Tο ντοκιμαντέρ της Μπράιντι Ο’ Κόνορ σε βγάζει από την ειδάλλως κοπιαστική εργασία να απαριθμήσεις όλα όσα κάνουν την Μπάρμπαρα Χάμερ μια χωρίς προηγούμενο και σχεδόν χωρίς επόμενο εμβληματική φιγούρα της LGBTQ+ κοινότητας και ταυτόχρονα μια από τις σπουδαιότερες πρωτοπόρους της κινηματογραφικής avant-garde. Ο τρόπος με τον οποίο την γνωρίζεις μέσα από τα προσωπικά της αρχεία σε μια γραμμική αλλά κυρίως συναισθηματική αφήγηση, φέρνει κάτι από ένα σχεδόν αδιάκριτο διάβασμα ενός ξένου ημερολογίου, που ευτυχώς όμως η Μπάρμπαρα Χάμερ αποφάσiσε από πολύ νωρίς πως μπορεί να ανήκει σε όλους.
Ετσι έζησε, έτσι δημιούργησε το ογκώδες έργο της και έτσι πέθανε η γυναίκα που «γεννήθηκε όταν έγινε λεσβία» και «ξαναγεννήθηκε» ως δημιουργός, φεμινίστρια και ως άνθρωπος όταν γύρισε την πρώτη της ταινία, το «Schizy» το 1968. Θα ξαναγεννιόταν ακόμη μία φορά το 2006, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο των ωοθηκών, μια στιγμή που αποδείχθηκε καθοριστική όχι μόνο για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε πλέον τη ζωή, αλλά και για τη στάση της απέναντι στο δικαίωμα στον θάνατο.
Η νεαρή Μπάρμπαρα Χάμερ
Εκ των υστέρων και με μοναδικό σημείο αναφοράς την απόλυτα ακέραια στάση της, καλλιτεχνική και βιωματική σε μια πρωτοφανή σύνδεση που ξεπερνά την έννοια της πρωτοπορίας, το έργο της μπορεί να ιδωθεί σαν μια γιορτή της ζωής που - ευτυχώς - εμπεριέχει το θάνατο. Μια γιορτή ελεύθερη, ανεξάρτητη, αγωνιστική, ερωτική, σωματική, αισθησιακή, ανεπιτήδευτη, πειραματική όσο και η ίδια η ζωή της Μπάρμπαρα Χάμερ, στο περιθώριο μιας americana που στη δική της περίπτωσή της επιβιώνει μόνο ως θρύλος και αξιοζήλευτη εμπειρία μαζί.
Αν και αναπόσπαστο κομμάτι του έργου της, το βιογραφικό της - από τον πρώτο της γάμο με άντρα μέχρι τη συνειδητοποίηση της ότι είναι λεσβία, και από εκεί στις πρώτες ταινίες και τις σχέσεις της που υπήρξαν η κάθε μια η αφορμή για ένα νέο κεφάλαιο στην φιλμογραφία της - μοιάζει εδώ με έναν οδηγό επιβίωσης που διαπερνά εποχές, δεκαετίες και την ίδια την ιστορία του σύγχρονου σινεμά. Εναν οδηγό που τελικά παραδίδεται οριστικά στην μεγάλη, συλλογική ανάγνωση της LGBTQ+ Βίβλου που δεν θα γραφόταν ποτέ, αν γυναίκες σαν την Μπάρμπαρα Χάμερ δεν είχαν σταθεί γυμνές μπροστά στην κάμερα, διεκδικώντας χώρο, ταυτότητα και δικαίωμα ύπαρξης για μια ολόκληρη κοινότητα.
Οι ταινίες μου συχνά χαρακτηρίζονται οραματικές, όμως εγώ δεν είμαι οραματίστρια. Ζω τη λεσβιακή μου ζωή. Δεν περιμένω. Η ζωή μου είναι το όραμά μου. Καταγράφοντας αυτό που άλλοι θα αποκαλούσαν οραματικό - και εγώ θα αποκαλούσα «δραστικό» - ελπίζω να πυροδοτήσω τη φαντασία του κοινού.»
Μπάρμπαρα Χάμερ
Τρίτη, όπως υποστηρίζει η ίδια, λεσβιακή ταινία φτιαγμένη από λεσβία στην ιστορία του σινεμά (οι άλλες δυο είναι οι δικές της «Α Gay Day» του 1973 και το «I Was / I Am» του 1973), το «Dyketactics» θα έβαζε μια Bolex ανάμεσα στα γυμνά σώματα δύο γυναικών, καταγράφοντας με ευθύ, βαθιά συναισθηματικό, αλλά και τελικά επαναστατικό τρόπο τα πρώτα δείγματα γραφής της Μπάρμπαρα Χάρις. Μια ταινία ταυτόχρονα ακτιβιστική και βαθιά προσωπική, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το βλέμμα όσων στέκονται απέναντι της αλλά ταυτόχρονα και βαθιά (με την έννοια της πρωτοπορίας) πειραματική.
