Ο,τι λαμπει δεν είναι χρυσός κι ό,τι έχει νυχτερινά πλάνα σε μια πόλη δεν είναι νεο-νουάρ. Η νέα, τρίτη σκηνοθετική δουλειά του - κυριότερα τηλεοπτικού σεναριογράφου - Στέφανο Σάρντο είναι ένα ερωτικό ψυχολογικό θρίλερ, συνηθισμένο είδος στη γείτονα Ιταλία, με φόντο τη Ρώμη τη ζοφερή περίοδο της πανδημίας και με ήρωα έναν αδύναμο άντρα. Τίποτα πιο πρωτότυπο.
Είναι οι μέρες της αρχής της πανδημίας, όταν η Ιταλία δεινοπαθεί και τα θύματα είναι αμέτρητα, σκορπίζοντας φόβο και θλίψη και απαιτώντας από τους και τις γιατρούς υπεράνθρωπες βάρδιες. Μια τέτοια γιατρός είναι η Σάρα, κόρη πλούσιου μεγαλο-γυναικολόγου, μια όμορφη, φιλότιμη γυναίκα που βλέπει τον κόσμο της ν' αναποδογυρίζεται, μέσα από τα σημαδεμένα από τις μάσκες προστασίας μάτια της. Οσο η Σάρα ξημεροβραδιάζεται στο νοσοκομείο όπου δουλεύει, βάζοντας κατά μέρος την προσπάθειά της για εξωσωματική γονιμοποίηση, ο άντρας της, ο γοητευτικός (πάντα, ο Ρικάρντο Σκαμάρτσιο) Λούκα, καθηγητής σε σχολείο που δεν έχει να γεμίσει τη μέρα του παρά με σποραδική τηλεκπαίδευση, βαριέται. Πολύ γρήγορα. Οσο γρήγορα θ' αντικαταστήσει το pornhub που χαζεύει απρόθυμα, με το γλυκοκοίταγμα κι αμέσως την παθιασμένη ερωτική σχέση με τη μυστηριώδη γειτόνισσα, την Αμάντα, την οποία ο σύντροφός της ίσως κακοποιεί και η οποία ξετυλίγει, πάλι γρήγορα, το μοιραίο της πέπλο. Βεβαίως το σχέδιό της θ' απογειωθεί καταστροφικά και βεβαίως ο Λούκα θα τιμωρηθεί για το αμάρτημά του (ή είναι περισσότερα από ένα;).
Προβλέψιμη η πλοκή, αποκτά μια ιδιαιτερότητα - εκτός από τη φωτογένεια του πρωταγωνιστικού ζευγαριού - επειδή ξαναφέρνει στο προσκήνιο, ατμοσφαιρικά και πειστικά, τη μοναξιά της καραντίντας, τους Ιταλούς και τις Ιταλίδες που τραγουδούσαν στα μπαλκόνια τους κι έπαιζαν μπάλα στις ταράτσες, το καθάρισμα των προϊόντων του σούπερ μάρκετ, τις απαγορεύσεις, την έρημη μεγαλούπολη τη νύχτα, δημιουργώντας ένα ύφος επιστημονικής φαντασίας, ακριβώς όπως το ζήσαμε.
Κατά τα άλλα, το θρίλερ κεφαλαιοποιεί τη σκοτεινή αλλά ανάγλυφη φωτογραφία του Φραντσέσκο Ντι Τζιάκομο, την αδειανή Ρώμη που ελπίζουμε να μην ξαναδούμε ποτέ, μια μεγαλοπρεπή και μαζί χειριστική μουσική υπόκρουση κι όλα τα συνηθισμένα τερτίπια για να χτίσει από τη μια αγωνία (αποτυχημένα) κι από την άλλη αισθησιασμό (πετυχημένα). Αν κάτι πραγματικά μένει στη μνήμη από την ταινία, είναι το μικρού μήκους animation του κομίστα Ντονάτε Σανσόνε που, μόνο του, εμπνέει περισσότερα αισθήματα και σκέψεις απ' ό,τι ολόκληρο το υπόλοιπο φιλμ.