Υπάρχει πάντα τρόπος να επισκεφθείς τα αγαπημένα σου «Στέκια»

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 15 MAR  /  Flix Team

Η σειρά που εμπνεύστηκε ο Νίκος Τριανταφυλλίδης και υλοποίησε η Μαρίνα Δανέζη παραμένει ένα από τα λίγα καλά πράγματα που είδαμε τηλεοπτικά την τελευταία πενταετία. Συγκεντρώνουμε όλα τα επεισόδια και ξεκινάμε τις βόλτες - από το σπίτι.

Ηταν Μάιος του 2014, όταν εν μέσω μιας κρίσης που όμοια της δεν είχε γνωρίσει η σύγχρονη ελληνική μεταπολιτευτική ιστορία, μία τηλεοπτική σειρά θεώρησε σωστό να επαναπροσδιορίσει τον αστικό χώρο, συστήνοντας από την αρχή συνήθειες, επαγγέλματα, κουλτούρες και «παραδόσεις» που έδειχναν αν όχι να εξαφανίζονται, τουλάχιστον να επαναπροσδιορίζονται μέσα στην άλλοτε αναγκαία και άλλοτε καταχρηστική βιασύνη της εποχής.

Βασισμένα πάνω σε μια ιδέα του Νίκου Τριανταφυλλίδη, τα «Στέκια» ξεκίνησαν να προβάλλονται στη ΝΕΡΙΤ και συνέχισαν στην ΕΡΤ, μάρτυρες χρόνων που λίγοι ενδιαφέρονταν για πρωτότυπο περιεχόμενο στη δημόσια τηλεόραση. Κέρδισαν όμως φανατικούς θαυμαστές, όχι μόνο λόγω του following που έτσι κι αλλιώς είχε ο δημιουργός τους (έχοντας σκηνοθετήσει μερικά υπέροχα επεισόδια, ο Νίκος Τριανταφυλλίδης θα μας αποχαιρετούσε τον Ιούνιο του 2016) αλλά και της επιμονής της συνδημιουργού και ακούραστης παραγωγού της σειράς, Μαρίνας Δανέζη που επιστράτευσε εκτός από την ίδια και μια ομάδα υπέροχων σκηνοθετών για να δώσουν το δική τους ματιά και να εξελίξουν την αρχική ιδέα.

Κάπως έτσι φτάσαμε από τα βίντεοκλαμπ στα σκεϊτάδικα και σε ένα σύνολο εκπομπών που όλες μαζί αποκαλύπτουν τη μεγάλη εικόνα μιας σειράς που παρακολουθείται με το πάθος και τη νοσταλγία που διαθέτει ένας φαν για κάτι που αγαπάει.

Δείτε παρακάτω την πλειοψηφία των επεισοδίων, τα οποία μπορείτε να βρείτε και στο WebTv της ΕΡΤ.


Το Δισκάδικο | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

Το δισκάδικο: Χώρος συνεύρεσης των «άρρωστων» μουσικόφιλων. Τα ράφια του ορίζουν την «απόλυτη φαντασμαγορία του εσωτερικού χώρου», ενώ οι προθήκες του μοιάζουν με ορθάνοιχτα παράθυρα που βλέπουν προς έναν μαγευτικό μουσικό κόσμο. Το δισκάδικο είναι ο τόπος των αντιθέσεων. Πώς αλλιώς δικαιολογείται η αρμονική συνύπαρξη του Ελβις Πρίσλεϊ με τον Τάκη Καρναβά και του Φρανκ Ζάππα με τους Nirvana και τον ΛεΠα; Τις συγκινητικές, αναπάντεχες και ενδιαφέρουσες ιστορίες βινυλίου μοιράζονται μαζί μας οι άνθρωποι που συνδέονται άμεσα μαζί του.



Λαΐκή Αγορά | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Λεμόνια Πόρου, φιρίκια Πηλίου, λάχανα Χαλκίδας, πατάτες Τρίπολης, ντομάτες Κρήτης. Μυρωδιές στον αέρα. Πανδαισία χρωμάτων, οσμών και γεύσεων που ταξιδεύουν από την γη της παραγωγής στους τόπους της κατανάλωσης. Η λαϊκή αγορά αποτελεί έναν σημαντικό θεσμό στην ιστορία της σύγχρονης πόλης. Τον πρωτοσυναντάμε στα μέσα της δεκαετίας του ΄20 όταν τα κοριτσόπουλα αγοράζουν λουλούδια, οι υπηρετριούλες γεμίζουν το καλάθι της ημέρας και οι κυράδες επιδίδονται σε κοσμικές συναντήσεις. Σταδιακά, στο πέρασμα του χρόνου ο ρυθμός εξέλιξης της λαϊκής αγοράς συνυπάρχει με τις αλλαγές που συντελούνται στο εσωτερικό της νεοελληνικής κοινωνίας.



