Γαλλία, 1916, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το Δυτικό Μέτωπο, ένα αχανές δίκτυο χαρακωμάτων μήκους περίπου 700 χιλιομέτρων, εκτείνεται από τις ακτές της Βόρειας Θάλασσας στο Βέλγιο έως τα γαλλοελβετικά σύνορα. Γάλλοι και Γερμανοί μετρούν «νίκες» κατακτώντας λίγα μόνο μέτρα γης. Στην πραγματικότητα, το μέτωπο έχει ακινητοποιηθεί σε μία αδυσώπητη, ατελείωτη, σπάταλη αιματοχυσία που μέχρι το τέλος του πολέμου υπολογίζεται ότι κόστισε τις ζωές σε 8 εκατομμύρια στρατιώτες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, δύο Γάλλοι Στρατηγοί, ο ένας υψηλόβαθμος πολιτικάντης, ο άλλος φιλόδοξος νάρκισσος που ονειρεύεται το τρίτο αστέρι στα γαλόνια του, διατάζουν την κατάληψη του «Ant Hill», μιας σχεδόν απόρθητης γερμανικής οχυρωμένης θέσης. Είναι ξεκάθαρα μία αποστολή αυτοκτονίας για τους Γάλλους στρατιώτες. Αν όμως πετύχει, θα προσφέρει στους Στρατηγούς ένα πολύτιμο επικοινωνιακό και πολιτικό «μετάλλιο» στην προσωπική τους ανέλιξη.

Η διαταγή φτάνει στον Συνταγματάρχη Νταξ, έναν ακέραιο, ευσυνείδητο ιδεαλιστή, που αντιλαμβάνεται το παράλογο της επιχείρησης, αλλά δεν μπορεί παρά να υπακούσει. Οταν όμως η επίθεση αποτυγχάνει και η στρατιωτική ηγεσία, αντί να αναγνωρίσει τις δικές της ευθύνες, αποφασίζει να εκτελέσει τρεις στρατιώτες ως παραδειγματική τιμωρία για τη δήθεν δειλία του τάγματος, ο Νταξ αναλαμβάνει ο ίδιος την υπεράσπισή τους στο στρατοδικείο. Ως απέλπιδα αντεπίθεση στον κυνισμό. Ομως μπορεί η τιμή και η δικαιοσύνη να επιβιώσουν μέσα στην παράνοια του πολέμου;

Το 1969, σε συνέντευξή του στον Αμερικανό κριτικό κινηματογράφου Ρότζερ Εμπερτ, ο Κερκ Ντάγκλας (που εδώ δίνει μία από τις πιο δύσκολες, φορτισμένης έντασης, ερμηνείες της καριέρας του) είχε εξηγήσει ότι στήριξε προσωπικά το πρότζεκτ αυτό (ναι, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ δεν είχε ακόμα τη δύναμη να το επιβάλει στα στούντιο) καθώς το ήξερε πολύ καλά: «Αυτή η ταινία δεν χρειάζεται να περάσουν 50 χρόνια για να την χαρακτηρίσουμε αριστούργημα. Μπορούμε από τώρα».

Κι είχε δίκιο. 70 χρόνια μετά, οι «Σταυροί στο Μέτωπο» παραμένουν ένα εμβληματικό κομψοτέχνημα - πρωτοπόρο και τολμηρό, τόσο στην φιλοσοφική του σύλληψη, όσο και στην κινηματογραφική του κατασκευή. Η σπουδαιότερη αντιπολεμική ταινία όλων των εποχών. Ενα σφοδρό μανιφέστο ενάντια στην ανθρώπινη ματαιοδοξία που (πόσο διαχρονικό, δυστυχώς) ξεσκεπάζει τον «πατριωτισμό» ως επίδειξη βαρβαρότητας.

Ναι, ο 28χρονος τότε Στάνλεϊ Κιούμπρικ είχε ξεκάθαρη πολιτική άποψη, αρκετά γενναία για την εποχή - φτάνει να θυμηθούμε ότι, παρόλη την κριτική του ματιά, το σινεμά άφηνε μάλλον μία «ηρωική» ή ακόμα και «νοσταλγική» επίγευση για τον Α' Παγκόσμιο με μελοδράματα όπως τα «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», «Η Μεγάλη Χίμαιρα», «The Dawn Patrol», «Ο Λοχίας Γιορκ». Στη βιβλιοθήκη του πατέρα του ως έφηβος είχε διαβάσει το -εμπνευσμένο από μία αληθινή ιστορία που δημοσιεύτηκε στους New York Times- μυθιστόρημα του Χάμφρεϊ Κομπ, «Paths of Glory» (1935), κι είχε διαμορφώσει σαφή ιδεολογική θέση απέναντι στην πλάνη του εθνικισμού και τον ηθική χρεοκοπία του πολέμου.

Για αυτό και το σενάριο (για το οποίο συνεργάστηκε με τον Τζιμ Τόμσον, δεύτερη φορά μετά το «The Killing», και τον θεατρικό συγγραφέα Κάλντερ Γουίλινγχαμ) είναι μία μελετημένη, αριστοτεχνική παρτίδα σκάκι. Καμία σκηνή δεν είναι περιττή, καμία ατάκα φλύαρη. Ολα οδηγούν στρατηγικά στην απομυθοποίηση της ψευδεπίγραφης απαίτησης για ανδρεία και την απογύμνωση της πολιτικής ατζέντας της εξουσίας. Ακόμα και σήμερα, οι διάλογοι πυροβολούν αλήθειες κατευθείαν στην καρδιά.

