Βρισκόμαστε παραμονή της νέας χιλιετίας και o ιδιοκτήτης μιας πανίσχυρης εταιρίας ανάπτυξης ακινήτων έχει βάλει στο μάτι μια παραδεισένια παραλία στη Νότια Σαρδηνία, εκεί όπου σχεδιάζει να κατασκευάσει ένα πολυτελές θέρετρο. Οι ντόπιοι που επιβιώνουν δύσκολα, λόγω έλλειψης θέσεων εργασίας, ενθουσιάζονται με την προοπτική και αρχίζουν να πουλάνε τα κτήματα και τα σπίτια τους προκειμένου να υποδεχθούν την πολυπόθητη… ανάπτυξη που θα αλλάξει τη ζωή τους. Ολοι, εκτός από έναν, τον Εφίζιο Μούλας ο οποίος αρνείται κάθε προσφορά - όσο υπέρογκη κι αν είναι αυτή - επαναλαμβάνοντας πως «αυτό είναι το σπίτι μου και δεν το πουλάω».

Προκειμένου να τον μεταπείσουν, η εταιρία μισθώνει τον έμπειρο υπεύθυνο του εργοταξίου, Μαριάνο ο οποίος αναλαμβάνει τις διαπραγματεύσεις. Μαζί του και όλοι οι κάτοικοι του χωριού που στέκονται έξω από το σπίτι του ηλικιωμένου συγχωριανού τους προσπαθώντας να του εξηγήσουν ένας ένας τους λόγους για τους οποίους πρέπει να δεχθεί. Ο Εφίζιο όμως πεισμώνει ακόμη περισσότερο και όταν του κλείνουν τη δίοδο προς την παραλία όπου βόσκει τις αγελάδες του, αποφασίζει να περάσει στην αντεπίθεση και να ασκήσει αγωγή στην εταιρία.

Μοναδική σύμμαχος του Εφίζιο - εκτός από την επιμονή του - είναι η κόρη του, Φραντσέσκα, η οποία καταλαβαίνει τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, προσπαθώντας να στηρίξει τον πατέρα της αλλά και να ενδιαφερθεί και για τη δική της ευημερία.

Επιλέγοντας την εύκολη οδό μιας ταινίας που δεν θέλει να συνομιλήσει, αλλά να «μιλήσει», το «Ετσι Είναι η Ζωή» προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση στις εξαντλημένες και αλλοιωμένες από κάθε είδους «ευεργετικές αναπτυξιακές επεμβάσεις» κοινωνίες (η ελληνική είναι μια από αυτές) , αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι την κάνει κάτι περισσότερο από μια μικρή, άτολμη, καθόλου αιχμηρή ταινία που θέλει να ευχαριστήσει το θεατή χρησιμοποιώντας κινηματογραφικά κλισέ.»

Βασισμένη σε μια πραγματική ιστορία και με ερασιτέχνη πρωταγωνιστή αλλά και μεγάλο μέρος του καστ να αποτελείται από κατοίκους της Σαρδηνίας, η «λαϊκή» κωμωδία του Ρικάρντο Μιλάνι αφηγείται μια ιστορία Δαβίδ εναντίον Γολιάθ θέλοντας να συμμετάσχει στη συζήτηση γύρω από την άκρατη ανάπτυξη που καταστρέφει τόπους και γεωγραφίες. Το κάνει με τον τρόπο που κάποιος θα περιέγραφε «στην σωστή πλευρά της Ιστορίας», υποστηρίζοντας από την αρχή αναπολογητικά τον ήρωα της και τον αγώνα του. Περιορίζοντας όλους (από τους κακούς καπιταλιστές μέχρι τους αδίστακτους εργολάβους, αλλά και τους καθημερινούς ανθρώπους που υποκύπτουν στο χρήμα) στο επίπεδο του αντιπάλου, αφήνει μόνο του έναν ηλικιωμένο άντρα να γίνει το σύμβολο της αντίστασης.

Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι συγκινητικό, όχι όμως όταν το μοτίβο είναι διαρκώς το ίδιο και εν πολλοίς χτίζεται πάνω στις ρυτίδες και την μονοδιάστατη περσόνα του Εφίζιο. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι και κωμικό, όχι όμως με τον τρόπο που επιλέγει ο Μιλάνι δίνοντας το ρόλο του «αστείου» στον υπεύθυνο του εργοταξίου με γκακς που θυμίζουν κωμωδία τουλάχιστον του ’40. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια ταινία που εξαντλείται νωρίς, παρά την ψευδαίσθηση ότι χτίζεται πάνω σε μια κορυφούμενη αγωνία (τα χρόνια που περνούν είναι αόρατα στην οθόνη και την ηλικία των ηρώων) για το τι τελικά θα αποφασίσει ο Εφίζιο μετά από την αυξανόμενη πίεση των εκατομμυρίων (που λόγω αλλαγής γίνονται χιλιάδες ευρώ), της οικογένειας του και της εποχής που (αλήθεια είναι) παρέδωσε ψυχή και σώμα στο χρήμα.

Επιλέγοντας την εύκολη οδό μιας ταινίας που δεν θέλει να συνομιλήσει, αλλά να «μιλήσει», το «Ετσι Είναι η Ζωή» προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση στις εξαντλημένες και αλλοιωμένες από κάθε είδους «ευεργετικές αναπτυξιακές επεμβάσεις» κοινωνίες (η ελληνική είναι μια από αυτές) , αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι την κάνει κάτι περισσότερο από μια μικρή, άτολμη, καθόλου αιχμηρή ταινία που θέλει να ευχαριστήσει το θεατή χρησιμοποιώντας κινηματογραφικά κλισέ προκειμένου να ολοκληρώσει το ιδεαλιστικό της οικοδόμημα. Εντάξει, τουλάχιστον, χωρίς τσιμέντο…