Φεστιβάλ / Βραβεία

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τρίτη με ένα encore που δεν λέει να τελειώσει

of 10

Η τρίτη μέρα των Νυχτών Πρεμιέρας έφερε ξανά το σινεμά στους δρόμους της Αθήνας, με γεμάτες αίθουσες, δημιουργικές συναντήσεις, συζητήσεις και μια βραδιά που από την οθόνη πέρασε στη μουσική και το πάρτι.

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τρίτη με ένα encore που δεν λέει να τελειώσει

Η τρίτη μέρα των 32ων Νυχτών Πρεμιέρας είχε εκείνη την αίσθηση μιας Αθήνας που για λίγες ώρες μοιάζει να λειτουργεί αποκλειστικά γύρω από το σινεμά. Από τις απογευματινές προβολές μέχρι τις τελευταίες νυχτερινές ώρες, οι γνώριμες διαδρομές ανάμεσα σε Δαναό, Ολύμπια, Αστορ και Οπερα γέμισαν ξανά με θεατές που συζητούσαν πριν και μετά τις προβολές, αντάλλασσαν εντυπώσεις και συνέχιζαν τη βραδιά στους δρόμους του κέντρου. Κι εμείς κινηθήκαμε μέσα σε αυτό το φεστιβαλικό κλίμα, με αφετηρία τα «Λόγια Αγάπης» και αργότερα το «Pulp: What Do You Do for an Encore?», δύο στάσεις μιας ημέρας που είχε πολύ περισσότερα να προσφέρει από απλές κινηματογραφικές προβολές.

Σημαντικό κομμάτι της ημέρας αποτέλεσαν και οι παράλληλες δράσεις των Athens Film Industry Days, οι οποίες υπενθυμίζουν πως ένα φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι ταινίες που βλέπουμε στην οθόνη αλλά και ο χώρος όπου μεταφέρεται η γνώση και καλλιεργούνται οι επόμενες κινηματογραφικές φωνές. Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η διεθνώς αναγνωρισμένη διευθύντρια φωτογραφίας Ολυμπία Μυτιληναίου πραγματοποίησε το masterclass «Η Εικόνα ως Συναίσθημα», μιλώντας για τη διαδρομή της, τη διαμόρφωση της προσωπικής της κινηματογραφικής γλώσσας, τις συνεργασίες και τους ανθρώπους που λειτούργησαν ως μέντορες στην πορεία της. Την ίδια στιγμή, το Athens Film Industry Lab: Focus Forward εγκαινίασε έναν κλειστό κύκλο τριών συμβουλευτικών συναντήσεων για Ελληνίδες και Eλληνες δημιουργούς των οποίων οι σπουδαστικές ταινίες συμμετέχουν στις «Ελληνικές Μικρές Ιστορίες», με θεματικές που αφορούν τα φεστιβάλ του εξωτερικού, τη χρηματοδότηση, το post production, τις διεθνείς πωλήσεις και τη διανομή.

νύχτες πρεμιέρας 2026

νύχτες πρεμιέρας 2026

Και φυσικά, όταν μια ημέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας συνδέεται με τους Pulp, δύσκολα θα μπορούσε να τελειώσει αθόρυβα. Μετά την προβολή του «Pulp: What Do You Do for an Encore?», η φεστιβαλική διάθεση μεταφέρθηκε στην Πραξιτέλους 33, όπου το «Do You Remember the First Time? A History of British Pop» έδωσε στη βραδιά μια διαφορετική συνέχεια, με ένα πάρτι αφιερωμένο στη βρετανική ποπ, από το new wave των ’80s μέχρι την ανεξάρτητη σκηνή των ’90s. Ετσι, το Σάββατο δεν έμεινε απλώς ως μία ακόμη γεμάτη ημέρα προγράμματος, αλλά ήταν από εκείνες τις φεστιβαλικές μέρες όπου η αίθουσα, το πεζοδρόμιο, οι συζητήσεις μετά την προβολή και η μουσική της νύχτας μοιάζουν να αποτελούν κομμάτια της ίδιας κινηματογραφικής εμπειρίας.

Περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας 2026


Pulp: What Do You Do For An Encore?

Pulp: What Do You Do For An Encore? του Γκαρθ Τζένινγκς

Η επιστροφή των Pulp δεν μοιάζει τόσο με μια ακόμη συναυλιακή επανένωση όσο με ένα παράξενο ταξίδι στον χρόνο, όπου τα τραγούδια αρνούνται πεισματικά να μείνουν στη δεκαετία που τα γέννησε. Ο Γκαρθ Τζένινγκς στήνει το «Pulp: What Do You Do for an Encore?» πάνω στη σκηνή του O2 Arena, εκεί όπου η μπάντα εμφανίζεται μπροστά σε ένα τεράστιο κοινό, όμως γρήγορα καταλαβαίνει κανείς πως το ζητούμενο δεν είναι απλώς να καταγραφεί ένα live. Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στη συνάντηση του παρελθόντος με το παρόν, καθώς ο Τζάρβις Κόκερ κοιτάζει πίσω στην ιστορία ενός συγκροτήματος που χρειάστηκε δεκαετίες για να γίνει αυτό που κάποτε ονειρευόταν.

