εκδοχή των «Δαιμονισμένων» στο Ολύμπια, ενώ την ίδια ώρα στο Cinobo Οπερα ο Γιώργος Λάνθιμος παρουσίαζε τη «Wanda».

νύχτες πρεμιέρας 2026

νύχτες πρεμιέρας 2026

Περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας 2026


La Gradiva

La Gradiva της Μαρίν Ατλάν

Η εφηβεία έχει κάτι από αρχαιολογικό εύρημα. Τη στιγμή που τη ζεις μοιάζει ατελείωτη, όμως αργότερα μένει πίσω σαν ένα αποτύπωμα που προσπαθείς να αποκρυπτογραφήσεις. Η Μαρίν Ατλάν μεταφέρει αυτή την αίσθηση στη «La Gradiva», βάζοντας μια ομάδα Γάλλων μαθητών σε μια σχολική εκδρομή στην Πομπηία, εκεί όπου το παρελθόν δεν βρίσκεται απλώς γύρω τους αλλά κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια τους. Μέσα σε ένα τοπίο σημαδεμένο από τη μνήμη, τον θάνατο και την καταστροφή, οι ήρωες βρίσκονται στη δική τους μικρή ηφαιστειακή ζώνη, ανάμεσα στην επιθυμία, τη φιλία, τη σεξουαλική αφύπνιση και τον φόβο για όσα έρχονται.

Το ενδιαφέρον της Ατλάν βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντιπαράθεση ανάμεσα στο αιώνιο και το εφήμερο. Η Πομπηία λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης για μια ηλικία που επίσης τελειώνει χωρίς κανείς να είναι πραγματικά προετοιμασμένος για την επόμενη μέρα. Η σκηνοθέτις, έχοντας ήδη σημαντική διαδρομή ως διευθύντρια φωτογραφίας, αντιμετωπίζει τον χώρο όχι ως εντυπωσιακό φόντο αλλά ως ενεργό κομμάτι της αφήγησης, με την κάμερά της να παρατηρεί τους νέους από απόσταση, συχνά με μακρινά πλάνα και μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη διάθεση, αφήνοντας τις σχέσεις να μετακινούνται μπροστά μας χωρίς διαρκή καθοδήγηση.

Η προσέγγιση αυτή είναι από τα μεγαλύτερα ατού της ταινίας. Η Ατλάν ξέρει πότε να παραμείνει σε μια στιγμή και πότε να αφήσει ένα βλέμμα ή μια αμήχανη παύση να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο. Η φυσικότητα των ερμηνειών ενισχύει την αίσθηση ότι παρακολουθούμε πραγματικούς εφήβους και όχι χαρακτήρες που γράφτηκαν για να εκπροσωπήσουν συγκεκριμένες ιδέες. Ο Κολά Κινιάρντ δίνει στον Τόνι μια ιδιαίτερα ευάλωτη ενέργεια, ενώ η Σιζάν Ζερέν και ο Μίτια Καπελιέ Αουντάν λειτουργούν εξαιρετικά μέσα σε ένα σύνολο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν διαρκώς. Η Αντονιά Μπουρεσί, ως καθηγήτρια Μερσιέ, προσθέτει μια διαφορετική θερμοκρασία, καθώς η δική της κούραση και απογοήτευση λειτουργούν σαν προειδοποίηση για την ενηλικίωση που πλησιάζει.

Το σενάριο, γραμμένο από την Ατλάν μαζί με την Αν Μπρουιγιέ, έχει την ευφυΐα να μη μετατρέπει την εφηβεία σε απλή νοσταλγική ανάμνηση. Οι χαρακτήρες κουβαλούν επιθυμίες, κοινωνικές εντάσεις, οικογενειακά βάρη και προσωπικές ανασφάλειες, ενώ η ιστορική διάσταση της Πομπηίας δίνει στις μικρές τους συγκρούσεις μεγαλύτερο βάθος. Παρ’ όλα αυτά, η διάρκεια των 145 λεπτών αποκαλύπτει και την αδυναμία της ταινίας. Ορισμένες σχέσεις και συμβολισμοί είναι τόσο προσεκτικά χαραγμένοι ώστε η διακριτικότητα της γραφής περιστασιακά μετατρέπεται σε υπερβολικά εμφανή κατασκευή.

Το φινάλε αξιοποιεί ακριβώς αυτή την αίσθηση του περάσματος και της απώλειας, χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες κορυφώσεις. Η Ατλάν προτιμά μια πιο εσωτερική κατάληξη, που αφήνει πίσω της το βάρος μιας ξαφνικής απουσίας και αλλάζει εκ των υστέρων τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε όσα προηγήθηκαν. Η σκηνοθεσία αποφεύγει τον μελοδραματισμό και αφήνει τη σιωπή, τα βλέμματα και την αμηχανία των χαρακτήρων να πουν όσα δεν χρειάζεται να ειπωθούν, δημιουργώντας μια συγκίνηση που δεν βασίζεται στην ένταση της στιγμής αλλά στην αίσθηση πως μια ολόκληρη εποχή της ζωής τους μόλις τελείωσε απότομα.

