Στη νέα ταινία του Νικόλα Δημητρόπουλου «Μη Γελάτε, Θα Σας Δει ο Κόσμος» που προβάλλεται στο Newman Cinema στις 27 και 28 Απριλίου και σε όλη την Ελλάδα, η Μαρία Αποστολακέα και η Μαντώ Γιαννίκου υποδύονται δύο αδελφές που δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους, με διαδρομές ζωής που δεν συναντιούνται παρά μόνο μοιραία και σε μια συνθήκη διαρκής σύγκρουσης.
Η μία είναι ανεξάρτητη, θέλει να είναι ελεύθερη, δεν την ενδιαφέρει ο κοινωνικός περίγυρος και βρίσκεται σε μια φάση της ζωή της που πρέπει να διαχειριστεί μια αναπάντεχη εγκυμοσύνη. Η άλλη είναι ήδη μητέρα μιας έφηβης κόρης, ενδιαφέρεται πολύ για το «τι θα πει ο κόσμος», διαχειρίζεται το πένθος για το θάνατο του συζύγου της και προκρίνει τη θρησκεία ως οδηγό και πυξίδα για τις αποφάσεις της.
Η Μαρία Αποστολακέα και η Μαντώ Γιαννίκου μιλούν στο Flix για τις ομοιότητες και διαφορές που έχουν για τις ηρωίδες τους, για τη θρησκεία, τα κοινωνικά κεκτημένα που μοιάζουν να κινδυνεύουν στην εποχή μας. Συμφωνούν και οι δύο πως τους προκαλεί αμηχανία η φράση «γυναικεία ταινία» και διατηρούν την πίστη τους στο σινεμά και την Τέχνη, ακόμη και όταν όλα συνηγορούν εναντίον τους.
Μαρία Αποστολακέα και Μαντώ Γιαννίκου με τον Νικόλα Δημητρόπουλο στα γυρίσματα
Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στο σενάριο του «Μη Γελάτε, Θα σας Δει ο Κόσμος»;
Μ.Α.: Το ότι ο Νικόλας μετουσίωσε σε σενάριο συζητήσεις μας και προβληματισμούς μας και κατάφερε να κάνει κουβέντες μεταξύ φίλων να πάρουν τη μορφή ταινίας, που συγκίνησε άλλους ανθρώπους. Iσως γιατί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο είναι ζητήματα που όλοι μας έχουν σκεφτεί σε κάποια φάση της ζωής μας.
Μ.Γ.: Το βασικό στοιχείο που με γοήτευσε και με συγκίνησε πολύ όταν διάβασα το σενάριο, ήταν η τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο Νικόλας όλους τους χαρακτήρες στην ιστορία του «Μη Γελάτε, Θα σας Δει ο Κόσμος». Δεν υπάρχουν εδώ «καλοί» και «κακοί», δίκαιοι ή άδικοι, στερεοτυπικά μονόπλευροι χαρακτήρες, που γράφτηκαν απλά και μόνο για να πλαισιώσουν την κεντρική ιστορία της Μαρίας. Κάθε πλάσμα της ταινίας φέρει τον δικό του κόσμο, είναι πολύπλευρο και πολύπλοκο –όπως είμαστε όλοι οι άνθρωποι άλλωστε- και διανύει τη δική του διαδρομή με τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της. Και νομίζω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον και όμορφο να παρατηρείς το πώς διασταυρώνονται και αλληλεπιδρούν απλές ανθρώπινες ζωές κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Εμπλέκεσαι, νιώθεις οικεία, πιθανώς να συναντήσεις στα πρόσωπα της ταινίας στοιχεία του εαυτού σου ή των ανθρώπων του περιβάλλοντός σου. Το σύμπαν του Νικόλα είναι βαθιά ανθρώπινο και τρυφερό (όπως και ο ίδιος) και, ταυτόχρονα, με μπόλικη δόση χιούμορ, το οποίο θεωρώ απολύτως αναγκαίο στη ζωή
Πως χτίσατε η κάθε μια τις αποχρώσεις του ρόλου της και πώς τις αντιθέσεις μεταξύ σας; Ποιες ήταν οι οδηγίες του σκηνοθέτη για τους ρόλους;
Μ.Α.: Βγήκαν όλα πολύ φυσικά, κυρίως γιατί το σενάριο είχε κάτι πολύ ανθρώπινο, οι χαρακτήρες δεν ήταν καθόλου μονοδιάστατοι. Και ίσως γι’ αυτό νομίζω ότι στο τέλος τους κατανοείς και (ίσως) τους συμπαθείς κάπως όλους. Οι οδηγίες του Νικόλα ήταν ‘’τελείωνε και παίξε αυτό που γράφει!!’’ Πέρα απ’ την πλάκα, δεν χρειάστηκε να πει πολλά, το σενάριο έδινε την κατεύθυνση του πού να πάμε.