Ακριβώς πάνω σε αυτό βρίσκεται η γοητεία αλλά και ο περιορισμός της ταινίας. Ο Τζένινγκς γνωρίζει καλά τους Pulp, έχοντας συνεργαστεί μαζί τους ήδη από τα βιντεοκλίπ του «This Is Hardcore», οπότε η ματιά του δεν είναι αυτή ενός εξωτερικού παρατηρητή. Αντί να αναζητήσει ένα συμβατικό μουσικό ντοκιμαντέρ με αυστηρή χρονολογική αφήγηση, προτιμά ένα κολάζ από συναυλιακές εικόνες, παλιές φωτογραφίες, τηλεοπτικά αποσπάσματα και προσωπικές αναμνήσεις του Κόκερ, δημιουργώντας περισσότερο ένα λεύκωμα μνήμης παρά μια εξαντλητική βιογραφία.

Το αποτέλεσμα λειτουργεί καλύτερα όταν αφήνει τη μουσική να συνομιλήσει με όσα προηγήθηκαν. Το «Disco 2000», το «Common People», το «Do You Remember the First Time?» και το «This Is Hardcore» αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν ακούγονται από έναν Κόκερ που πλέον κοιτάζει τις νεανικές του εμμονές από την απόσταση των χρόνων. Ιδιαίτερα το «This Is Hardcore» αποδεικνύεται εντυπωσιακό μέσα από την κινηματογραφική αποτύπωση της συναυλίας, ενώ η αναφορά στον αείμνηστο Στιβ Μακί προσθέτει μια συγκινητική διάσταση στην επανένωση.

Ο Τζένινγκς, ωστόσο, δεν καταφέρνει πάντοτε να μεταφέρει στην οθόνη την ενέργεια που πιθανότατα είχε η ζωντανή εμφάνιση. Το μέγεθος του O2 δημιουργεί στιγμές εντυπωσιασμού, αλλά ταυτόχρονα κάνει την εμπειρία κάπως απρόσωπη, ενώ η αφήγηση παραμένει τόσο επικεντρωμένη στον Κόκερ ώστε τα υπόλοιπα μέλη των Pulp δεν αποκτούν πάντοτε τον χώρο που θα περίμενε κανείς. Η ταινία μοιάζει επίσης να αφήνει επίτηδες αρκετά κενά στην ιστορία της μπάντας, επιλέγοντας το συναίσθημα και την ατμόσφαιρα αντί για μια πληρέστερη καταγραφή.

Αυτό όμως δεν μειώνει την ιδιαίτερη σχέση που καταφέρνει να δημιουργήσει ανάμεσα στη μουσική, τη μνήμη και την ηλικία. Το «Pulp: What Do You Do for an Encore?» ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι σημαίνει να επιστρέφεις σε κάτι που κάποτε πίστευες πως έχει τελειώσει, παρά για το να αποδείξει ότι οι Pulp παραμένουν απλώς ένα σπουδαίο συγκρότημα. Ο Κόκερ παραμένει ο ιδανικός αφηγητής αυτής της ιστορίας, με το χιούμορ, την αυτογνωσία και εκείνη την ελαφρώς αμήχανη γοητεία που πάντοτε χαρακτήριζε την παρουσία του.

Στο τέλος, η ταινία μοιάζει με το ίδιο το encore που βρίσκεται στον τίτλο της: δεν έρχεται επειδή το προηγούμενο μέρος δεν ήταν αρκετό, αλλά επειδή υπάρχει ακόμη κάτι που αξίζει να ειπωθεί. Οι Pulp επιστρέφουν στη σκηνή κουβαλώντας μαζί τους τα τραγούδια, τις απώλειες, τις εμμονές και τα όνειρα μιας ολόκληρης ζωής, και ο Τζένινγκς καταγράφει αυτή την επιστροφή με αρκετή τρυφερότητα ώστε το παρελθόν να μην μοιάζει ποτέ πραγματικά παλιό.

Χρήστος Μπακατσέλος

words of love

Words of Love (Quelques mots d'amour) του Ρούντι Ρόζενμπεργκ

Η απουσία ενός πατέρα μπορεί εύκολα να γίνει κινηματογραφικό μελόδραμα, όμως ο Ρούντι Ρόζενμπεργκ ενδιαφέρεται περισσότερο για το παράδοξο που γεννιέται γύρω από αυτήν. Η Αμπιγκαέλ δεν αναζητά απλώς έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε ποτέ, αλλά μια απάντηση σε ένα κενό που έχει μεγαλώσει μαζί της, πλάθοντας μέσα στο μυαλό της την εικόνα ενός πατέρα που ίσως δεν υπάρχει ποτέ όπως τον φαντάζεται. Το «Words of Love» ξεκινά από αυτή την απλή, αλλά συναισθηματικά σύνθετη ιδέα και επιχειρεί να μιλήσει για την οικογένεια, την ανάγκη για αποδοχή και εκείνη την παράξενη ανθρώπινη συνήθεια να κυνηγάμε επίμονα αυτό που μας λείπει, την ώρα που αγνοούμε όσα βρίσκονται ήδη δίπλα μας.