Το Προποτζίδικο | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Τα πρώτα δελτία του ΠΡΟΠΟ άρχισαν να διατίθενται σε μικρά μαγαζιά όπως γαλατάδικα και ψιλικατζίδικα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά στα τέλη της δεκαετίας του 50. Σταδιακά, τα πρώτα προποτζίδικα εμφανίζονται στις γειτονιές και από τότε μέχρι σήμερα συντροφεύουν αδιαλείπτως τους επίδοξους κυνηγούς της Θεάς Τύχης! Το μικρό ή μεγαλύτερο αντίτιμο του δελτίου συμμετοχής, είναι ένα εισιτήριο στο άγνωστο και μια αφορμή για μία καλημέρα, μία συζήτηση, μία επικοινωνία με τον διπλανό διεκδικητή του «άπιαστου». Τα προποτζίδικα μοιάζουν με «εφήμερες πατρίδες» με μαγικούς τόπους μετάβασης από την μουντή καθημερινότητα στον κόσμο της επιθυμίας μας!



ΡΟΔΟΝ LIVE | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

Ενα φάντασμα πλανιέται στην οδό Μάρνης. Το φάντασμα του ΡΟΔΟΝ LIVE. Οδός Μάρνης 24. Το κτίριο των μεταλλάξεων. Ιστορικός κινηματογράφος B' προβολής και αποθήκη ηλεκτρικών συσκευών. Το 1987 μετατρέπεται στο πρώτο καθαρόαιμο live venue της πρωτεύουσας. Μέχρι πρότινος, οι σποραδικές ροκ συναυλίες πραγματοποιούνταν σε τσίγκινα γήπεδα μπάσκετ και μικροσκοπικά κλαμπάκια άθλιων τεχνικών προδιαγραφών. Το Ρόδον «άνθισε» στις 5 Νοεμβρίου του 1987 σαν φυσική αναγκαιότητα ενός, σχεδόν, έρημου συναυλιακού κήπου που διψούσε για ζωή!



Το Παλαιοβιβλιοπωλείο | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

Τα βιβλία που στριμώχνονται άναρχα στα ράφια ενός παλαιοβιβλιοπωλείου ανοίγουν διαλόγους. Συγγραφείς παλαιότερων και νεότερων εποχών, λησμονημένοι και αναγνωρισμένοι, νεκροί ή ζωντανοί, «συνομιλούν» με τους αναγνώστες τους. Βασική συνθήκη πραγμάτωσης αυτής της ιερής επικοινωνίας είναι η μύηση στην υπέρτατη ιεροτελεστία: εκείνη της αφής, της όσφρησης, της περιπλάνησης στο βιβλίο και τον κόσμο που περικλείει εντός του.



Το Καφενείο | Σκηνοθεσία: Μάρκος Χολέβας

«Από τα μπρίκια του βγαλμένη, η σύγχρονη ιστορία του ελληνικού έθνους.» - Παύλος Παλαιολόγος, δημοσιογράφος | «Από το καφενείο ξεκίνησαν όλα» ισχυρίζεται ο πρόεδρος των καφεπωλών Ιωάννης Κατσόγιαννης. Ο κατεξοχήν κοινωνικός χώρος εμφανίζεται στη δημόσια σφαίρα από τα χρόνια της αρχαίας Αγοράς όταν οι πολίτες συγκεντρώνονταν σε αντίστοιχους χώρους για να ακούσουν τις ειδήσεις της ημέρας. Οι «κοινωνικές μικρογραφίες» του ελληνισμού διατρέχουν αδιαλείπτως την ιστορία του λειτουργώντας ως «παρατηρητήρια» και ως «αναβατήρες» που μερικές φορές υψώνουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις αλλά και ως οι πλέον ταυτόσημοι χώροι με την έννοια της παρέας. Ήχοι, μυρωδιές και συναισθήματα κατακλύζουν αυτά τα «ζωντανά κέντρα» που δεσπόζουν επιβλητικά σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και της επαρχίας.



Το Σπίτι του Ηθοποιού | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Ηθοποιοί: Οι μίμοι, οι άλλοτε αποσυνάγωγοι, οι θεατρίνοι, τα «περιπλανώμενα μπουλούκια». Είναι εκείνοι που ζουν πολλές ζωές χωρίς να πληρώνουν το τίμημα που η κάθε μια από αυτές κουβαλά μαζί της. Για την συντηρητική ελληνική κοινωνία το επάγγελμα του ηθοποιού θεωρούταν κατακριτέο. Μόλις την δεκαετία του ΄30 ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά από το σχετικό αίτημα δέχεται να εκδώσει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού. Ετσι, δημιουργούνται οι πρώτες σχολές Δραματικής Τέχνης και εκδίδεται αυτόματα το εισιτήριο στο όνειρο!