Μ.Γ.: Κατ’ αρχάς, η πρώτη συνάντηση που κανόνισε ο Νικόλας για να γνωριστούμε η Μαρία κι εγώ, ήταν σε ένα καφέ στην Κυψέλη, όπου μιλήσαμε πολύ περισσότερο για άλλα πράγματα παρά για την ταινία. Ισως να μοιάζει αφελές, αλλά προσωπικά με αφορά –εάν είναι εφικτό- να δημιουργώ δεσμούς με τους ανθρώπους με τους οποίους πρόκειται να αφηγηθούμε από κοινού μια ιστορία. Με γοητεύει να ανακαλύπτουμε παρέα τον κώδικα επικοινωνίας μας, να χτίζουμε σταδιακά και διακριτικά εκείνο το πλαίσιο, μέσα στο οποίο οι ρόλοι θα μπορέσουν να υπάρξουν όσο πιο «ολόκληροι» γίνεται. Και σε αυτό βοηθάει, νομίζω, η ίδια η ζωή. Σε δεύτερο χρόνο, όταν πλέον μπήκαμε στη διαδικασία προβών, συζητήσαμε πολύ οι τρεις μας τις ξεχωριστές πορείες των δύο αυτών κοριτσιών, το παρελθόν τους, τις κομβικές στιγμές που τις καθόρισαν και προσπαθήσαμε να τους δώσουμε τον όγκο και τη γείωση αληθινών ανθρώπων. Οι όποιες αντιθέσεις μεταξύ τους, λοιπόν, προέκυψαν αβίαστα και οργανικά, ως απόρροια μιας ολόκληρης ζωής που τις διαμόρφωσε μέχρι το σημείο που τις συναντάμε στην τανία. Ο Νικόλας μας έδωσε τις κατευθύνσεις που είχε κατά νου, αλλά ως επί το πλείστον ήταν συγκινητική η εμπιστοσύνη που έδειξε στο πώς η καθεμία θα προσεγγίσει το ρόλο της, αφήνοντας πολύ μεγάλη ελευθερία στο πώς θα διαχειριστούμε το υλικό μας.
Η Μαρία Αποστολακέα με τον Ακύλλα Καραζήση στα γυρίσματα
Πόσο κοντά και πόσο μακριά είστε η κάθε μια στην ηρωίδα που υποδύεστε;
Μ.Α.: Με τον χαρακτήρα της Μαρίας, είμαστε συνονόματες, συνομήλικες και έχουμε τα ίδια νεύρα. Είναι πιο ελεύθερη και λιγότερο συντηρητική. Η Μαντώ απ’την άλλη είναι πολύ πιο διαφορετική απ’τον χαρακτήρα που υποδύεται. Έχει όμως την ίδια τρυφερότητα.
