Λετονία, 17ος αιώνας. Η βροχή, το κρύο και η φτώχεια χτυπούν αλύπητα τους κατοίκους ενός απομακρυσμένου αγροτικού χωριού, οι οποίο βρίσκουν παρηγοριά μόνο στο τοπικό καπηλειό όπου πίνουν τα μείγματα της Νέζε, της όμορφης ταβερνιάρισσας, ή στην εκκλησία, όπου καταφεύγουν γιατί πολλές φορές το «σώμα και αίμα» του Χριστού είναι το μοναδικό που έχουν για να φάνε. Εκεί διαφεντεύει ο ιερέας Μπούκχολντζ, ο οποίος σκορπίζει μίσος και τρόμο με τα κηρύγματά του περί αμαρτίας, ενώ στα κρυφά φαντασιώνεται την Νέζε και βασανίζει τον μικρό Σακάτη (έτσι υποτιμητικά φωνάζει τον ορφανό του καντηλανάφτη) που τον στέλνει για να την κατασκοπεύει. Εφόσον δεν μπορεί να την έχει, αν την τσακώσει με αποδείξεις ότι δίνει μαγικά γιατροσόφια στον κόσμο, θα την καταδικάσει ως μάγισσα.
Παράλληλα, ο τοπικός Βαρώνος έχει τα δικά του προβλήματα. Οσο όλο το υπόλοιπο χωριό λιμοκτονεί, εκείνος εισάγει τα πιο ιδιαίτερα αφροδισιακά φαγητά για τη σύζυγό του, αδυνατώντας να παραδεχθεί ότι δεν μπορούν να συλλάβουν τον πολυπόθητο διάδοχο γιατί ο ίδιος πάσχει από σεξουαλική ανικανότητα. Θα το παραδεχθεί μόνο στην καπηλιέρισσα Νέζε: όταν ο ιερέας τη συλλαμβάνει με την κατηγορία ότι έκλεψε ένα ιερό κειμήλιο από την Εκκλησία και την παραπέμπει σε δίκη, ο Βαρώνος υπόσχεται να την ελευθερώσει αν του βρει λύση στη στυτική του δυσλειτουργία. Γιατί έχει παραλάβει ως δώρο τους «Ορχεις του Διαβόλου» από έναν ηλικιωμένο περιπλανώμενο ταξιδιώτη που αυτοαποκαλείται «Σκύλος του Θεού», αλλά δεν ξέρει πώς να τους χρησιμοποιήσει. Ποιος όμως είναι αυτός ο Λυκάνθρωπος; Θα βγουν οι προφητείες των Τσιγγάνων αληθινές: θα πέσει κατάρα στο χωριό, ή μάλλον θα πέσουν οι μάσκες της κοινωνικής υποκρισίας; Θα αφεθούν οι κάτοικοι στο Διάβολο, ή μάλλον σε μια φρενίτιδα καταπιεσμένων επιθυμιών;
Αν πέρσι η Λατονία μπήκε στον οσκαρικό χάρτη, κερδίζοντας (για πρώτη φορά) με το αγαπημένο κι αυτόματα κλασικό «Flow: Η Γάτα που δεν Φοβόταν το Νερό», η φετινή της υποβολή στην Ακαδημία δε θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική. Το ντεμπούτο των αδελφών Λόρις και Λαΐτις Αμπέλ είναι ένα ιερόσυλο, γκροτέσκο, ενήλικο (στα όρια του πορνογραφικού) animation, μία σκοτεινή, γκοθ παραβολή για τη διαφθορά και την υποκρισία της εξουσίας. Mία φαλλοκεντρική σάτιρα της ηθικής, του ανδρισμού και της τραγικής ευθραυστότητας και των δύο.
Πατώντας στην αληθινή δίκη του το 1692 του Θις του Κάλτενμπρουν, γνωστού και ως «Γέρο-Θις», αλλά και σε άλλες φολκλόρ δοξασίες και λαϊκούς τοπικούς θρύλους για τους λυκάνθρωπους («vīlkatõks»), οι Αμπελ επιχειρούν ένα καυστικό, ανίερο, προκλητικό μείγμα πολιτικού σχολίου κι άγριας φαντασίας, όπου το κινούμενο σχέδιο απελευθερώνει τα δημιουργικά ένστικτα κι επιτρέπει στην εικόνα να απασφαλίσει στον ερωτισμό - ειδικά στην τρίτη πράξη όπου όλα καταλήγουν σ' ένα ξέφρενο όργιο.
Ακολουθώντας την τεχνική του rotoscoping (ηθοποιοί γυρίζουν σκηνές σε green screen και οι animators ανιχνεύουν τα περιγράμματα κάθε καρέ), οι Αμπελ δεν επιχειρούν ρεαλισμό. Αντιθέτως, επηρεασμένοι από μεσαιωνικούς ζωγράφους αλλά και την εικονογραφία της heavy metal σχολής (το σκορ του Λόρις Αμπελ, δεν το κρύβει), άλλοτε αφήνουν το σκίτσο ωμό, τραχύ, σχεδόν ημιτελές, κι άλλοτε ενισχύουν τις λεπτομέρειες - εμποτίζουν την μουντή, γκρι εικόνα με κορεσμένα χρώματα (τα πορτοκαλί, πύρινα μάτια των δαιμόνων, το κατακόκκινο φόντο που πλαισιώνει τις σκιερές ανθρώπινες σιλουέτες). Ειδική μνεία στο πώς χρησιμοποιούν τους φωτισμούς και τις αντανακλάσεις μέσα από παράθυρα, καθρέφτες, ή ακόμα και το νερό.
Ομως, αυτή η αναρχική, ψυχεδελική παρέλαση βλάσφημων παγανιστικών εικόνων (που συχνά φλερτάρει με ανίερο χιούμορ) θα ήταν αριστουργηματική με ένα λίγο πιο στιβαρό σενάριο. Γιατί όσο ο θεατής γίνεται μάρτυρας του πώς οι animators προκαλούν τα άκρα στο σκίτσο, τόσο αναρωτιέται τι ακριβώς θέλει να πει και τι έχει να προσθέσει αυτή η ιστορία. Και γιατί η αφήγηση μπερδεύει, και γιατί ο ρυθμός (ιδιαίτερα στη δεύτερη πράξη) χάνεται, αλλά, κυρίως, γιατί το βασικό μήνυμα είναι κάτι γνώριμο, κοινότυπο. Η θεοκρατική και πλουτοκρατική υποκρισία έχει αποτυπωθεί κινηματογραφικά με πολύ τολμηρά, και πολύ καλύτερα σενάρια. Μπροστά στην πραγματική πρόκληση λοιπόν, ο Σκύλος του Θεού μοιάζει μόνο να γαβγίζει. Κι όχι να δαγκώνει.