Το Ταξί | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Από την άμαξα στο αυτοκίνητο, οι άρχοντες (και αρχόντισσες) της ασφάλτου, δεν απουσίασαν ποτέ από τους δρόμους του αστικού τοπίου αλλά και της επαρχίας. Γενιές ταξιτζήδων ανατράφηκαν στο τιμόνι και βρέθηκαν να το κρατούν από τύχη, ανάγκη ή καθαρή επιλογή. Πιστοί στο ραντεβού τους με το επιβατικό κοινό οι οδηγοί ταξί μετατρέπουν, μοιραία, το όχημά τους στο κατεξοχήν «κινούμενο στέκι». Το ταξίμετρο γράφει την ταρίφα, το κοντέρ αμέτρητα χιλιόμετρα, ενώ οι οδηγοί καταγράφουν στην μνήμη τους αμέτρητες ιστορίες και περιστατικά από την επαφή τους με τους θαμώνες – επιβάτες. «Υπουργοί, εγκληματίες, γυναίκες ελευθέρων ηθών, φτωχοί, μεθυσμένοι, στριφνοί και χαρούμενοι» παρελαύνουν από το ταξί συνθέτοντας ένα πολύχρωμο ανθρώπινο γαϊτανάκι.



Λέσχες Φίλων | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Ενα αναπόσπαστο τμήμα της νεανικής κουλτούρας. Ενας οικείος τόπος γι’ αυτούς που μοιράζονται ένα κοινό πάθος, το ίδιο «κόλλημα». Ενα εντευκτήριο κοινωνικότητας και ανιδιοτελούς αγάπης. Στις λέσχες φίλων οι άνθρωποι συσπειρώνονται γύρω από ένα κοινό ενδιαφέρον, έρχονται σε επαφή και σφυρηλατούν ισχυρούς δεσμούς. Τα μέλη τους προέρχονται από διαφορετικές ηλικίες, κοινωνικές τάξεις και συνιστώσες. Η διαφορετικότητά τους σμίγει με την πιστή προσήλωσή τους στο «αντικείμενο λατρείας» και έτσι η ομάδα αποτελεί ένα αρμονικό σύνολο αποτελούμενο από ετερόκλητα συστατικά (μέλη) που αναπτύσσουν εκλεκτικές συγγένειες.



To Bar “Au Revoir” | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

Το μπαρ «Au Revoir» άνοιξε την πόρτα του το Μάρτιο του 1958 και από τότε δεν την έκλεισε ποτέ. Για τους πιστούς, τα δύο αδέλφια, Λύσανδρος και Θόδωρος Παπαθεοδώρου, είναι οι οινοπνευματικοί ηγέτες της νυχτερινής Αθήνας, ενώ η μπάρα του εμβληματικού μπαρ λειτουργεί σαν ιερός τόπος συνάντησης και εξομολόγησης. Το «Au Revoir» φιλοτεχνήθηκε από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, έναν από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της σύγχρονης Ελλάδας σύμφωνα με τα πρότυπα της γαλλικής αισθητικής. Ο Προβελέγγιος είναι για τον Λύσανδρο και τον Θόδωρο όχι μόνο ο δημιουργός του μπαρ, αλλά και ένας ποιητής της ζωής που τους εξασφάλισε έναν ζωντανό χώρο τέχνης, με τη φωτογραφία του να δεσπόζει σαν εικόνισμα δίπλα στα μπουκάλια της κάβας.



Τo Facebook | Σκηνοθεσία: Νίκος Πάστρας

To Facebook: Πεδίο επικοινωνίας ή αποξένωσης; Χώρος ψευδαίσθησης ή εναλλακτική μορφή διαμεσολάβησης; Μέσο κοινωνικοποίησης για τους μοναχικούς, ιδανική εστία για τους νάρκισσους, τα «φρικιά», τους αμφισβητίες, τους ροκάδες, τους λαϊκούς, τους νέους, τις μαμάδες και τους μπαμπάδες τους: Eνας αλάνθαστος κοινωνιολογικός τόμος σε συνέχειες!Γοητευτικός, ετερόκλητος και αντιφατικός, ο χώρος του Facebook αποτελεί ένα διάλειμμα από την καθημερινότητα έναν «πειρατικό διαδικτυακό σταθμό», «μια καθημερινή εφημερίδα».



Στοές της Πόλης | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

Οι στοές της Αθήνας μοιάζουν με την ανοιχτή παρένθεση στην πολύβουη μεγαλούπολη και με παρασκήνια της κεντρικής αστικής σκηνής. Είναι η φωλιά για τους αργόσχολους, ένα σύντομο πέρασμα για τους βιαστικούς αλλά και ένας τόπος που άλλοτε έσφυζε από ζωή.