Μ.Γ.: Οι άνθρωποι που με γνωρίζουν καλά, δεν σταματούν να με πειράζουν και να μου επισημαίνουν το πόσο «κόντρα ρόλος» είναι η Έλενα για μένα. Είμαι αγνωστικίστρια, φοβερά αθυρόστομη, φωνακλού, έντονη και εξωστρεφής, δεν έχω παντρευτεί και δεν έχω παιδιά. Οπότε το να υποδυθώ μια γυναίκα χήρα, μάνα, που βρήκε αποκούμπι στη θρησκεία, που σταδιακά υιοθέτησε συντηρητικές απόψεις και που βγαίνει από τα ρούχα της όταν ακούει την αδερφή της να βρίζει, είναι μέχρι και σήμερα ένας καλός λόγος να μου κάνουν «καζούρα». Όταν διάβασα το σενάριο, ένιωσα ότι πολύ περισσότερα πράγματα με συνδέουν με τη Μαρία, παρά με την Έλενα. Αυτό, φυσικά, μου φάνηκε ιδιαιτέρως γοητευτικό, γιατί απολαμβάνω να εξερευνώ υποκριτικά περιοχές φαινομενικά άγνωστες ή πολύ μακριά από μένα. Στην πορεία, όμως, αναζητώντας τρόπους να κατανοήσω και να δικαιώσω μέσα μου αυτήν την γυναίκα, διαπίστωσα ότι τα κοινά μας στοιχεία είναι πολύ περισσότερα από όσα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Οι αγωνίες, οι φόβοι, τα προβλήματα και οι χαρές των ανθρώπων είναι, σε μεγάλο βαθμό κοινά -ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πάντα προφανές. Τελικά, συναντήθηκα και αγάπησα πολύ αυτό το πλάσμα και, για άλλη μια φορά, διαπίστωσα ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που διαμορφώνουν τις ζωές μας, οι άνθρωποι δυνητικά είμαστε ικανοί για τα πάντα.
Αρχίζουν οι γυναίκες (επιτέλους) να αποκτάνε πια, δυνατότερη φωνή. Και μόνο που το λέω αυτό, συνειδητοποιώ πόσο τρομακτικό είναι ότι το συζητάμε. Εχουμε όμως ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας για να μπορέσουν και οι γυναίκες να αρχίσουν να δημιουργούν χωρίς να έχουν στο επίκεντρο της δημιουργίας τους το ότι είναι γυναίκες. Το ότι είναι γυναίκες να είναι ένα από τα χαρακτηριστικά τους, να μην είναι το μόνο.» - Μαρία Αποστολακέα
Η Μαρία Αποστολακέα στα γυρίσματα
Είναι το «Μη Γελάτε, Θα σας Δει ο Κόσμος» μια γυναικεία ταινία; Τι σημαίνει για εσάς γυναικεία ταινία;
Μ.Α.: Είναι μια ταινία για μια γυναίκα που μένει έγκυος, δεν ξέρω αν αυτό την καθιστά γυναικεία ταινία. Θα έλεγα περισσότερο ότι είναι μια ταινία για ανθρώπους που κάπως βασανίζονται, είτε είναι άντρες είτε γυναίκες.
Η αλήθεια είναι ότι δεν πολυκαταλαβαίνω τον όρο γυναικεία ταινία. Οταν βλέπουμε ταινίες με γυναίκες πρωταγωνίστριες λέμε συνήθως ότι είναι γυναικεία ταινία. Δεν έχω ακούσει ποτέ να αποκαλούμε ανδρική ταινία μια ταινία με άντρες πρωταγωνιστές. Γυναικεία ταινία, ανδρικά παιχνίδια, κοριτσίστικα πράγματα, είναι όροι που πάντοτε μου προκαλούσαν κάποια αμηχανία.