Η «La Gradiva» παραμένει, ωστόσο, ένα φιλόδοξο και συχνά γοητευτικό πρώτο βήμα. Η Μαρίν Ατλάν διαθέτει ξεκάθαρη κινηματογραφική ταυτότητα, εμπιστεύεται τους ηθοποιούς της και κυρίως καταλαβαίνει ότι η ενηλικίωση δεν χρειάζεται μεγάλες δηλώσεις για να πονέσει. Εκεί όπου η ταινία αφήνει λίγο περισσότερο χώρο στην παρατήρηση παρά στην εξήγηση, αποκτά μια αληθινή, σχεδόν απρόβλεπτη συγκίνηση. Σαν τα αποτυπώματα των ανθρώπων που έμειναν για πάντα στην τέφρα της Πομπηίας, έτσι και οι στιγμές αυτών των παιδιών μοιάζουν να παγώνουν για λίγο πριν ο χρόνος τις παρασύρει.

Χρήστος Μπακατσέλος

Burning 607 3

Το Παιχνίδι με τη Φωτιά (Burning) του Λι Τσανγκ-ντογκ

Το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» είναι βασισμένο σε ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο New Yorker το 1992 με τον τίτλο «Barn Burning». Σε αυτό ένας άντρας συναντά ξανά μετά από χρόνια μια κοπέλα από το παρελθόν του και τον καινούριο της φίλο. Οταν μετά από ένα τσιγαριλίκι εκείνη θα αποκοιμηθεί, ο φίλος της θα εξομολογηθεί στον ήρωα ότι έχει μια ενδιαφέρουσα συνήθεια: περίπου κάθε δύο μήνες, βάζει φωτιά σε έναν στάβλο και τον κοιτάζει να καίγεται, φροντίζοντας να μην προξενήσει κακό σε κανέναν άνθρωπο ή ζώο.

Αυτή η σκηνή υπάρχει σχεδόν αυτούσια στην ταινία του Λι Τσανγκ-ντονγκ, όμως πριν φτάσουμε ως εκεί έχει προηγηθεί μια σχεδόν ώρα, στην οποία οι τρεις βασικοί ήρωες έχουν ήδη χτίσει μια παράδοξη σχέση και τουλάχιστον για έναν από αυτούς μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα κάτι για τον κόσμο του και το παρελθόν του. Αντίθετα από τους άλλους δύο.

Ο Γιονγκσού και η Χαέμι κατάγονται από την ίδια πόλη και γνωρίζονται από μικροί αν και σύμφωνα με την Χαέμι οι μόνες κουβέντες που είχαν ανταλλάξει στο σχολείο ήταν όταν ο Γιονγκσου της είχε πει πόσο άσχημη είναι. Τώρα έχει μεγαλώσει, έχει κάνει πλαστικές, μαθαίνει παντομίμα (μπορεί να προσποιηθεί ότι τρώει ένα μανταρίνι με τρόπο που σε κάνει να το νιώθεις στο στόμα σου), και δουλεύει ως μοντέλο σε προωθητικές ενέργειες καταστημάτων. Εκείνη θα αναγνωρίσει μια μέρα τον Γιονγκσού, θα τον καλέσει για ποτά και αργότερα θα κάνουν σεξ στο μικροσκοπικό διαμέρισμά της. Μόνο που πριν η σχέση τους προχωρήσει θα του εξηγήσει ότι φεύγει για ένα ταξίδι στην Κένυα και θα του ζητήσει να ταΐζει την γάτα της όσο θα λείπει.

Οσο εκείνη είναι απούσα ο Γιονγκσου θα επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι στην επαρχία φροντίζοντας το κτήμα όσο ο πατέρας του περιμένει να δικαστεί για την επίθεση του σε έναν δημόσιο υπάλληλο και θα επισκέπτεται το σπίτι της Χαέμι για να ταΐζει την γάτα. Την οποία δεν θα δει ποτέ όλο αυτό τον καιρό, ακόμη κι αν κάθε φορά που την επισκέπτεται θα βρίσκει το πιάτο της άδειο και αποδείξεις για την υπαρξή της στην άμμο της. Κι όταν η Χαέμι θα του τηλεφωνήσει ότι επιστρέφει θα ανακαλύψει στο αεροδρόμιο ότι έχει έναν καινούριο φίλο, τον όμορφο και πλούσιο Μπεν που γνώρισε στο ταξίδι της. Και η πηγή των χρημάτων του Μπεν όπως και η φύση της σχέσης του με την Χαέμι θα παραμείνει σκοτεινή, σπρώχνοντας τον Γιονγκσου αλλά κι εμάς στο να αμφισβητούμε σχεδόν τα πάντα απ΄ όσα ακούμε και βλέπουμε.