Σχολή Χορού | Σκηνοθεσία: Νίκος Πάστρας

Η απελευθέρωση, η απενοχοποίηση και η έκφραση είναι έννοιες ταυτόσημες με τον χορό. Eτσι, μοιραία, οι σχολές χορού ορίζουν τον ιδανικό τόπο για όσους θέλουν να δραπετεύσουν για λίγο από την ανία της καθημερινότητας. Αποχωριζόμενοι για λίγο τα συμβατικά ρούχα, οι απανταχού χορευτές και χορεύτριες (επαγγελματίες και μη) φορούν τα κοστούμια και τα παπούτσια του χορού. Από την πρώτη μελωδία, οι αισθήσεις ξυπνούν, τα κορμιά συντονίζονται, το πνεύμα και η ψυχή παραδίδονται άνευ όρων σε μια ακαταμάχητης γοητείας ιεροτελεστία: την μαγεία της χορευτικής κίνησης.



Η Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

Μια νέα «θρησκεία» με φανατικούς οπαδούς; Μια «νεανική τρέλα» με παθολογικά αίτια; Μια «επιδημία» που παρασέρνει νέους και νέες σε «εξαλλότητες» με «ιδιάζουσα θρασύτητα»; Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 το Ροκ εντ Ρολ εισβάλει στην ανυποψίαστη πρωτεύουσα και έκτοτε τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.



Ντισκοτέκ | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

«Καρυάτιδες», «Video», «Jacky O», «Boom Boom», «Barbarella». Αμέτρητες ντισκοτέκ ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τα παιδιά της σούζας, της βάτας, της νεανικής αφέλειας και αθωότητας. Το «λούνα παρκ των μεγάλων» τα έχει όλα: Πολύχρωμα φώτα, ντισκομπάλες, καθρέφτες, δυνατή ρυθμική μουσική και την πίστα της απογείωσης! Χορευτικές φιγούρες και ρυθμικά μπλουζ, νεανικά φλερτ, άγριες κόντρες με μηχανάκια, εκτυλίσσονταν στον χώρο των ντίσκο μετατρέποντάς τες στο απόλυτο νεανικό στέκι.



Τα Βιντεοκλαμπ | Σκηνοθεσία: Φωκίων Μπόγρης

Αν η εμφάνιση της τηλεόρασης καθιέρωσε το μαγικό κουτί ως καρδιά της ελληνικής οικογένειας τότε το βίντεο σίγουρα αποτέλεσε το αίμα στις φλέβες της. Στις αρχές της δεκαετίας του '80, η εμφάνιση του VHS ήρθε να αντιπαραθέσει στην συντηρητική πολιτική μιας τηλεοπτικής πραγματικότητας δύο καναλιών με περιορισμένο πρόγραμμα, την ελευθερία στις ώρες θέασης, την ποικιλία στις επιλογές ταινιών, την ανάδειξη νέων κινηματογραφικών ειδών, με άλλα λόγια, την απαρχή αυτού που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως home entertainment.



Το Στούντιο Δερματοστιξίας – Το Τατουατζίδικο | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

«Το τατουάζ είναι ένα φάρμακο εναντίον του ψυχικού Alzheimer.» ~ Κάλλη Χαραλαμπίδη, ψυχολόγος | Το στίγμα. Το σημάδι. Η υπενθύμιση. Η υπέρβαση. Η αρχή της απελευθέρωσης. Η σάρκωση της ενσάρκωσης. Ενα εν εξελίξει, κινούμενο ζωντανό ημερολόγιο. Η καταγραφή των στιγμών και των παθών. Το τατουάζ ορίζεται ως ένα σταθερό σημείο αναφοράς σ’ έναν κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά μεταβαλλόμενο κόσμο. Η ιστορία της προέλευσής του χάνεται στα βάθη του χρόνου και των πολιτισμών, ωστόσο ανέκαθεν απηχούσε το αίσθημα του ανήκειν, προσδίδοντας ρόλους και ταυτότητα στα μέλη της εκάστοτε κοινωνίας που επέλεγαν να χαράξουν ανεξίτηλα το κορμί τους.



Τα Προβάδικα | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

«Τα προβάδικα για τη μουσική είναι ό,τι η αλάνα για το ποδόσφαιρο!» - Μιχάλης Καφαντάρης, σκηνοθέτης | «Ο χώρος του προβάδικου μοιάζει σαν το Καθαρτήριο της “Θείας Κωμωδίας” του Δάντη». Για τους πιστούς της μουσικής, ανεξαρτήτως του είδους που υπηρετούν, το προβάδικο είναι ένας χώρος τελετουργίας, ένας ιδιότυπος Κήπος των Μυστηρίων που εξασφαλίζει την ελεύθερη είσοδο στον πολυαναμενόμενο Παράδεισο της Μουσικής



Νταλίκες | Σκηνοθεσία: Δώρα Μασκλαβάνου

«Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά / τριγυρνάνε οι νταλίκες στην Αθήνα / στα λιμάνια, στους σταθμούς, στην αγορά / ό, τι ψάχνεις στη ζωή να βρεις ξεκίνα.» - «Με τα φώτα νυσταγμένα» (1982) | Η νταλίκα δεν μεταφέρει απλά ό,τι παράγεται και μεταφέρεται. Μοιάζει με το μέσο που, διασχίζοντας την άσφαλτο, ενώνει κόσμους, συντηρεί ακέραιους τους καημούς και κατασκευάζει για τους νταλικέρηδες τον μύθο ενός νοσταλγικού φυγάδα, εκείνου που φεύγει, ταξιδεύει, υπομένει και πάντα επιστρέφει.