Η ταινία σηματοδοτεί την αφετηρία του προσωπικού «μονοπατιού δόξας» του Κιούμπρικ - τόσο θεματικά, όσο και στυλιστικά. Ολα είναι παρόντα: ο κυνισμός του απέναντι στην υποκρισία, η γοητεία του με το γκροτέσκο, η ικανότητά του να κάνει έναν ρεαλιστικό κόσμο να μοιάζει παράξενος και ανοίκειος, και, κυρίως, η χρήση της υγρής κινηματογράφησης (travelling και μονοπλάνα) ως αφηγηματικό, σχεδόν «φιλοσοφικό» εργαλείο επιχειρηματολογίας.

Με τη βοήθεια του DP του Τζορτζ Κράους, ο Κιούμπρικ χρησιμοποιεί το mise en scène, το βάθος πεδίου, τα νεταρισμένα κάδρα και, ειδικά, τα long takes με χειρουργική ακρίβεια, οικονομία, αλλά αριστοτεχνική αντίληψη. Η οπτική γραφή της ταινίας στοχεύει στο να μας κάνει να κοιτάξουμε πίσω από τις γραμμές του εχθρού - και να δούμε την αλήθεια αμείλικτα: ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός; Εκείνος που δεν φαίνεται ποτέ, ή εκείνοι που παρελαύνουν ξεδιάντροπα μπροστά μας;

Τα ειρωνικά ευρυγώνια κάδρα της δίκης, η σαδιστικά επίπονη κινηματογράφηση της εκτέλεσης, αλλά και το αριστουργηματικό τέλος του τραγουδιού δίνουν την μάχη τους. Από την μία η ανθρώπινη ζωή κι αξιοπρέπεια, από την άλλη ένας πολιτικάντικος κυνικός μηχανισμός που συνθλίβει τα πάντα.»

Η απάντησή μας είναι η αντίστιξη των travelling πλάνων (μία τεχνική που θα δούμε μετά και στην «Λάμψη»). Από τη μία το λουσμένο από φυσικό φως και ξεδιάντροπη χλιδή παλάτι που οι Στρατηγοί έχουν τα γραφεία τους, κι από την άλλη, τα πνιγμένα σε λάσπη και αίμα χαρακώματα (η επιθεώρηση του Κερκ Ντάγκλας είναι ένα αριστούργημα 2λεπτης λήψης με 8 μόνο κοψίματα). Κι αν έχουμε την οποιαδήποτε αμφιβολία, ο Κιούμπρικ και Κράους θα στήσουν μία σκηνή επίθεσης (σ.σ στιγμή έμπνευσης για τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», όπως έχει ομολογήσει ο Σπίλμπεργκ) όπου ο φακός (σε συνδυασμό με την ανατριχιαστική ηχητική μπάντα πυροβολισμών και κραυγών) κινείται μέσα σε ένα ζοφερό σύννεφο καπνού στο ανοίκειο, στοιχειωμένο no man's land τοπίο, σαν να κατευθύνεται ήδη προς τον Κάτω Κόσμο. Και μέσα από το μακάβριο κιαροσκούρο οι φιγούρες των στρατιωτών αναδύονται σαν φαντάσματα - σαν να είναι ήδη νεκροί.

Ομως ο Κιούμπρικ δεν σταματά εκεί. Τα ειρωνικά ευρυγώνια κάδρα της δίκης, η σαδιστικά επίπονη κινηματογράφηση της εκτέλεσης (στη θεατρική διασκευή του 1938 από τον Σίντνεϊ Χάουαρντ το εκτελεστικό απόσπασμα στήνεται πίσω από τη σκηνή - μόνο ακούγεται) αλλά και το αριστουργηματικό τέλος του τραγουδιού (το οποίο δεν υπάρχει στο βιβλίο, το πρόσθεσε ο ίδιος ο Κιούμπρικ) δίνουν την μάχη τους. Από την μία η ανθρώπινη ζωή κι αξιοπρέπεια, από την άλλη ένας πολιτικάντικος κυνικός μηχανισμός που συνθλίβει τα πάντα.

Εχει ιδιαίτερη βαρύτητα η σεκάνς του τραγουδιού. Οχι μόνο γιατί παρουσιάζει, ολιγόλεπτα αλλά καθηλωτικά, την ανδρική θηριωδία απέναντι σε μία γυναίκα (τη Γερμανίδα όμηρο ερμηνεύει η Κριστιάνε Χάρλαν, μετέπειτα σύζυγος του Κιούμπρικ). Αλλά γιατί βλέπουμε μπροστά μας την αγριότητα και την κτηνωδία του πολέμου σταδιακά να καταλαγιάζει και να δίνει τη θέση της σε ένα φωτάκι ανθρωπιάς που τρεμοπαίζει στο βουρκωμένο βλέμμα των αναλώσιμων νεκροζώντανων. Αν τα τραγούδια στο φινάλε των ταινιών λειτουργούν ως χειραγωγική εμψύχωση και κάθαρση, εδώ η ακαπέλα εκτέλεση του «The Faithful Hussar» δίνει τη χαριστική βολή κάθε ρομαντικής ψευδαίσθησης.

Το καλό δεν νικάει στα χαρακώματα. Οι Σταυροί στο Μέτωπο είναι τάφοι. Μια επιβεβαίωση της περίφημης θέσης του Γερμανοεβραίου ιστορικού στοχαστή Βάλτερ Μπένγιαμιν ότι «κάθε θρίαμβος του πολιτισμού είναι ταυτόχρονα και ένα μνημείο βαναυσότητας».

Διαβάστε ακόμα: Οι αγαπημένες ταινίες του Στάνλεϊ Κιούμπρικ