Πόσες από τις ιστορίες της Χαέμι είναι αληθινές; Υπάρχει όντως ο γάτος της, ή τα ζώα απαγορεύονται στην πολυκατοικία της όπως λέει η σπιτονοικοκυρά της; Κι ο Μπεν καίει στ’ αλήθεια θερμοκήπια όπως εξομολογείται στον Γιονγκσού; Ολα αυτά τα ερωτήματα κι ακόμη περισσότερα, θα πάρουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις όταν η Χαέμι πάψει να απαντά στο τηλέφωνό της κι ούτε εκείνος, ούτε κι ο Μπεν κατά την δική του παραδοχή μπορεί να την βρει.

Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ ξετυλίγει την ιστορία του με έναν ρυθμό που μπορεί να μοιάζει ράθυμος μα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, προσαρμόζοντας το ύφος της ταινίας του με τον τρόπο που ένας χαμαιλέοντας αλλάζει το χρώμα του δέρματός του. Αρχικά παρακολουθείς μια ρομαντική ιστορία, μετά ένα φιλμ για ένα ερωτικό τρίγωνο, στη συνέχεια μια μυστηριώδη αναζήτηση και τελικά ένα ψυχολογικό θρίλερ. Μα αυτό που μένει σταθερό στην διάρκεια αυτής της συναρπαστικής αφηγηματικής και συναισθηματικής διαδρομής, είναι η αβεβαιότητα στην οποία το φιλμ σε κρατά βυθισμένο και η πολυπλοκότητα των θεματικών του, η υπαρξιακή του βαθύτητα, η σαγηνευτική θαμπάδα των προθέσεων και των πιθανοτήτων στις οποίες ανοίγεται. Από τον έρωτα και τις οικογενειακές σχέσεις, την ταξική αντιπαλότητα, την πολωμένη δυναμική των εχόντων και των μη εχόντων, το παιχνίδι των ταυτοτήτων και της αληθινής μας φύσης, το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» δοκιμάζει να ξετυλίξει μερικά από τα κουβάρια που συνθέτουν τον τυλιγμένο σε ένα μυστήριο γρίφο που ονομάζουμε ύπαρξη και τον αχανή, φασματικό κόσμο των επιθυμιών, των μυστικών, των ονείρων, των θέλω, των ενστίκτων που αναπνέει κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας.

«Για μένα η ζωή είναι ένα μυστήριο» λέει κάποια στιγμή ο Γιονγκσου σε μια διαπίστωση που αν σταθείς να την αναλύσεις δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις απόλυτα. Τον περισσότερο καιρό, για τους περισσότερους από εμάς, η ζωή μοιάζει σαν ένα τεράστιο σώμα νερού πάνω στο οποίο επιπλέουμε χωρίς σαφή εικόνα της θέσης μας, του μεγέθους, ή του βάθος του. Και είναι μόνο μέσα από την τέχνη και μέσα από ταινίες όπως αυτή που μπορείς, σαν με ένα γυαλί, να κοιτάξεις κλεφτά τις σκιές και τα σχήματα που βρίσκονται στο βυθό του. Και οι εικόνες που θα δεις, δεν μπορούν παρά να σε μαγέψουν.

Γιώργος Κρασσακόπουλος

Wanda

Wanda της Μπάρμπαρα Λόντεν

Η «Wanda» της Μπάρμπαρα Λόντεν είναι από εκείνες τις ταινίες που μοιάζουν αρχικά σχεδόν αθόρυβες, μέχρι να καταλάβεις πως η σιωπή τους είναι ολόκληρη η ουσία τους. Γυρισμένη το 1970 με ελάχιστα μέσα και έντονα νατουραλιστική ματιά, η μοναδική μεγάλου μήκους σκηνοθετική δουλειά της Λόντεν αποφεύγει συστηματικά τις εύκολες εξηγήσεις, τις ψυχολογικές διαγνώσεις και κάθε προσπάθεια να μετατρέψει την ηρωίδα της σε σύμβολο. Η σκηνοθέτρια ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να χαθεί μέσα σε μια πραγματικότητα που δεν του αφήνει σχεδόν κανένα περιθώριο να διεκδικήσει τον εαυτό του.