Το Γυμναστηρίο | Σκηνοθεσία: Γιάννης Χαριτίδης

«Το σώμα σου είναι ο ναός όπου η Φύση ζητά να τη λατρεύουν.» - Μαρκήσιος Ντε Σαντ (1740-1814), Γάλλος συγγραφέας | Το καλλίγραμμο σώμα: Η αποθέωση του ωραίου. Η ευρωστία. Ο κώδικας της ύψιστης αισθητικής. Το όχημα του ερωτισμού.



Το Γραφείο Συνοικεσίων | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

«Ο έρωτας είναι θέμα Φυσικής, ο γάμος είναι θέμα Χημείας.» - Αλέξανδρος Δουμάς, Γάλλος συγγραφέας | Ο επιτυχημένος γάμος, μεταπολεμικά, ορίζει την απόλυτη ενσάρκωση του «ελληνικού ονείρου»



Το Χάραμα | Σκηνοθεσία: Κυριάκος Αγγελάκος

Το Χάραμα: Ενα κέντρο μακριά από το κέντρο αλλά μέσα στην καρδιά όλων εκείνων που πέρασαν ένα βράδυ της ζωής τους εκεί και που ακούγοντας τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου και τον Παπαϊωάννου γίνονταν αυτόπτες μάρτυρες της μουσικής ιστορίας που γραφόταν κάθε βράδυ εκεί και που αργότερα έγινε μύθος. Ο μύθος του «Χαράματος» ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και γιγαντώνεται την ανατολή της δεκαετίας του ’70, όταν ο Βασίλης Τσιτσάνης ανεβαίνει στο πάλκο. Ίσως κανένας άλλος χώρος της εποχής δεν εσώκλειε τέτοια μυστηριακή ενέργεια, δεν ανέδιδε τέτοιον ερωτισμό, δεν εγκιβώτιζε τόσο πηγαία κάθε λογής συναισθήματα και δεν εξομοίωνε διαφορετικές ηλικίες, κοινωνικές τάξεις και «κάστες ανθρώπων».



Το Βαριετέ – Από τη Μάντρα του Αττίκ ως το Αναψυκτήριο | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη | 30/11/2017

«Το βαριετέ: ένα είδος ψυχαγωγίας που πάντα προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στη θεατρική παραδοξολογία και στο αλλόκοτο θέαμα, ανάμεσα στην τέχνη και την αφέλεια.» - Κώστας Μυλωνάς, Συνθέτης, συγγραφέας | Στις αρχές του 20ού αιώνα ένα νέο είδος θεάματος κάνει την εμφάνισή του με το φιλοθεάμον κοινό να το υποδέχεται ένθερμα και εγκάρδια.



Τα Κομμωτήρια | Σκηνοθεσία: Μάρκος Χολέβας | 07/12/2017

«Η γυναίκα έχει μόνο μία δυνατότητα να είναι όμορφη, ενώ έχει χίλιες δυνατότητες να είναι ελκυστική.» - Μοντεσκιέ, Γάλλος στοχαστής | Αν το κυνήγι της ομορφιάς γίνεται με «ένοπλα» μέσα, τότε το κομμωτήριο είναι το επιτελικό στρατηγείο για την κατάκτησή της. Μικρά και μεγάλα βαζάκια, φιαλίδια, σωληνάρια που κλείνουν μέσα τους τα μυστικά της «μεταμόρφωσης», βούρτσες, χτένες είναι μόνο μερικά από τα όπλα που επιστρατεύονται για την κατάκτησή της. Σε περίοπτη θέση πιστολάκια, ψαλίδια αλλά και έντυπα μόδας και στυλ που γλυκαίνουν την αναμονή στους βολικούς και φιλόξενους καναπέδες τους. Και γύρω-γύρω οι καθρέφτες: οι σιωπηλοί επιτηρητές της «μεγάλης αλλαγής».



Τα ΚΑΠΗ - Λέσχες Φιλίας | Σκηνοθεσία: Δώρα Μασκλαβάνου | 21/12/2017

«Το να γερνάς είναι μια κακή συνήθεια που ένας πολυάσχολος άνθρωπος δεν έχει χρόνο να αποκτήσει.» - Αντρέ Μορουά, Γάλλος συγγραφέας | Τα άτομα της τρίτης ηλικίας δείχνουν να ασφυκτιούν στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους, νιώθοντας εγκλωβισμένοι μέσα στις πιτζάμες, στα νυχτικά και στις παντόφλες. Για το λόγο αυτό κάνουν τη «Μεγάλη Εξοδο», ξεμακραίνουν από το σπίτι και κατευθύνονται προς τα Κέντρα Ανοιχτής Προστασίας ή αλλιώς Λέσχες Φιλίας.