Τοποθετημένη στο Σαρσέλ του 1995, η ταινία παρακολουθεί την Αμπιγκαέλ σε διαφορετικές ηλικίες και μαζί της τη μητέρα της Ερίκα, η οποία προσπαθεί να κρατήσει όρθια μια οικογένεια που δεν διαθέτει τις συμβατικές της ισορροπίες. Ο Ρόζενμπεργκ δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία όταν αφήνει την ιστορία να αναπνεύσει μέσα στις μικρές καθημερινές στιγμές, στις οικογενειακές εντάσεις, στα αμήχανα βλέμματα και στις σχέσεις των παιδιών μεταξύ τους. Η σκηνοθεσία του είναι διακριτική, σχεδόν παρατηρητική, με μια στατικότητα που προσπαθεί να δώσει την αίσθηση πως η κάμερα παρακολουθεί ανθρώπους και όχι χαρακτήρες που κατασκευάστηκαν για να υπηρετήσουν ένα μήνυμα.

Αυτή η προσέγγιση λειτουργεί καλύτερα στις σκηνές όπου ο σκηνοθέτης εμπιστεύεται τους ηθοποιούς του και λιγότερο όταν το σενάριο αρχίζει να υπογραμμίζει υπερβολικά αυτό που θέλει να πει. Η γραφή των Ρόζενμπεργκ και Μπρούνο Τρακ μοιάζει σε αρκετές στιγμές υπερβολικά τακτοποιημένη, με τους χαρακτήρες να οδηγούνται προς συγκεκριμένες δραματουργικές θέσεις αντί να εξελίσσονται πάντοτε οργανικά. Η εμμονή της Αμπιγκαέλ με τον πατέρα της είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή δεν την παρουσιάζει ως ένα εύκολα συμπαθή παιδί, όμως η ταινία δεν καταφέρνει πάντα να αξιοποιήσει όλη την αντιφατικότητα αυτής της συμπεριφοράς.

Εκεί που το «Words of Love» κερδίζει αρκετούς πόντους είναι στις ερμηνείες. Η Χαφσία Χέρζι αποφεύγει την εύκολη εικόνα της ηρωικής μητέρας και δίνει στην Ερίκα μια καθημερινή, κουρασμένη και ταυτόχρονα τρυφερή υπόσταση. Η σχέση της με την Αμπιγκαέλ αποτελεί τον πραγματικό συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας, ειδικά επειδή η αγάπη τους εκφράζεται συχνά μέσα από συγκρούσεις και σιωπές. Εξαιρετικά φυσικά λειτουργούν και τα παιδιά, με τη Νουρ Σαλάμ να ξεχωρίζει ως μεγαλύτερη Αμπιγκαέλ και να μεταφέρει πειστικά τη μετάβαση από την παιδική αφέλεια στην εφηβική εμμονή. Ο μη επαγγελματικός χαρακτήρας αρκετών ερμηνειών προσθέτει μια αυθεντικότητα στις καθημερινές σκηνές που δύσκολα θα μπορούσε να επιτευχθεί διαφορετικά.

Το πρόβλημα είναι πως όσο η ταινία πλησιάζει στην κορύφωσή της, τόσο εγκαταλείπει μέρος αυτής της διακριτικότητας και καταφεύγει σε πιο προβλέψιμη συναισθηματική χειραγώγηση. Ο Ρόζενμπεργκ έχει ένα ενδιαφέρον θέμα στα χέρια του και ένα καστ που μπορεί να το υποστηρίξει, όμως κάποιες από τις συμπτώσεις και τις δραματικές λύσεις μοιάζουν περισσότερο σχεδιασμένες για να προκαλέσουν συγκίνηση παρά να προκύψουν φυσικά από τους χαρακτήρες. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία ζεστή και ειλικρινής, η οποία όμως δεν βρίσκει πάντοτε την ίδια ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ, τη μελαγχολία και το δράμα.

Κι όμως, πίσω από τις αδυναμίες της, η ταινία κρατά μια απλή σκέψη που παραμένει μαζί σου αρκετή ώρα μετά τους τίτλους τέλους: η οικογένεια δεν καθορίζεται πάντοτε από εκείνους που επιλέγουν να απουσιάσουν, αλλά από εκείνους που επιμένουν να είναι παρόντες. Ο Ρόζενμπεργκ δεν χρειάζεται μεγάλες δηλώσεις για να το καταλάβει αυτό. Οι καλύτερες στιγμές του βρίσκονται ακριβώς εκεί όπου αφήνει τα πρόσωπά του να μιλήσουν με τις ατέλειές τους, τις αμηχανίες τους και την αδυναμία τους να πουν δυνατά όσα αισθάνονται.

Χρήστος Μπακατσέλος


Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.

Νύχτες