«Μια λεσβιακή ταινία δεν θα ακολουθήσει μια παραδοσιακή ιστορία. Θα ανακατέψει λίγο τα πράγματα ώστε να βρει χώρο το queerness να υπάρξει, να μπορέσει να περιγράψει έναν τρόπο ζωής στον οποίο δεν είναι απαραίτητο να ακολουθείς κανόνες», έλεγε η Χάμερ όταν προσπαθούσε να εξηγήσει σε τι ακριβώς συνίσταται ο πειραματισμός στο έργο της, δίνοντας σχεδόν για πρώτη φορά στην ιστορία μια λογική αιτία για την ύπαρξη του μη mainstream, μη μαζικού, μη straight κινηματογράφου.
Αν πειραματιζόμαστε με τις ζωές μας και με τον τρόπο που θέλουμε να ζήσουμε, τότε οι ταινίες μας και η τέχνη μας πρέπει να είναι πειραματική. Να σπάει τις παραδόσεις και να σε κάνει να σκέφτεσαι έξω από τα όρια. Ετσι είναι ο τρόπος με τον οποίο θέλω να ζήσω τη ζωή μου.»
Dyketactics, 1974
Double Strength, 1978
Και έτσι έκανε σινεμά σε όλες τις επόμενες δεκαετίες, ρεμιξάροντας φεμινιστικά μανιφέστα με λεσβιακές ονειρώξεις και κοινωνικό ακτιβισμό που ξεπερνούσε τα (στενά) όρια της LGBTQ+ κοινότητας πριν αυτή υπάρξει ως τέτοια. Το «Nitrate Kisses» του 1992, πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία είναι ένα πρωίμο σημερινό film essay - συμπλήρωμα στο αρχειακό κενό της queer (μη) Ιστορίας. Αρχειακό υλικό, συνεντεύξεις από ομόφυλα ζευγάρια, σκηνές από το πρωτοπόρο «Lot in Sodom» του 1933 έφεραν το φιλμ να χαρακτηριστεί περήφανα ως «ομοερωτικό τερατούργημα» από ακροδεξιές οργανώσεις που ζήτησαν λογαριασμό για τη χρηματοδότηση που πήρε η Χάμερ για να κάνει την ταινία.
Nitrate Kisses, 1992
Αν το «Nitrate Kisses» απάντησε στο «Ποιος γράφει τελικά την Ιστορία αυτού του κόσμου;», - ερώτημα που σήμερα μοιάζει εκτός από επαναδιαπραγματεύσιμο και επείγον ως αίτημα πολλών μειονοτήτων, η Μπάρμπαρα Χάμερ συνέχισε και να θέτει ερωτήσεις και να δίνει απαντήσεις. Εχοντας αρνηθεί αποφασιστικά να διαλέξει ανάμεσα στο ψευδές δίληημα αν θα είναι λεσβία ή avant-garde, η Χάμερ υπήρξε και τα δύο, κινηματογραφίστρια ως ερωμένη, μετατρέποντας κάθε σχέση της σε ένα φιλμικό ξέσπασμα και τη ζωή της με τον καρκίνο μια νέα πρόκληση: «Δεν παλεύω με τον καρκίνο. Ζω με αυτόν.»
A Horse is Not a Metaphor, 2008
Το 2008 κινηματογράφησε αυτή τη ζωή στο «A Horse is Not a Metaphor», βρίσκοντας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η ίδια ομορφιά στις αχτίδες του ήλιου την ώρα της χημειοθεραπείας ή στη βόλτα με ένα άλογο όταν η θεραπεία έχει τελειώσει. Ηταν όμως μια αδιαλλειπτη πορεία γενναίας αντίδρασης στη μοίρα που έφερε την Μπάρμπαρα Χάμερ ήδη από πολύ νωρίς στη ζωή της να μπορέσει να δημιουργήσει ερήμην των εποχών που κανονικά θα την αγνοούσαν μια ορατή ευθεία γραμμή που οι μόνες της διαθλάσεις ήταν το παιχνίδι με το φως και το χρώμα που τόσο λάτρευε. Το γυμνό της σώμα, ανάγκη και δήλωση μαζί, είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής μιας φιλμογραφίας που διεκδικεί ήδη δικαιώματα που ακόμη και σήμερα μοιάζουν σε κίνδυνο.
Το έργο της, φτιαγμένο από μικρές και μεγάλες περιπέτειες («Ο θάνατος είναι κάτι που δεν έχω βιώσει ακόμη ως περιπέτεια») μοιάζει - τι ειρωνία - σήμερα πιο ζωντανό και ζωογόνο από ποτέ, κόντρα σε όσους θα δήλωναν πως έχει πλέον ξεπεραστεί από την εποχή του. Με μεγαλύτερη (αισθητική, καλλιτεχνική) διακήρυξη όλων το «Η αγάπη είναι η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις» που σε κάνει να επαναπροσδιορίσεις πολλά από τα δεδομένα σου για τη σημασία της επαφής ως καταλύτη σε ένα ρηξικέλευθο καλλιτεχνικό έργο.