Και αυτή ακριβώς η άρνηση της ταινίας να προσφέρει έναν εύκολο δρόμο προς τη λύτρωση είναι που κάνει τη «Wanda» τόσο παράξενη και επίμονη κινηματογραφική εμπειρία. Η Λόντεν γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί σε ένα φιλμ που βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στο μυθοπλαστικό δράμα και σε κάτι που μοιάζει σχεδόν κλεμμένο από την πραγματική ζωή, με την κάμερα να παρατηρεί αντί να καθοδηγεί. Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Βενετίας ταινία έχει έκτοτε αποκτήσει μια επιρροή δυσανάλογη με την αρχική της υποδοχή και θεωρείται πλέον κομβικό έργο του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά.

Η σκηνοθεσία της Λόντεν έχει κάτι σχεδόν αντιηρωικό. Δεν αναζητά εντυπωσιακές εικόνες, ούτε προσπαθεί να επιβάλει στον θεατή μια συγκεκριμένη ανάγνωση της Γουάντα. Η κάμερα παραμένει κοντά της, συχνά ασταθής, μέσα σε πραγματικούς χώρους και καθημερινά περιβάλλοντα, αφήνοντας τα βρώμικα τοπία της Πενσιλβάνια, τα μοτέλ, τα μπαρ και τους δρόμους να αποκτήσουν δραματικό βάρος από μόνα τους. Η αισθητική του 16mm και η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αίσθηση ενισχύουν αυτή την εντύπωση, ενώ η απουσία συμβατικής μουσικής επένδυσης αφήνει τους ήχους του κόσμου να εισβάλλουν στην αφήγηση χωρίς συναισθηματικές οδηγίες.

Το σενάριο είναι εξίσου τολμηρό επειδή αρνείται να εξηγήσει τη Γουάντα περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Πρόκειται για μια γυναίκα που έχει απομακρυνθεί από τον γάμο και τα παιδιά της και περιπλανιέται χωρίς σαφή προορισμό, μέχρι που μπλέκει με έναν άντρα που κινείται στον κόσμο του εγκλήματος. Θα ήταν εύκολο για μια τέτοια ιστορία να καταλήξει σε ένα κλασικό δράμα γυναικείας χειραφέτησης, όμως η Λόντεν επιλέγει κάτι πολύ πιο άβολο. Η Γουάντα δεν μετατρέπεται ξαφνικά σε δυναμική ηρωίδα και δεν αποκτά έναν ξεκάθαρο σκοπό. Η παθητικότητά της παραμένει στο κέντρο, όχι ως αδυναμία του σεναρίου αλλά ως μέρος της κοινωνικής και ψυχολογικής συνθήκης που θέλει να εξετάσει.

Η Μπάρμπαρα Λόντεν είναι καθηλωτική ακριβώς επειδή δεν προσπαθεί να κάνει τη Γουάντα συμπαθή. Το βλέμμα της είναι συχνά χαμένο, η φωνή της χαμηλή και το σώμα της μοιάζει να περιμένει διαρκώς κάποιον άλλο να αποφασίσει για εκείνη. Μέσα από αυτές τις μικρές αντιδράσεις αποκαλύπτεται ένας χαρακτήρας που δυσκολεύεται ακόμη και να καταλάβει τι θέλει, πόσο μάλλον να το διεκδικήσει. Είναι μια ερμηνεία χωρίς επίδειξη, τόσο ενσωματωμένη στον χαρακτήρα ώστε σχεδόν εξαφανίζεται η απόσταση ανάμεσα στην ηθοποιό και το πρόσωπο που υποδύεται.

Απέναντί της, ο Μάικλ Χίγκινς δημιουργεί έναν Ντένις νευρικό, αυταρχικό και απρόβλεπτο, έναν άντρα που δεν παρουσιάζεται ποτέ ως γοητευτικός εγκληματίας αλλά ως ακόμη μία δύναμη που μπορεί να καταπιεί τη Γουάντα. Η σχέση τους αποκτά έτσι μια δυσάρεστη αλήθεια, επειδή κανείς από τους δύο δεν μοιάζει πραγματικά ελεύθερος. Η Λόντεν δεν χρειάζεται να εξηγήσει αυτή τη δυναμική μέσα από μεγάλους διαλόγους, καθώς την αφήνει να φανεί στις κινήσεις και στις αμήχανες στιγμές μεταξύ τους.

Η μεγαλύτερη δύναμη της «Wanda» βρίσκεται τελικά στην επιμονή της να μην προσφέρει εύκολη κάθαρση. Η Λόντεν κοιτάζει μια γυναίκα που βρίσκεται στο περιθώριο και αρνείται να την εξιδανικεύσει, να την καταδικάσει ή να την κάνει σύμβολο. Το αποτέλεσμα είναι ένα σκληρό, ατελές και βαθιά ανθρώπινο έργο, του οποίου η τραχύτητα δεν έχει παλιώσει. Αντίθετα, όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο καθαρά φαίνεται πόσο σύγχρονη παραμένει η κινηματογραφική ματιά της Λόντεν.

Χρήστος Μπακατσέλος


Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.

Νύχτες