Στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είχαμε την ευκαιρία να συναντήσουμε τον Βέλγο σκηνοθέτη Αρνό Ντιφεΐς, τον έναν από τους δυο δημιουργούς της ταινίας «Σας Πιστεύουμε», που έρχεται στις αίθουσες την Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου, από τη One from the Heart.
Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, σε συν-σκηνοθεσία με τη Σαρλότ Ντεβιλέρς, μετά από επιτυχίες με μικρού μήκους όπως τα «Atoms» και «Un invincible été». Το «Σας Πιστεύουμε» τιμήθηκε με ειδική μνεία στο τμήμα Perspectives της Μπερλινάλε, βραβεία καλύτερης ταινίας, σεναρίου και ερμηνείας στα φεστιβάλ της Σεβίλλης και του Κορκ, κερδίζοντας διεθνή αναγνώριση για την έντονη και ευαίσθητη προσέγγισή του. Πώς, όμως, σκηνοθετείς ένα δικαστικό δράμα, που ταυτόχρονα είναι μια κραυγή αγανάκτησης, μέσα σ' ένα χώρο, σε 78 μόνο λεπτά και με τόσο καταιγιστική ένταση; Ο Αρνό Ντιφεΐς εξηγεί.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της ταινίας και γιατί τώρα;
Με τη Σαρλότ δουλεύαμε αρχικά πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό θέμα, γύρω από τη σεξουαλική επιθυμία και το πώς οι άνθρωποι βιώνουν σήμερα τη σεξουαλικότητά τους, μέσα από τις πλατφόρμες γνωριμιών. Γράψαμε ένα πρώτο treatment πάνω σε αυτό, γιατί κι εμένα με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Καθώς συνεργαζόμασταν στενά για τρία χρόνια, γνωριστήκαμε βαθιά, μιλήσαμε για χιλιάδες πράγματα και κάποια στιγμή η Σαρλότ μού διηγήθηκε την ιστορία μιας κατάθεσης – αυτής που τελικά αποτυπώνεται στην ταινία. Εκείνη την περίοδο συνεργαζόταν και με μια οργάνωση στη Γαλλία που δίνει φωνή σε άτομα, κυρίως μητέρες μαζί με τα παιδιά τους, που έχουν υπάρξει θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Ακούσαμε μαζί πολλές μαρτυρίες. Τα στατιστικά είναι εξωφρενικά σε όλο τον κόσμο, όμως οι ιστορίες μοιάζουν πολύ μεταξύ τους: πρόκειται για ένα συστημικό πρόβλημα, για δυσλειτουργίες στη δικαστική διαδικασία. Συχνά ένας πατέρας ζητά την κηδεμονία όχι από πραγματικό ενδιαφέρον, αλλά για να εργαλειοποιήσει τη Δικαιοσύνη και να συνεχίσει τη σύγκρουση με τη μητέρα. Και μέσα στη διαδικασία αυτή, οι κατηγορούμενοι συχνά καταστρέφουν ακόμη περισσότερο τη ζωή του άλλου γονέα και των παιδιών.
Με την ταινία θελήσαμε, αφενός, να δώσουμε κι εμείς φωνή σε αυτές τις αμέτρητες περιπτώσεις και, αφετέρου, να προκαλέσουμε σκέψη γύρω από την ανάγκη αλλαγών στο νομικό σύστημα.
Ο Αρνό Ντιφεΐς στο 66ο ΦΚΘ (motionteam)
Η ταινία εξελίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε έναν χώρο. Πώς αξιοποιήσατε αυτόν τον περιορισμό σκηνοθετικά;
Θυμάμαι να λέω στη Σαρλότ ότι, στις δικαστικές ταινίες που είχα δει, αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν πάντα η ίδια η συζήτηση και συχνά ένιωθα πως δεν της δινόταν αρκετός χώρος. Για παράδειγμα, στο «Σεντ Ομέρ» με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα οι σκηνές όπου οι ήρωες μιλούν στους δικαστές. Είχα την αίσθηση ότι θα ήθελα να βρίσκομαι κι εγώ εκεί, παρών στη διαδικασία, ώστε να διαμορφώσω τη δική μου άποψη.
Ακούγοντας τις μαρτυρίες των γυναικών, συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να τις παρουσιάσουμε ολόκληρες. Είναι ο μόνος τρόπος να καταλάβει κανείς πόσο σύνθετη και χρονοβόρα είναι αυτή η διαδικασία: τα θύματα και οι κατηγορούμενοι είναι αναγκασμένοι να αφηγηθούν τα πάντα, από την αρχή ως το τέλος. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να αφηγηθούμε ολόκληρη μία υπόθεση.
Τα στατιστικά για την ενδοοικογενειακή βία είναι εξωφρενικά σε όλο τον κόσμο, όμως οι ιστορίες μοιάζουν πολύ μεταξύ τους: πρόκειται για ένα συστημικό πρόβλημα, για δυσλειτουργίες στη δικαστική διαδικασία.»
Το μεγάλο μου άγχος ήταν πώς θα διατηρήσουμε υψηλή την ένταση χωρίς να κουράσουμε τον θεατή. Ετσι γράψαμε ένα σενάριο βασισμένο σε διαδοχικές αποκαλύψεις, με μια πειστική, σταδιακά αυξανόμενη ένταση. Δεν ακολουθήσαμε πιστά τη σειρά μιας πραγματικής ακρόασης. Επιλέξαμε πού θα εστιάσουμε και, σε επίπεδο φόρμας, κινηθήκαμε κοντά στο θρίλερ: δουλέψαμε πολύ τον ήχο και τη φωτογραφία ώστε να υπηρετούν αυτή την κλιμάκωση.