Μ.Γ.: Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω καταλήξει μέσα μου τι σημαίνει για μένα ο όρος «γυναικεία ταινία», δεν ξέρω αν τον καταλαβαίνω. Ειδικά στην Τέχνη, αναρωτιέμαι αν και σε ποιο πλαίσιο προσφέρουν κάτι τέτοιες διακρίσεις και κατηγοριοποιήσεις. Το «Μη Γελάτε, θα σας Δει ο Κόσμος» είναι μια ανθρώπινη ταινία, φτιαγμένη από και για ανθρώπους. Όσο με αφορά η ιστορία της Μαρίας, άλλο τόσο μετακινούμαι και από την ιστορία του Μιχάλη και με συγκινεί ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνουν οι δυο τους να συνδεθούν και να μοιραστούν εύθραυστα και ευάλωτα κομμάτια του εαυτού τους. Οι ιστορίες και η βαθιά ανάγκη για Συνάντηση και Συμπόρευση, ανήκουν σε όλους τους ανθρώπους, ασχέτως φύλου. Μπορεί κάποιες θεματικές, όπως η κύηση ή η έκτρωση, να μοιάζουν φαινομενικά «γυναικεία» ζητήματα, αλλά η γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε να μας αφορά όλους. Και για να μην παρεξηγηθώ, είμαι κάθετα ενάντια και πολέμια όλων εκείνων των «φωνών» που αρνούνται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, που παρεμβαίνουν στο τι είναι σωστό και τι λάθος αναφορικά με το γυναικείο σώμα, που προσπαθούν να επιβάλλουν αυτό που θεωρούν «ηθικά σωστό», που καταπιέζουν και καταδυναστεύουν και κατακεραυνώνουν οτιδήποτε διαφοροποιείται από τη δική τους κοσμοθεωρία. Αυτοί με βρίσκουν απέναντί τους. Αλλά είμαι της άποψης πως οτιδήποτε ανθρώπινο πρέπει να είναι υπόθεση όλων μας. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει, ενίοτε, να σιωπήσω και να παραμερίσω το Εγώ μου, ώστε να ακούσω πραγματικά τον Αλλο,
Υπάρχει τελικά διαφορά ανάμεσα στο βλέμμα ενός άντρα και μιας γυναίκας όταν αυτή βρίσκεται πίσω από την κάμερα;
Μ.Α.: Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε έναν άντρα και σε έναν άλλο άντρα, ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Ο κάθε σκηνοθέτης φέρει το φύλο του, την καταγωγή του, την τάξη του, τη σεξουαλικότητά του, τα τραύματά του, τις εμμονές του, την αισθητική του. Νιώθω ότι όταν ψάχνουμε να βρούμε τις διαφορές, υποσυνείδητα προσπαθούμε να υπονομεύσουμε την μια ή την άλλη πλευρά. Για μένα υπάρχει διαφορά κάθε φορά που αλλάζει το βλέμμα που βρίσκεται πίσω από την κάμερα, ό,τι βλέμμα κι αν είναι αυτό.
Μ.Γ.: Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, οπότε η ματιά του, είτε πίσω από την κάμερα είτε οπουδήποτε αλλού, θα αποτυπώσει, περισσότερο ή λιγότερο, τη μοναδικότητα αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στα πράγματα είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων: της οικογένειας μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, του τόπου καταγωγής μας, του μορφωτικού μας επιπέδου, του φύλου μας, των βιωμάτων μας, των εμπειριών μας και πάει λέγοντας. Και φυσικά όλοι μαζί ζούμε βουτηγμένοι μέσα στην καπιταλιστική πατριαρχία, που καθορίζει σε συντριπτικό βαθμό τις ζωές μας. Η διαφορά, λοιπόν, που εντοπίζω εγώ στο βλέμμα των ανθρώπων, δεν είμαι αμιγώς έμφυλη, είναι πολυπαραγοντικής φύσης. Δεν είναι, ας πούμε, λίγες οι φορές που συναντώ γυναίκες πολύ πιο αλλοτριωμένες από το πατριαρχικό μοντέλο από κάποιους άντρες. Το φύλο μας μάς διαφοροποιεί φυσικά. Αλλά αυτό που εν τέλει έχει για μένα σημασία, είναι η στάση που επιλέγουμε να κρατήσουμε απέναντι στον κόσμο και στους ανθρώπους. Είμαστε πολιτικά όντα και φέρουμε ευθύνη απέναντι στον Εαυτό μας και τον Άλλο, όποιο κι αν επιλέγουμε να είναι το φύλο μας.