Κλαρίνα | Σκηνοθεσία: Νίκος Τριανταφυλλίδης

«Το δημοτικό τραγούδι είναι όπως η όπερα. Στο δημοτικό τραγούδι δεν πας ν’ ακούσεις το σουξέ. Πας ν’ ακούσεις την τέλεια εκτέλεση.» - Γιάννης Μητρόπουλος, Διευθυντής Mega Recording Studios | Μιλώντας για τα «κλαρίνα» μιλάμε για έναν κόσμο που μεγαλούργησε όλον το 20ο αιώνα. Δημοτικά κέντρα, πανηγύρια, καλλιτεχνικές συμπράξεις «ιερών τεράτων» (μουσικών και τραγουδιστών) και μια πλούσια δισκογραφία συνθέτουν αυτό που αποκαλείται δημοτική μουσική παράδοση. Στις αρχές της δεκαετίας του 50 η εσωτερική μετανάστευση θα στερούσε από τους επαρχιώτες της Αθήνας την απαραίτητη γι αυτούς αναφορά στις ρίζες και τους ήχους της υπαίθρου. Σταδιακά, το κέντρο της Ομόνοιας, ήλθε για να καλύψει αυτό το κενό ταυτότητας με την άφιξη των δημοτικών κέντρων που ξεπηδούσαν στους κοντινούς της δρόμους. Ο θρυλικός «Έλατος», η «Βοσκοπούλα», το «Βελούχι» η «Γκόλφω», το «Ελληνικό Χωριό» και αρκετά ακόμη θα φιλοξενούσαν εμβληματικούς τραγουδιστές και οργανοπαίκτες του δημοτικού και θα χάριζαν στους θαμώνες τους μια οικεία αίσθηση «του ανήκειν», μια μυρωδιά χωριού, μια ζώσα μνήμη. Έτσι, τα «κλαρίνα» της Ομόνοιας λειτουργούσαν σαν ιδιότυπα στέκια επιστροφής στο χωριό τα οποία δεν απευθύνονταν μόνο στους επαρχιώτες αλλά και στους ανθρώπους της πόλης οι οποίοι αναζητούσαν μια διέξοδο σε τόπους αυθεντικής λαϊκότητας.



Πλατεία Αβήσσυνίας | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

«Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις και στις ελπίδες.» - Γεώργιος Δροσίνης, Ποιητής, πεζογράφος | Στην καρδιά της Αθήνας, σ’ ένα μικρό οικοδομικό τετράγωνο, η ιστορία συναντά το παρόν και οι αναμνήσεις αναβιώνουν στοιβαγμένες σε βιτρίνες, πάγκους και ράφια. Η πλατεία Αβησσυνίας αποτελεί μια χρονοκάψουλα, όπου «η νέα εκδοχή του παρόντος τροφοδοτείται από το παρελθόν». Η έννοια του παζαριού και των μικρομάγαζων (που ορίζουν το αθηναϊκό εμπορικό κέντρο) εμφανίζονται από την αρχαιότητα και διατηρούνται στην πορεία των χρόνων παρέα με τις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, αποτελώντας, ωστόσο, αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής κουλτούρας.



Η Καντίνα | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

«Η κοιλιά προηγείται της ψυχής» - Τζορτζ Όργουελ, Βρετανός συγγραφέας | Το παλλόμενο φως της επιγραφής «ΑΝΟΙΧΤΟ» που θα συναντήσει κανείς σχεδόν σε όλες τις καντίνες είναι, το λιγότερο, ανακουφιστικό για κάθε ξενύχτη που αναζητεί εναγωνίως ένα γρήγορο και νόστιμο «μεταβραδινό». Τα «Στέκια» πραγματοποιούν ένα νυχτερινό γαστριμαργικό ταξίδι στις καντίνες της Αθήνας, συναντούν τους ανθρώπους τους, μαθαίνουν τα μυστικά του καλού «βρώμικου» και διαπιστώνουν ότι ένας ταξιτζής, μία δημοσιογράφος, ένας συγγραφέας και ένας Παοκτζής έχουν κάτι κοινό: περιμένουν το ίδιο καρτερικά στην ουρά για ένα σάντουιτς με «απ’ όλα»!



Τα Διανυκτερεύοντα | Σκηνοθεσία: Φωκίων Μπόγρης

Νύχτα: η ονειρομάνα. Η αρχή της παρεξήγησης. Το γόνιμο πεδίο για τη γέννηση της «καψούρας». Το ασφαλές απάγκιο των μοναχικών και των κατατρεγμένων. Η «αγία προστάτιδα» της υπερήφανης εργατικής τάξης, εκείνης που υφαίνει το γοητευτικό της πέπλο στα μάτια και στο φαντασιακό των παρατηρητών της.



