Τα κινηματογραφικά franchise σπανίως τολμούν να ωριμάσουν μαζί με το κοινό τους, αλλά το «28 Χρόνια Μετά: Ο Ναός των Οστών» δεν ανοίγει απλώς μια νέα σελίδα στο εμβληματικό σύμπαν του Αλεξ Γκάρλαντ αλλά μοιάζει με τελετουργικό πέρασμα σε μια φάση όπου η επιβίωση δεν είναι πια το ζητούμενο αλλά το τίμημα. Από τα πρώτα λεπτά γίνεται σαφές ότι η Νία Ντα Κόστα δεν ενδιαφέρεται να επαναλάβει το σοκ ή την ωμή αδρεναλίνη των προηγούμενων κεφαλαίων. Το βλέμμα της είναι στραμμένο αλλού σε ό,τι απέμεινε όταν ο τρόμος έγινε κανονικότητα και η ελπίδα πολυτέλεια.
Είναι μια ταινία που σε καλεί να κοιτάξεις κατάματα τον θάνατο όχι ως στιγμιαία απειλή αλλά ως μόνιμη παρουσία χαραγμένη στο τοπίο, στα σώματα και στη μνήμη. Ο τίτλος δεν είναι μεταφορικός. Ο ναός των οστών είναι ο ίδιος ο κόσμος που κατοικούν οι ήρωες και η Ντα Κόστα τον κινηματογραφεί με μια σχεδόν νεκρική ευλάβεια, σαν να φοβάται ότι αν υψώσει τον τόνο θα διαταράξει μια ισορροπία χτισμένη πάνω σε στάχτες.
O Δρ Κέλσον βρίσκεται σε μια συγκλονιστική νέα σχέση - με συνέπειες που θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο όπως τον γνωρίζουν - και η συνάντηση του Σπάικ με τον Τζίμι Κρίσταλ γίνεται ένας εφιάλτης από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Ντα Κόστα είναι αυστηρή, στοχαστική και συχνά ασφυκτική. Η κάμερα παραμένει κοντά στα πρόσωπα αλλά δεν αναζητά τον συναισθηματικό εξωραϊσμό. Αντίθετα αφήνει τα βλέμματα να βαραίνουν από την εμπειρία και τον φόβο. Ο κόσμος της ταινίας δεν είναι χαοτικός με τον παραδοσιακό τρόπο ενός μεταποκαλυπτικού θρίλερ αλλά δομημένος γύρω από τελετουργίες, κανόνες και ιδεολογίες που γεννήθηκαν για να δώσουν νόημα σε ένα αδιανόητο παρόν. Η Ντα Κόστα δείχνει ξεκάθαρο ενδιαφέρον για το πώς η ανάγκη για τάξη και πίστη μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο εξουσίας και βίας.
Το σενάριο του Αλεξ Γκάρλαντ κινείται σε αυτό το εύθραυστο όριο ανάμεσα στον φιλοσοφικό στοχασμό και την ωμή επιβίωση. Η αφήγηση δεν βιάζεται και κάποιες φορές μοιάζει σκόπιμα να αποφεύγει την κορύφωση, επιλέγοντας αντ’ αυτού να χτίσει έναν κόσμο όπου η φρίκη δεν κορυφώνεται αλλά συσσωρεύεται. Η ταινία μιλά για τη μνήμη ως βάρος και ως καθήκον, για την ανάγκη να θυμάσαι τους νεκρούς όχι για να παρηγορηθείς αλλά για να μην ξεχάσεις τι χάθηκε. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που μπορεί να ξενίσει όσους περιμένουν αδιάκοπη δράση αλλά ανταμείβει όσους είναι διατεθειμένοι να ακολουθήσουν τον υπόγειο ρυθμό του.
Η σύγκριση με τη σκηνοθετική ματιά του Ντάνι Μπόιλ είναι αναπόφευκτη και αποκαλυπτική. Ο Μπόιλ στο «28 Χρόνια Μετά» ισορροπούσε ανάμεσα στο Memento Mori και το Memento Amori, υπενθυμίζοντας ότι ο θάνατος είναι πανταχού παρών αλλά και ότι η αγάπη είναι η δύναμη που ωθεί τους ανθρώπους να αντισταθούν σε αυτόν. Η Ντα Κόστα επιλέγει συνειδητά να αφήσει πίσω της το Memento Amori. Στην ταινία της η αγάπη δεν λειτουργεί πια ως σωτηρία αλλά ως ανάμνηση και ο θάνατος δεν είναι απλώς υπενθύμιση αλλά δομικό στοιχείο της κοινωνίας που απεικονίζεται.
Στο σύμπαν αυτό η μουσική παίζει αρκετά σημαντικό ρόλο, με τη Ντα Κόστα να αξιοποιεί με τόλμη την ποπ των Duran Duran και τη σκοτεινή ενέργεια του heavy metal των Iron Maiden, με το «The Number of the Beast» να αποκτά σχεδόν τελετουργική διάσταση μέσα στο φιλμ. Αυτή η φαινομενικά αντιφατική σύζευξη δημιουργεί ένα ηχητικό τοπίο που αντικατοπτρίζει τον διχασμένο κόσμο της ταινίας ανάμεσα στο παρελθόν μιας χαμένης κανονικότητας και στο παρόν της απόλυτης παρακμής.
Στο επίπεδο των ερμηνειών, ο Ρέιφ Φάινς παραδίδει μια σπουδαία και βαθιά ανήσυχη παρουσία. Ο χαρακτήρας του κινείται ανάμεσα στον ανθρωπισμό και την εμμονή, αποπνέοντας την αίσθηση ενός ανθρώπου που έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μνήμη των νεκρών γιατί αδυνατεί να συμφιλιωθεί με τους ζωντανούς. Είναι μια ερμηνεία γεμάτη λεπτές αποχρώσεις και εσωτερική ένταση. Απέναντί του, ο Τζακ Ο’ Κόνελ ενσαρκώνει με τρομακτική πειστικότητα μια φιγούρα εξουσίας που μετατρέπει την πίστη σε όπλο. Δεν είναι απλώς ένας ανταγωνιστής αλλά η ενσάρκωση μιας ιδεολογίας που ανθεί όταν ο κόσμος καταρρέει.
Το «28 Χρόνια Μετά: Ο Ναός των Οστών» δεν είναι μια εύκολη ταινία ούτε ένα σίκουελ που επιδιώκει να ικανοποιήσει όλους. Είναι όμως ένα ώριμο, φιλόδοξο και συχνά στοιχειωτικό έργο που τολμά να μετατρέψει το μεταποκαλυπτικό σινεμά σε υπαρξιακό σχόλιο. Με τις αρετές και τις αδυναμίες του, στέκεται ως μια θαρραλέα εξέλιξη του μύθου, ένα φιλμ που δεν σε αφήνει με την αίσθηση της κάθαρσης αλλά με το βάρος της σκέψης.