Ναι, είναι αποκαρδιωτικό και εξοργιστικό το να πρέπει να συζητάμε σήμερα για το προφανές, αδιαπραγμάτευτο και αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της. Ναι, είναι φρικτό και χυδαίο να ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωπες με περιστατικά έμφυλης βίας, παρεμβατικότητας, κακοποίησης, καταπίεσης και χειραγώγησης. Ναι, είναι πολλές οι φορές που, προσωπικά, χάνω την υπομονή μου, τα επιχειρήματα στερεύουν, η οργή με πνίγει και ξυπνούν ένστικτα βίας για το άδικο που βιώνουμε. Αλλά όλα αυτά είναι ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά ερμηνεύσιμα, οπότε δεν θα έπρεπε, όσο δύσκολο κι αν είναι, να πέφτουμε κάθε φορά από τα σύννεφα.» - Μαντώ Γιαννίκου
Η Μαντώ Γιαννίκου στα γυρίσματα
Πόσο διαφορετικά βλέπουμε τη γυναίκα σήμερα στην τέχνη και στην κοινωνία; Βλέπετε διαφορές με το παρελθόν;
Μ.Α.: Αρχίζουν οι γυναίκες (επιτέλους) να αποκτάνε πια, δυνατότερη φωνή. Και μόνο που το λέω αυτό, συνειδητοποιώ πόσο τρομακτικό είναι ότι το συζητάμε. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από το παρελθόν, αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι καλά τα πράγματα. Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας για να μπορέσουν και οι γυναίκες να αρχίσουν να δημιουργούν χωρίς να έχουν στο επίκεντρο της δημιουργίας τους το ότι είναι γυναίκες. Το ότι είναι γυναίκες να είναι ένα από τα χαρακτηριστικά τους, να μην είναι το μόνο.
Μ.Γ.: Οι διαφορές που εντοπίζουμε στην Τέχνη είναι, νομίζω, πιο εύκολα διακριτές και σε μεγάλο βαθμό ενδεικτικές και για το κοινωνικό γίγνεσθαι της κάθε εποχής και του κάθε τόπου. Ανάλογα την εποχή, μπορεί κανείς να διακρίνει το πώς μετατοπίζονται τα πρότυπα ομορφιάς, πώς διαφοροποιείται ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία και πάει λέγοντας. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, πάντως, σε σχέση με το μακρινό παρελθόν, είναι ότι οι γυναίκες μπορούν, πλέον, να μιλάνε οι ίδιες για τη Γυναίκα. Δεν χρειαζόμαστε υποχρεωτικά κάποιον ποιητή να γράψει για μας, κάποιον ζωγράφο να μας ζωγραφίσει, κάποιον σύζυγο να μας υποστηρίξει, κάποιον αδερφό να προστατεύσει την τιμή μας. Τα καταφέρνουμε μια χαρά μόνες μας. Τώρα μένει να ακουστούμε κιόλας επί της ουσίας.
Το γυναικείο σώμα, η αυτοδιάθεση του, τα δικαιώματα που έχει η γυναίκα πάνω του. Πως νιώθετε για το γεγονός πως συζητήσεις που θεωρούσαμε ότι έχουν κλείσει, ανοίγουν ξανά και ξανά σε μια προσπάθεια οπισθοδρόμησης;
Μ.Α.: Είχαν όντως κλείσει πραγματικά αυτές οι συζητήσεις;
Μ.Γ.: Μελετώντας κανείς ιστορικά την ανθρώπινη πορεία ανά τους αιώνες, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται που κύκλοι αγώνων και διεκδικήσεων ανοιγοκλείνουν αενάως. Ναι, είναι αποκαρδιωτικό και εξοργιστικό το να πρέπει να συζητάμε σήμερα για το προφανές, αδιαπραγμάτευτο και αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της. Ναι, είναι φρικτό και χυδαίο να ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωπες με περιστατικά έμφυλης βίας, παρεμβατικότητας, κακοποίησης, καταπίεσης και χειραγώγησης. Ναι, είναι πολλές οι φορές που, προσωπικά, χάνω την υπομονή μου, τα επιχειρήματα στερεύουν, η οργή με πνίγει και ξυπνούν ένστικτα βίας για το άδικο που βιώνουμε. Αλλά όλα αυτά είναι ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά ερμηνεύσιμα, οπότε δεν θα έπρεπε, όσο δύσκολο κι αν είναι, να πέφτουμε κάθε φορά από τα σύννεφα. Δεν έχει νόημα να επεκταθώ τώρα στο πώς και γιατί είναι φτιαγμένος ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Το μόνο πράγμα που υπενθυμίζω στον εαυτό μου καθημερινά είναι ότι δεν είμαι μόνη και ότι, μαζί με τους ανθρώπους και για τους ανθρώπους που αγαπώ, θα σταματήσω να προσπαθώ και να πιστεύω σε καλύτερες μέρες μόνο όταν πεθάνω.