Για παράδειγμα, ο θεατής δεν βλέπει τη δικαστή παρά μόνο μετά τη μέση της ακρόασης, τη στιγμή ακριβώς που θέλουμε να μπει στη δική της θέση. Ολες αυτές οι αποφάσεις υπήρχαν ήδη στο σενάριο και στο γύρισμα, αλλά διαμορφώθηκαν ακόμη περισσότερο στο μοντάζ. Εκεί δώσαμε τεράστια έμφαση: δεν ήθελα ο ρυθμός να πέσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Θέλαμε απόλυτη συγκέντρωση.
Πώς δουλέψατε με τη Μιριέμ Ακεντιού και γιατί επιλέξατε τόσα κοντινά στο πρόσωπό της;
Γράψαμε το σενάριο έχοντας τη Μιριέμ στο μυαλό μας. Είναι μια ηθοποιός με την οποία είχα ξαναδουλέψει και επικοινωνούμε εξαιρετικά. Εουμε κοινή κινηματογραφική γλώσσα, είχαμε τον ίδιο μέντορα, εκείνη ως μαθήτρια, εγώ ως βοηθός. Μοιραζόμαστε την ίδια τεχνική.
Πρότεινα στη Σαρλότ από την αρχή να της ζητήσουμε να πρωταγωνιστήσει και ενθουσιάστηκε. Καθώς έγραφα το σενάριο, έβλεπα μπροστά μου το πρόσωπό της, ήξερα τι είδους έκφραση θα δώσει σε κάθε σκηνή. Πολύ γρήγορα καταλήξαμε ότι το πρόσωπό της θα είναι το βασικό πεδίο δράσης.
Από νωρίς αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την ταινία με μια σκηνή όπου η μητέρα δυσκολεύεται με τα παιδιά της, όπου φαίνεται δυσλειτουργική. Θέλαμε το κοινό, σχεδόν, να την κατηγορήσει, να συμμεριστεί την πρώτη εντύπωση που θα είχε και η δικαστής για τη μητέρα. Σκοπός μας ήταν αυτή η αρχική προκατάληψη να μεταβληθεί σταδιακά, καθώς αποκαλύπτονται τα πραγματικά προβλήματα. Αυτή η δομή αντικατοπτρίζει απόλυτα όσα συμβαίνουν στις πραγματικές ακροάσεις.»
Η ταινία εκτυλίσσεται στο γραφείο της δικαστού, οπότε δεν είχαμε πολλά πράγματα να κινηματογραφήσουμε: λίγη θέα από τα παράθυρα, την πόλη απ’ έξω - όλα φλου. Το μόνο καθαρό στοιχείο είναι το πρόσωπό της. Αυτό τονίστηκε ακόμη περισσότερο με τους λευκούς τοίχους στο φόντο. Βέβαια, δεν θα κρύψω ότι και ο μικρός μας προϋπολογισμός έπαιξε ρόλο: δεν υπήρχε η δυνατότητα για ένα εντυπωσιακό ντεκόρ.
Η ουσία της υπόθεσης αποκαλύπτεται σχετικά αργά. Γιατί επιλέξατε αυτή τη δομή;
Από νωρίς αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την ταινία με μια σκηνή όπου η μητέρα δυσκολεύεται με τα παιδιά της, όπου φαίνεται δυσλειτουργική. Θέλαμε το κοινό, σχεδόν, να την κατηγορήσει, να συμμεριστεί την πρώτη εντύπωση που θα είχε και η δικαστής για τη μητέρα.
Σκοπός μας ήταν αυτή η αρχική προκατάληψη να μεταβληθεί σταδιακά, καθώς αποκαλύπτονται τα πραγματικά προβλήματα. Αυτή η δομή αντικατοπτρίζει απόλυτα όσα συμβαίνουν στις πραγματικές ακροάσεις: πρώτα μιλούν οι δικηγόροι του πατέρα και ο ίδιος, αποφεύγοντας συστηματικά το ουσιαστικό ζήτημα. Εστιάζουν στο ότι η μητέρα είναι «προβληματική», έχει ψυχολογικά ή πνευματικά θέματα. Η βία έρχεται στο προσκήνιο πολύ αργότερα, όταν τελικά παίρνει τον λόγο η ίδια η μητέρα.
Τι θα θέλατε να λέει το κοινό βγαίνοντας από την αίθουσα; Υπάρχουν διαφορές στις αντιδράσεις από χώρα σε χώρα;
Δεν παρατηρήσαμε μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις χώρες. Οι αποκλίσεις έχουν να κάνουν κυρίως με τον νομικό κώδικα, που αλλάζει από τόπο σε τόπο. Η ιστορία, ωστόσο, γίνεται αντιληπτή ως καθολική.
Η πιο συχνή ερώτηση που ακούμε είναι, «Πώς είναι δυνατόν ο πατέρας να εξακολουθεί να βλέπει τα παιδιά του;». Και αυτή η απορία εμφανίζεται παντού. Οσο δεν υπάρχουν αποδείξεις που να επιτρέπουν σύλληψη, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκλειστεί. Αυτό ακριβώς είναι και το αδιέξοδο που θέλαμε να αναδείξουμε.
Η ταινία «Σας Πιστεύουμε» προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου, από τη One from the Heart. Διαβάστε και δείτε περισσότερα εδώ).
