To 1999 η ταινία του Μπαχράμ Μπεϊζάι ψηφίστηκε από 150 Ιρανούς κριτικούς και ανθρώπους του σινεμά ως η καλύτερη ιρανική ταινία που γυρίστηκε ποτέ, δίνοντας έτσι το στίγμα ενός καλά κρυμμένου μυστικού του ιρανικού σινεμά που δεν γνώρισε στην εποχή του τη διεθνή επιτυχία που γνώρισαν οι ιρανικές ταινίες όλη τη δεκαετία του ’80 και κυρίως του ’90 και του 2000.
Η ψηφιακή αποκατάσταση της ταινίας που έκανε την πρεμιέρα της και βραβεύτηκε στο τμήμα των κλασικών ταινιών του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 2025 είναι η καλύτερη αφορμή για να ξαναδεί κανείς την ταινία του Μπεϊζάι, να την τοποθετήσει ανάμεσα στις πιο γνωστές υπογραφές του ιρανικού σινεμά και να αναγνωρίσει τα στοιχεία που θα μπορούσαν να την τοποθετήσουν στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες της ιστορίας του.
Το «Bashu, ο Μικρός Ξένος» γυρίστηκε το 1985, εν μέσω του Πολέμου στον Κόλπο για να βγει στις αίθουσες τέσσερα χρόνια μετά, αφού ο Πόλεμος ανάμεσα στο Ιράν και το Ιράκ είχε τελειώσει και οι «προβληματικές» σκηνές της ταινίας μπορούσαν πια να περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής. Είναι η εποχή που το ιρανικό σινεμά άρχισε να ανθίζει μετά από την απόφαση της κρατικής στήριξης, μια ολόκληρη γενιά δημιουργών θα μπορούσε πλέον να κάνει τις ταινίες που ήθελε, αλλά όχι και χωρίς το τίμημα οι ταινίες να συμπλέουν με τις αρχές μιας χώρας που ακόμη και σήμερα μοιάζει να μην ανέχεται την πρόοδο και κάθε είδους «ελευθερία».
Με τον ίδιο τρόπο που η ταινία του Μπεϊζάι δυναμώνει την αντιπολεμική της κραυγή, όσο περισσότερο απομακρύνεται από τα χαρακώματα, τόσο ανεβάζει την ένταση στον μαγικό ρεαλισμό κάθε φορά που επιλέγει να αγνοήσει τη σκληρή πραγματικότητα και τον νεορεαλισμό που αποτελεί τη φύση της.»
Με μόνο μια σκηνή, την αρχική, να διαδραματίζεται θεωρητικά στην εμπόλεμη ζώνη, μια ακόμη λεκτική περιγραφή λίγο αργότερα στην ταινία και την επιστροφή ενός ακρωτηριασμένου άντρα στο φινάλε, τίποτα άλλο στην ταινία του Μπεϊζάι δεν μαρτυρά ότι βρισκόμαστε εν καιρώ πολέμου.
Εκτός ίσως από το κέντρο της ίδιας της ταινίας του, τον μικρό Μπασού, έναν Ιρανό-αφρικανό που μένει ορφανός όταν μια βόμβα ισοπεδώνει το σπίτι του, τυλίγει στις φλόγες τη μητέρα του και σκοτώνει την οικογένεια του. Ο,τι ακολουθεί αυτήν τη πρώτη σκηνή είναι το ταξίδι του Μπάσου στο Βόρειο Ιράν, σε μια περιοχή όπου μιλούν άλλη διάλεκτο από αυτήν που καταλαβαίνει (είναι η πρώτη ιρανική ταινία όπου ακούγεται η διάλεκτος Γκιλάκι), εκεί όπου το μικρό αγόρι θα γίνει το τρίτο παιδί μιας γυναίκας που προσπαθεί να επιβιώσει μόνη της όσο ο σύζυγος της βρίσκεται (χωρίς να το αναφέρει η ταινία) στον πόλεμο.
Με τον ίδιο τρόπο που η ταινία του Μπεϊζάι δυναμώνει την αντιπολεμική της κραυγή, όσο περισσότερο απομακρύνεται από τα χαρακώματα, τόσο ανεβάζει την ένταση στον μαγικό ρεαλισμό κάθε φορά που επιλέγει να αγνοήσει τη σκληρή πραγματικότητα και τον νεορεαλισμό που αποτελεί τη φύση της.
Η προσπάθεια του Μπασού να επικοινωνήσει σε μια γλώσσα που δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει, το χρώμα του που γίνεται θέμα αστείων αλλά και άκρατου ρατσισμού από τους κατοίκους του χωριού, η σχέση του με μια «μητέρα» που γρήγορα θα τον δεχθεί και θα βάλει σε δοκιμασία τον εαυτό της προκειμένου να ανταποκριθεί στο ρόλο που της δόθηκε, κάθε μικρή και μεγάλη σκηνή που στήνει με απλότητα, γοητευτική αφέλεια και μια ωστόσο επιτηδευμένη θεατρικότητα σπάνια για το ιρανικό σινεμά ο Μπεϊζάι - όλα χαρτογραφούν μια χώρα που παλινδρομεί ανάμεσα στις βεβαιότητες και την αμφισβήτηση τους.
Ο Μπάσου είναι ο «μικρός ξένος» που θα δοκιμάσει την κοινωνία του Ιράν, διεκδικώντας στην πραγματικότητα την ένταξη του σε αυτήν, αλλά με τους δικούς του όρους. Θα μάθει τη γλώσσα τους, αλλά θα διδάξει και τη δική του. Θα επιβάλλει το χρώμα του, αλλά χωρίς να γίνει αυτό το χαρακτηριστικό που θα τον κάνει να ξεχωρίσει. Θα ανταποδώσει την εμπιστοσύνη της «μητέρας» του, προστατεύοντας της όπως έκανε και η ίδια γι’ αυτόν. Και θα μπορέσει να πείσει ακόμη και τους πιο δύσπιστους για τη σημασία της αλληλεγγύης σε έναν κόσμο που προτιμά τη μισαλλοδοξία.
Ο Μπεϊζάι αφηγείται την ιστορία του με μικρές, απλές (και συχνά απλοϊκές) στη σύνθεση αλλά πληθωρικές σε συναίσθημα, σκηνές που ξεκινούν πάντα από τον νεορεαλισμό πριν βρουν επαφή με τη φωτεινή αλλά και τη σκοτεινή πλευρά ενός μαγικού ρεαλισμού. Η επαφή με τα ζώα - εδώ και η εύστοχη γλώσσα των πουλιών που γίνεται ο τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα στη νεαρή μητέρα και το παιδί, τα οράματα που βλέπει ο Μπάσου με την πραγματική του μητέρα, ένας λυτρωτικός (και κυριολεκτικά θεραπευτικός) χορός που μοιάζει μεταφυσικός στην πιο φρενήρη σκηνή της ταινίας κάνουν τα επίπεδα της ταινίας να εναλλάσσονται ανάμεσα στην απλότητα της αφήγησης και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης.
Δίνοντας χώρο στην ταινία να πάρει τη θέση της στη μεγάλη αλυσίδα των ιρανικών ταινιών με ήρωες παιδιά που προσπαθούν (αντί ημών) να κατανοήσουν τον κόσμο (και για εμάς).