Η Μαρία Αποστολακέα στα γυρίσματα
Η ταινία επιχειρεί να ανοίξει μια συζήτηση γύρω από την εύκολη κριτική που ασκούμε ο ένας στον άλλον. Η προσπάθεια προσέγγισης του άλλου χωρίς προκαταλήψεις και ανοιχτό μυαλό είναι ένα βήμα προς μια πιο σωστή επικοινωνία;
Μ.Α.: Είναι ένα βήμα προς μια πιο σωστή κοινωνία. Αλλά μια κοινωνία δίκαιη, με πολίτες ίσους και ελεύθερους, με ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγεία, μια κοινωνία με κατανόηση στη διαφορετικότητα, δεν ξέρω καν αν υπήρχε και στα Αρκουδάκια της Αγάπης. Μάλλον δεν είμαστε φτιαγμένοι για να έχουμε δίκαιες κοινωνίες. Μιλάμε για απόλυτη αποτυχία!
Μ.Γ.: Μα, αδιαμφισβήτητα. Δεν είχα αντιληφθεί ότι η ταινία ανοίγει συζήτηση γύρω από την εύκολη κριτική, δεν μπορώ να πω ότι κάποιος από τους χαρακτήρες προβαίνει εύκολα και «αβασάνιστα» σε κριτικές άνευ επιχειρημάτων, αλλά σε κάθε περίπτωση, το ανοιχτό μυαλό και ο σεβασμός είναι προΰπόθεση για να συνεννοηθούμε στοιχειωδώς οι άνθρωποι.
Η θρησκεία παίζει κεντρικό ρόλο στην ταινία. Ποια είναι η σχέση σας μαζί της; Πότε πιστεύετε ότι η πίστη βγαίνει εκτός ορίων και μετατρέπεται σε θρησκοληψία;
Μ.Α.: Για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι η θρησκεία παίζει κεντρικό ρόλο στην ταινία. Θα έλεγα ότι η μοναξιά είναι αυτή που κυριαρχεί. Και η μοναξιά βρίσκει πολλούς τρόπους για να ανακουφιστεί. Ενας απ’αυτούς είναι η θρησκεία. Αυτό συμβαίνει στον χαρακτήρα που υποδύεται η Μαντώ. Οταν προσπαθεί να επιβληθεί μια άποψη με τη βία, όταν δεν υπάρχει καμία κατανόηση για την απέναντι πλευρά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι έχει πάει γενικά αρκετά λάθος.
Μ.Γ.: Δεν θα έλεγα ότι η θρησκεία παίζει κεντρικό ρόλο στην ταινία ή, τουλάχιστον, όχι σημαντικότερο από άλλα ζητήματα που θίγονται. Το γεγονός ότι η Έλενα έχει στραφεί στη θρησκεία μετα τον χαμό του συζύγου της, δεν νομίζω ότι ανοίγει διάλογο γύρω από τη θρησκεία αυτή καθαυτή. Περισσότερο νομίζω ότι αναδεικνύεται η διαφορετικότητα των δύο αδερφών, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο διάβα της ζωής τους καθώς και η προσπάθειά τους (που εκπορεύεται από βαθιά αγάπη και τρυφερότητα της μίας προς την άλλη) να βρουν ξανά το νήμα της σχέσης τους.
