«Τι σημαίνει "μεταφράζω"», ρωτάει ο Αλι τους μαθητές του, στο τοπικό δημόσιο Γυμνάσιο; Αναλύοντας την αραβική λέξη, τους υποδεικνύει ότι το «αλλάζω/προσαρμόζω» έχει κοινή ρίζα με το «σκοτώνω». Πρέπει κάτι να σκοτώσεις, για να αλλάξεις.
Ο Αλι, ένας 35χρονος Τούρκος από την Κεντρική Ανατολία, σπούδασε λογοτεχνία στην Αμερική, όπου παρέμεινε για 14 χρόνια. Γιατί επέστρεψε, κανείς δεν ξέρει. Δεν του ταιριάζει το βάρος μιας χώρας στη σκιά του Ατατούρκ - τα τεράστια λάβαρα που καλύπτουν τις προσόψεις των δημόσιων κτιρίων, δεν αφήνουν περιθώρια για καμία αμφιβολία για την ταύτιση της σύγχρονης Τουρκίας με έναν αυταρχικό εθνικισμό. Δεν αντέχει την νοσηρότητα της σχέσης του με τον πατέρα του - έναν απόλυτο, επιθετικό bully, που δεν επιτρέπει κανέναν αντίλογο από τον μοναχογιό του κι επιβάλλεται βίαια στις κόρες και την ανάπηρη γυναίκα του.
Ο Αλι δεν είναι «παλιάς κοπής» αρσενικό. Ομως κάτι συμβαίνει μέσα του όταν παίρνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων γονιμότητας και πληροφορείται το απόλυτο ανδρικό ταμπού: εκείνος ευθύνεται που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά με τη γυναίκα του. Κάτι ραγίζει το πολιτισμένο του προφίλ, όταν η μητέρα του πεθαίνει ξαφνικά και η συμπεριφορά του πατέρα του φαντάζει ύποπτη (ειδικά όταν αποκαλύπτεται ότι είχε ερωμένη). Η περόνη ενός βαθιά ριζωμένου κύτταρου τραβιέται, όταν το μποστάνι του επισκέπτεται ένας περιπλανώμενος συνομήλικος άντρας, άξεστος, μισογύνης, διεφθαρμένος, που όμως προσφέρεται να τον βοηθήσει να το σώσει από την ξηρασία.
Τι θα «σκοτώσει» ο Αλι, για να «αλλάξει» το παρόν και το μέλλον του; Εχει ελπίδες όταν το παρελθόν (του ίδιου, της οικογένειας του, των γενεών, της χώρας» είναι ένα βαθύ πηγάδι τροφοδότησης τοξικής αρρενωπότητας;
Ο Ιρανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Αλιρεζά Χατάμι («Terrestrial Verses», «Los Versos del Olvido») επιλέγει να γυρίσει αυτό το ψυχολογικό θρίλερ στην Τουρκία. Θα μπορούσε κάλλιστα να εφαρμόσει το ίδιο εύρημα, την φιλμική διατριβή για το διαγενεακό τραύμα, τις διπλές ταυτότητες, την επώδυνη απόρριψη του διαφορετικού, και στη χώρα του. Μοιάζει όμως να είναι κι ο ίδιος προΐόν της κεντρικής ιδέας του: περνώντας τα σύνορα του καθεστωτικού Ιράν, τολμά να κοιτάξει από τι υλικά είναι φτιαγμένος - κι ο ίδιος, αλλά και το σινεμά του- όταν εισβάλει ως ξένος σε άλλες πατρίδες και μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες («Los Versos del Olvido» ήταν γυρισμένο στα Ισπανική, στη Χιλή).
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η ταινία ξεκινά με την αφήγηση ενός ονείρου. Ο Χατάμι κουβαλά επιρροές ενός συμβολικού, υπερεαλιστικού σινεμά που φλερτάρει τα θολά όρια μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας - ακόμα κι όταν αυτές οι κρυφές επιθυμίες μπορεί να οδηγήσουν σε εφιάλτη. Οι σκηνές που ο Αλι κοιμάται λειτουργούν ως «Λιντσικές» αφηγηματικές γέφυρες του συνειδητού προς το υποσυνείδητο, περνούν τον ήρωα σε άλλους κόσμους όπου ζωντανεύει ή σκοτώνεται («μεταφράζεται»;) η προσωπικότητά του. Κι όχι μόνο η δική του. Δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι ερμηνείας η διπλή ταυτότητα ενός ανθρώπου. Είναι μία αποκάλυψη για την επιλεκττική μας αντίληψη: ο βίαιος πατέρας του για την αδελφή του είναι ήρωας, για την ερωμένη του ένας τρυφερός άντρας. Δεν είναι μόνο ένας ξερός οπωρώνας το χωράφι που κληρονόμησε. Είναι η σύγκρουση με τον ανδρισμό του. Ή η ευκαιρία να αποκοπεί από το τραύμα (συμβολικά, και η χώρα από την άγρια στέπα της Ανατολίας), να μην κάνει παιδιά, να μην τα δει ως μία «δεύτερη, καλύτερη μετάφραση» του γεμάτου ρωγμές εαυτού του.
Με τη βοήθεια του DP του, Μπαρτόζ Σβινιάρσκι (φωτογράφου και στα «Μήλα» του Χρήστου Νίκου), ο Χατάμι αποτυπώνει την αγωνιώδη πάλη του ήρωα να ξεφύγει από τις αμαρτίες γονέων ως ταινία τρόμου. Γιατί δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει. Η κάμερα είναι βιδωμένη στο πάτωμα και πλησιάζει τη δράση με αργά, στατικά πλάνα που εγκλωβίζουν τον θεατή σε αυτό τον σκοτεινό κόσμο. Σ' ένα δωμάτιο χωρίς φως όπου θρηνούν οι συγγενείς, πατέρας και γιος συγκρούονται οριακά out of focus, με το φακό να ζουμάρει αργά, υγρά, ύπουλα. Το νιόπαντρο ζευγάρι στέκεται στο μπαλκόνι, στο οξυγόνο, αλλά η κάμερα πλησιάζει και πάλι από τα σκοτάδια των δωματίων, όσο εκείνη του αφηγείται τον εφιάλτη της - προσπερνά στίβες βιβλίων, διαπερνά το τζάμι του παραθύρου. Ακόμα όμως και οι ανοικτοί ορίζοντες των καλλιεργειών δεν είναι στην πραγματικότητα ούτε ανοικτοί, ούτε γόνιμοι. Καμμένοι από ένα δηλητηριώδες φως, κομμένοι από τα ψηλά απειλητικά βουνά. Ολα εγκλωβίζουν.
Υπάρχει μία τυχαία, αλλά έντονη σύνδεση της ταινίας με το «Ενα Απλό Ατύχημα» του Τζαφάρ Παναχί - κι όχι μόνο αφηγηματική. Σύγχρονοι ήρωες, σύχρονες χώρες σε σταυροδρόμια αποφάσεων. Ποιο δρόμο θα πάρουν, ποιον θα αφήσουν. Τι θα επιλέξουν, τι θα σκοτώσουν.
Και ανατριχιαστικά φινάλε, που ίσως αποδεικνύουν ότι κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα σκοτώσεις. Οσο βαθιά κι αν τα θάψεις.
Βραβείο Σκηνοθεσίας, στο Φεστιβάλ Σαντάνς 2025. Επίσημη κατάθεση του Καναδά για το Οσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας.