Τα Βούρλα | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, αρχίζει ο εποικισμός του Πειραιά από νησιώτες και το μικρό ψαροχώρι αρχίζει να μεταμορφώνεται. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1830, όταν ιδρύεται ο Δήμος του Πειραιά και όπως σε κάθε λιμάνι πρώτο μέλημα είναι ο περιορισμός της παραβατικότητας και της πορνείας. Ο τόπος εξοβελισμού σύμφωνα με το εκ Γαλλίας δόγμα της «ανοχής και επιτήρησης» προσδιορίζεται, πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, σε μια ελώδη περιοχή από την οποία είχε πάρει το όνομά της. Τα «Βούρλα», στο περιθώριο του αστικού τοπίου αλλά και της ηθικής ζωής, εγκαινίαζαν την ανάδυση μιας άγριας πόλης με «ενδημικά στοιχεία» τους καβγάδες, τα ναρκωτικά, την εξαθλιώση και τον αγοραίο έρωτα.



Το Συνεργείο Αυτοκινήτων | Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κοτσέλης

«I got a brand new car / And I like to drive real hard / I got a brand new car / And I’m feeling good so far» - Μικ Τζάγκερ, Κιθ Ρίτσαρντς | Το αυτοκίνητο, με την έλευσή του στην Ελλάδα, όρισε (μαζί με το ποδόσφαιρο) το απόλυτο σύμβολο της ανδρικής ταυτότητας. Αυτή η παραδοχή μετέτρεψε αυτόματα το συνεργείο αυτοκινήτων ως τον κατεξοχήν ανδροκρατούμενο χώρο. Ο «μάστορας», που κληρονόμησε την τέχνη του από τον πατέρα, το θείο, τον αδελφό, ήταν ο οικοδεσπότης που, μαζί με τους βοηθούς του, δημιούργησαν μια «μικροκοινωνία», ένα ιερό άβατο, στο οποίο δεσπόζει η αγάπη και το μεράκι για το αυτοκίνητο.



Η Τρούμπα | Σκηνοθεσία: Χρήστος Σαρρής

«Όποτε συναντώ πόρνες, δεν μιλούν ποτέ για σεξ. Θέλουν να μάθουν για την ψυχή και τον Θεό. Συναντώ επίσης ασκητές και μοναχούς, και όταν βρεθούμε μόνοι, ρωτούν μόνο για σεξ». Όσο (Μπαγκουάν Σρι Ραζνίς), 1931-1990, Ινδός γκουρού. Η δημόσια τρόμπα νερού για την τροφοδοσία των πλοίων που τοποθετείται στο λιμάνι του Πειραιά τη δεκαετία του 1860, παραφράζεται στη συνέχεια σε «Τρούμπα». Το κέντρο της περικλείεται από τις οδούς Φίλωνος, Νοταρά, Σκουζέ και 2ας Μεραρχίας, ενώ ανέκαθεν υπήρξε πολυφυλετική, πολύβουη και πολυπρισματική: το καμάρι του Πειραιά, κατά τις πρωινές ώρες και η ντροπή του, κατά τις βραδινές.


Τα Σκεϊτάδικα | Σκηνοθεσία: Χρήστος Σαρρής

«Στο skateboarding ποτέ δεν είσαι μεγαλύτερος από τους ίδιους τους δρόμους.» Ρομπ Ντιρντέκ, Αμερικανός πρώην επαγγελματίας skateboarder | Αμερική, δεκαετία του ’50. Tο ευρέως γνωστό και αγαπημένο windsurfing δίνει τη θέση του στο νεοφερμένο «skateboard». Μια ξύλινη σανίδα, με τέσσερις μικρούς πλαστικούς τροχούς, γίνεται το νέο μέσο «διαφυγής» από την αστική συμβατικότητα και το skating συνδέεται με τρόπο μοναδικό με την κουλτούρα του δρόμου. Οι πρώτοι Έλληνες skaters αρχίζουν να τσουλάνε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ερχονται σε επαφή με τα «Αμερικανάκια» της Γλυφάδας (οι γονείς των οποίων εργάζονταν στην Αμερικανική Βάση), κοπιάρουν τα τρικ τους και αναζητούν εναγωνίως (από όσους φίλους έρχονται από το εξωτερικό) τις μαγικές σανίδες! Σιγά-σιγά διαμορφώνονται οι πρώτες αυτοσχέδιες ράμπες και δημιουργούνται τα πρώτα «Στέκια» των skaters!



Τα Καφενεία Επαρχιωτών | Σκηνοθεσία: Δώρα Μασκλαβάνου

«Είμαι συνεπαρμένος από το ότι η μυρωδιά και η γεύση μιας απλής κούπας καφέ μπορεί να συνδέσει ανθρώπους και να δημιουργήσει μια κοινωνία.» - Χάουαρντ Σουλτζ, επιχειρηματίας | Στο πλάι των αθηναϊκών δρόμων ξεφυτρώνουν οι μικρές επαρχιακές πατρίδες. Είναι τα καφενεία επαρχιωτών, που στέκουν περήφανα για να υποδεχτούν τους θαμώνες τους. Οι χώροι αυτοί δημιουργήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους για να ανακουφίσουν τη νοσταλγία από την έλλειψη της πατρίδας και να ενώσουν εσωτερικούς μετανάστες και ντόπιους. Ετσι, μέσα από τα καφενεία, οι θαμώνες τους δημιουργούν μεταξύ τους εκλεκτικές συγγένειες και ισχυρούς δεσμούς φιλίας.