Εγώ μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πίστη στα θεία, αλλά μακριά από φανατισμούς και θρησκοληψίες. Έχω πολλές τρυφερές μνήμες από την παιδική μου ηλικία που με συνδέουν με θρησκευτικά δρώμενα, όπως το Πάσχα στο Αγρίνιο, τον τόπο καταγωγής της μητέρας μου. Παρόλα αυτά, την περίοδο της εφηβείας μου, στο πλαίσιο της αμφισβήτησης και της εξερεύνησης του προσωπικού μου δρόμου, απαρνήθηκα την πίστη της οικογένειάς μου. Πλέον, δηλώνω αγνωστικίστρια. Τα παραδείγματα των καταστρεπτικών συνεπειών της θρησκοληψίας είναι πανταχού παρόντα σε κάθε πτυχή της ζωής μας και τα αποστρέφομαι.
Η Μαντώ Γιαννίκου στα γυρίσματα
Το ανεξάρτητο ελληνικό σινεμά επιμένει, ο κόσμος όμως δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για τις ελληνικές ταινίες. Γιατί πιστευτέ ότι συμβαίνει αυτό;
Μ.Α.: Το κράτος δεν ενδιαφέρεται. Και το ότι το ελληνικό σινεμά επιμένει, σημαίνει ότι ο κόσμος είναι εκεί. Ζούμε σε μια χώρα που για να κάνεις τέχνη ή είσαι πολύ πλούσιος ή τελείως ανισόρροπος. Δεν ξέρω, στα Αρκουδάκια της Αγάπης έκαναν σινεμά; Ίσως οι δυσκολίες δίνουν κάποιες φορές ώθηση να δημιουργήσεις. Απ’την άλλη, μόνο δυσκολίες αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα. Είναι συγκινητικό που οι άνθρωποι εξακολουθούν να θέλουν να κάνουν το ο,τιδήποτε και απ’την άλλη βαθιά εξοργιστικό, που υπάρχει τέτοια υποτίμηση σε ό,τι δεν αφορά το κεφάλαιο και το real estate. Δεν ξέρω, μπερδεύτηκα τώρα, απάντησα στην ερώτηση;
Μ.Γ.: Ισως είναι εσφαλμένη – ή υπερβολικά ρομαντική- η άποψή μου, αλλά δεν αισθάνομαι ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τις ελληνικές ταινίες. Θα ήθελα να πιστεύω ότι ο κόσμος αγαπά και θα εξακολουθήσει να αγαπά τον κινηματογράφο. Πιστεύω, όμως, ότι οι συνθήκες διαβίωσης έχουν δυσκολέψει σε τέτοιο βαθμό, που ακόμα και ένα εισιτήριο των 8 ευρώ δεν είναι δεδομένο ότι μπορούν όλοι να το πληρώσουν. Οι άνθρωποι πασχίζουν να ζήσουν, με το ζόρι βγάζουν τα προς το ζην, μπορούν άραγε να σηκώσουν κι άλλα έξοδα; Εφόσον απαξιώνεται η ζωή μας, δεν είναι λογικό να περνούν κρίση και οι τέχνες; Τα ίδια συζητάμε και στο θέατρο, όπου παίζουμε σε άδειες πλατείες. Εάν ο κόσμος δεν έχει να φάει, δυστυχώς το πρώτο που θα στερηθεί είναι όλα όσα μας υποχρεώνουν να αντιμετωπίζουμε ως «περιττές πολυτέλειες.
Το «Μη Γελάτε, Θα σας Δει ο Κόσμος» του Νικόλα Δημητρόπουλου θα προβάλλεται στο Newman Cinema στις 27 και 28 Απριλίου και σε όλη την Ελλάδα.
Μυρτώ Αποστολακέα και Μαντώ Γιαννίκου στο γύρισμα με τον Διευθυντή Φωτογραφίας Γιώργο Ραχματούλιν
