«Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο ακόμα χρόνο…»
«Δεν είναι ο χρόνος αυτό που σου λείπει. Είναι κάτι άλλο.»
Το αυτοκίνητο του Αμι, ενός νεαρού σεναριογράφου, που άφησε την Καλκούτα για να περιηγηθεί στις πεδιάδες των Ιμαλαΐων επιζητώντας έμπνευση για την επόμενη ταινία του, χαλάει μέσα στη νύχτα. Το επαρχιακό συνεργείο δεν έχει ανταλλακτικά για να το επισκευάσει, πρέπει να τα παραγγείλει, θα καθυστερήσει. Και, φυσικά, ούτε υπάρχει ξενοδοχείο στην περιοχή. Διέξοδο στην απελπισία του Αμι δίνει ο Μπιμάλ, ένας πλούσιος καλλιεργητής τσαγιού, ο οποίος προτείνει να τον φιλοξενήσει στην αγροικία του. Εκεί, θα του συστήσει και τη σύζυγό του, την Καρούνα - μία συνάντηση που θα τον σοκάρει. Γιατί η Καρούνα ήταν ο μεγάλος του έρωτας, όταν εκείνη ήταν φοιτήτρια Καλών Τεχνών κι εκείνος φτωχός συγγραφέας στα ξεκινήματα του. Η γυναίκα που κάπου, κάποτε, είχε την ευκαιρία να παντρευτεί, αλλά έκανε πίσω. Τι κι αν η Καρούνα ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει το πλούσιο σπίτι της και να παρακούσει τους γονείς της για χάρη του; Εκείνος, άνεργος κι ανασφαλής, τρόμαξε μπροστά στη δέσμευση, την κοινωνική τους διαφορά, την επικριτική κοινή γνώμη. Την εγκατέλειψε, της ράγισε την καρδιά. Εκείνος, ήταν δειλός.
Και τώρα βρίσκεται μπροστά της. Στο πλούσιο σπίτι της, στο πλούσιο γάμο της, στην πλούσια ενδοχώρα των Ιμαλαΐων. Και τώρα, συγκλονισμένος από τη σύμπτωση που τον έκανε να αναλογιστεί τη ζωή του, τη θέλει πίσω. Της προτείνει να τα εγκαταλείψει όλα και να το σκάσουν μαζί. Τι θα κάνει εκείνη;
Ο «Δειλός» ίσως να είναι ένα από τα πιο υποτιμημένα έργα της 40χρονης καριέρας του Σατγιαζίτ Ρέι. Ο θρυλικός Ινδός σκηνοθέτης γύρισε συνολικά 36 ταινίες και ντοκιμαντέρ (μικρού και μεγάλου μήκους), κερδίζοντας παγκόσμιες διακρίσεις, βραβεία, καταξίωση. Ομως «Ο Δειλός» δεν είναι από τους τίτλους της φιλμογραφία του που αναφέρονται δίπλα στο όνομα του. Στο Μπιενάλε του 1965, όπου έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του, κοινό και κριτικοί το είχαν προσπεράσει.
Για ανικανοποίητες ζωές που σκληραίνουν τα βλέμματα των ανθρώπων μιλά ο Ρέι και γεμίζει τα κάδρα του με σκιές, αντικατοπτρισμούς, φαντάσματα.»
Κι η αλήθεια είναι ότι η ιστορία της ταινίας μοιάζει σχετικά απλή (όπως κι όλα τα σενάρια του Ρέι έχουν μία απλή, ανθρώπινη βάση). «Ενα αγόρι γνωρίζει ένα κορίτσι. Το αγόρι ερωτεύεται το κορίτσι. Το αγόρι χάνει το κορίτσι».
Μόνο που δεν είναι ακριβώς έτσι. Πατώντας στο μικρό διήγημα του Πρεμέντρα Μίτρα (με τίτλο «Αυτή Είναι η Ιστορία Ενός Δειλού»), διακριτικά, αλλά καυστικά, ο Ρέι περνάει την κριτική του για την κοινωνική αυστηρότητα των παραδόσεων της χώρας του, τον εγκλωβισμό των Ινδών σε αδιάβλητες κάστες, την ανελευθερία επιλογής, την συρρίκνωση των ανθρώπων σε προμελετημένες ζωές. Οσο η Δύση ζει την επανάσταση των 60ς, οι Ινδοί απλώς μιλούν αγγλικά - ένα κατάλοιπο της Βρετανικής αποικιοκρατίας που μπερδεύεται στη γλώσσα τους. Τα νιάτα επιχειρούν να χαράξουν μία νέα πορεία με μποέμικες καλλιτεχνικές επιλογές, το σύστημα όμως θα επαναφέρει τα κορίτσια στη μπουρζουά θέση τους: όσο ζωγράφισες, ζωγράφισες.
Οι γυναίκες σε όλη τη φιλμογραφία του Ρέι είναι ιδιαίτερα δυνατές (αποτέλεσμα του θαυμασμού για τη δυναμική μητέρα του, που έμεινε χήρα σε πολύ νεαρή ηλικία και τη γυναίκα του που τον στήριξε σε όλη της διάρκεια της καριέρα του - ακόμα και στα πέτρινα χρόνια). Εδώ όμως, φροντίζει να ανεβάσει την ένταση, να μεγαλώσει την απόσταση ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό σύμβολο. Η Καρούνα στέκεται αγέρωχη, περήφανη, δυνατή. Ακόμα και στο flashback (ο Ρέι χρησιμοποιεί συνεχώς flashbacks για να συνθέσει τα κομμάτια του παζλ) του χωρισμού, μόνο τα βουβά της δάκρυα προδίδουν την απογοήτευσή της. Δεν παρακαλεί, δεν επιμένει, δεν μένει. Μπροστά στο είδωλο ενός άντρα που την προδίδει, προχωρά μπροστά.
Σήμερα οι ερμηνείες των Σουμίτρα Τσατερτζί και Μαντάμπι Μουκερτζί μπορεί να φαίνονται σχηματικές, δραματοποιημένες, σε στιγμές μελό. Ομως όλοι κλέβουν στιγμές που νικούν τον σύγχρονο κυνισμό: ακόμα κι ο Χαραντάν Μπαντοπαντχιάι, στο ρόλο του βροντόφωνου, νεόπλουτου συζύγου αποκαλύπτει μία μοναξιά που σου ραγίζει την καρδιά.
Για ανικανοποίητες ζωές που σκληραίνουν τα βλέμματα των ανθρώπων μιλά ο Ρέι και γεμίζει τα κάδρα του με σκιές, αντικατοπτρισμούς, φαντάσματα. Ρωγμές, απόσταση, χάσμα. Ενα ζευγάρι στις απέναντι άκρες του δρόμου, ένας άντρας και μία γυναίκα που κοιτιούνται όσο περνούν ανάμεσά τους φορτηγά. Ποιος θα είναι ο θαρραλέος να διασχίσει αυτό το δρόμο; Ή δεν έχει καμία σημασία πια;