Η Μπουάτ | Σκηνοθεσία: Νίκος Πάστρας

Στις αρχές του 60 το ορμητικό «Νέο Κύμα» έρχεται (μέσω της κινηματογραφικής «Nouvelle Vague») από τη Γαλλία για να ταράξει τα ελληνικά μουσικά ύδατα. Ο χώρος που θα φιλοξενήσει αυτό το νέο μουσικό είδος είναι η μπουάτ. Ενα μικρό, μουσικό κουτί. Λιτό, απέριττο, άμεσο και αληθινό. Οι μπουάτ στεγάζονταν στην Πλάκα, στη συνοικία των Θεών. Η μουσική ποιότητα και η ιδιαίτερη ενέργεια που χαρακτήριζαν τη μουσική των μπουάτ ξεκινούσαν από την οδό Θόλου, κατηφόριζαν τα σκαλοπάτια της Μνησικλέους και κυριαρχούσαν σε όλο το μήκος και πλάτος της «Οδού των Ονείρων».



Η Πισίνα | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Ανθρωπος και νερό μπορούμε να πούμε πως συνδέονται με μια σχέση διαχρονική και διαπολιτισμική. Ετσι από την αρχαία μυθολογία και τις θρησκείες ανά τον κόσμο μέχρι τα σύγχρονα ρεύματα της κοινωνικής βιολογίας και ψυχολογίας το νερό εμφανίζεται ως σύμβολο της ζωής και του θανάτου, του εξαγνισμού και της καθαρότητας της ψυχής, συνδέεται με την χαλάρωση και την αναψυχή, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ίσως τον σημαντικότερο συνδετικό δεσμό του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Για αυτό και η έννοια της πισίνας δεν εξαντλείται στο γνωστό στις μέρες μας ιδιωτικό σύμβολο πλουτισμού και επίδειξης.



Το Ψιλικατζίδικο | Σκηνοθεσία: Μάρκος Χολέβας

«Ενα είδος πολυτελείας γίνεται είδος πρώτης ανάγκης αν το έχει ο γείτονάς σου.» - Ανώνυμος | Αν παρομοιάζαμε την κάθε γειτονιά μ’ ένα λιμάνι, τότε το ψιλικατζίδικο θα ήταν, δικαιωματικά, ο φάρος της.



Τα Jazz Club | Σκηνοθεσία: Κυριάκος Αγγελάκος

«Μπορείς να παίξεις μουσική και με ένα κορδόνι παπουτσιών αν είσαι αληθινός.» - Τζον Κολτρέιν, Αμερικανός σαξοφωνίστας της τζαζ. | Οι χώροι όπου παίζεται η μουσική τζαζ μοιάζουν με μουσικά παρεκκλήσια. Οι πιστοί-θαμώνες τους προσέρχονται με ευλάβεια για να παρακολουθήσουν τους μουσικούς να επιδίδονται σε μια ύψιστη μυσταγωγική τελετή.



Το Πατσατζίδικο | Σκηνοθεσία: Μαρίνα Δανέζη

Ο πατσάς: Ενα κοκτέιλ δηλητηρίων; Η «λύση» για τη συνέχιση της νύχτας με «ένοπλα μέσα» ή ένα υψηλής μαγειρικής τέχνης έδεσμα φτιαγμένο αποκλειστικά για μερακλήδες; Οπως και να νοηματοδοτείται ένα είναι σίγουρο: Το πατσατζίδικο αποτελεί αυτή την αταξική γκρίζα ζώνη που έλκει σαν μαγνήτης τους καλλιτέχνες, την εργατιά, το λούμπεν και την μπουρζουαζία! Το πατσατζίδικο ορίζει μια όαση αυθεντικής λαϊκότητας σε ένα αστικό τοπίο που πλαισιώνεται από ανέκφραστους, απρόσωπους και, μάλλον, αντιαισθητικούς χώρους εστίασης και διασκέδασης. Οι άνθρωποι του πατσατζίδικου γνωρίζουν καλά τα μυστικά και την καταγωγή που αυτή η ιδιαίτερη σούπα κουβαλά μαζί της και που αποτελεί το «μήλον της έριδος» μεταξύ των Αθηναίων και Θεσσαλονικιών ειδικών του πατσά. Άραγε ποιοι από τους δύο κατέχουν καλύτερα την τέχνη της; Η μέρα σμίγει με τη νύχτα και οι τεχνίτες του πατσά με τους θαμώνες.



Δείτε ακόμη: 15+ ταινίες για 15 μέρες στο σπίτι

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.