H Μπάρμπαρα Χάμερ με τη σύντροφό της, Φλόρι Μπερκ
Στο ντοκιμαντέρ της «Barbara Forever», που ενσωματώνει και το τελευταίο λήμμα που η Χάμερ ενσωμάτωσε στο μεγάλο λεξιλόγιο της τέχνης της: τη θνητότητα, η Μπράιντι Ο’ Κόνορ εμπιστεύεται με κλειστά μάτια την Μπάρμπαρα Χάμερ και έτσι την αφήνει να αφηγηθεί μόνη της - και μαζί με τη σύντροφο της ζωής της Φλόρι Μπερκ - τη ζωή (και το θάνατό) της. Οπως το έκανε σε όλο της το έργο που μένει να ανακαλυφθεί ξανά και ξανά από γενιές που μεγαλώνουν και δίνουν τη θέση τους σε άλλες.
Πέρα από τη ματαιοδοξία και την υστεροφημία που υπήρξαν οι μεγάλες νίκες της Χάμερ σε έναν κόσμο που λίγο μετά το θανατό της είχαμε γράψει ιδανικά πως θα την αγνοούσε δύο φορές «και ως γυναίκα και ως κινηματογραφίστρια», προσθέτουμε στην ιδανική αυτή κινηματογραφική (αυτο)βιογραφία της μια υπέροχη λίστα συμβουλών σε νέους κινηματογραφίστές:
«Να πιστεύεις στον εαυτό σου. Μην ακούς κανέναν άλλο. Ακολούθησε τη δική σου διαίσθηση - η διαίσθηση μπορεί να είναι απλώς μια μικρή σπίθα, εμπιστεύσου την. Μην σκέφτεσαι τη φήμη, μην σκέφτεσαι το σύστημα των γκαλερί στον κόσμο της τέχνης - εγώ δεν το έκανα. Τελικά με βρήκε αργότερα στη ζωή μου. Να έχεις φίλους στον κόσμο της τέχνης - αυτό αρχίζει να συμβαίνει και σε μένα τώρα. Μην ξοδεύεις χρήματα σε αυτοκίνητα και σπίτια, δεν τα χρειάζεσαι. Αν πραγματικά σε ικανοποιεί η δημιουργία του έργου σου και αυτό σε γεμίζει ουσιαστικά, δεν έχεις ανάγκη τα υπόλοιπα πράγματα που ο πολιτισμός σου λέει ότι χρειάζεσαι. Απόλαυσέ το. Μην το κάνεις αν δεν σου δίνει ευχαρίστηση. Εχουμε μόνο μία ζωή και είναι σύντομη, γι’ αυτό να χαρίζεις στον εαυτό σου απόλαυση. Οχι κάθε πτυχή της δουλειάς σου δεν θα είναι ευχάριστη, αλλά η βασική - αν αγαπάς το μοντάζ, αγάπα το γύρισμα - κάν’ το επίκεντρο του ενδιαφέροντός ςου. Αν αγαπάς τον τρόπο που το χρώμα απορροφάται στο μαλακό χαρτί, άφησέ το να συμβεί, άφησέ το να ρέει.»
Μπάρμπαρα Χάμερ
Η Μπάρμπαρα Χάμερ πέθανε το Μάρτιο του 2019 σε ηλικία 79 ετών. Βρισκόταν σε παρηγορητική φροντίδα (palliative hospice care), ενώ αγωνίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής της για την ενημέρωση γύρω από το θάνατο με αξιοπρέπεια. Ο νόμος Medical Aid in Dying Act που η Χάμερ πάλεψε για να ψηφιστεί, δίνει τη δυνατότητα σε ενήλικες ασθενείς με τελικού σταδίου νόσο (προσδόκιμο ≤ 6 μήνες) να ζητήσουν φαρμακευτική αγωγή για να τερματίσουν τη ζωή τους υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ψηφίστηκε φέτος το 2026 και θα αρχίσει να εφαρμόζεται τους επόμενους μήνες.
Δείτε εδώ ένα απόσπασμα από το έργο "Vintage Beinecke" με φωτογραφίες της Χάμερ με ρούχα και αντικείμενα από την προσωπική της συλλογή. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην ομιλία της «The Art of Dying or (Palliative Art Making in the Age of Anxiety» στο Μουσείο Whitney της Νέας Υόρκης.
«Επέλεξα τον κινηματογράφο και το βίντεο ως μέσο για να κάνω το αόρατο ορατό. Οποιοσδήποτε μπορεί να αποκλειστεί από την ιστορία. Νιώθω την ανάγκη να αποκαλύψω και να αναδείξω ανθρώπους που βρίσκονται περιθώριο, των οποίων οι ιστορίες δεν έχουν ειπωθεί. Ενας πολυεπίπεδος κινηματογράφος που τους εμπλέκει σωματικά και διανοητικά ενεργοποιεί το κοινό μου. Θέλω οι θεατές να φεύγουν από την αίθουσα με νέες αντιλήψεις και με το θάρρος να υιοθετούν ενεργές και πολιτικές στάσεις υπέρ της κοινωνικής αλλαγής σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον.»
Το ντοκιμαντέρ «Barbara Forever» θα κάνει την πανελλήνια πρεμίερα του στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Δείτε εδώ ένα μικρό δείγμα από το έργο της Μπάρμπαρα Χάμερ:
