Φεστιβάλ / Βραβεία

Το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το βλέμμα του Flix | Ημέρα 6η | Ωρα για θαύματα

στα 10

Η ομάδα του Flix, στη Θεσσαλονίκη και online, επιλέγει όλα όσα ξεχώρισαν την Τρίτη, 9 Νοεμβρίου, έκτη ημέρα του #TIFF62.

Flix Team
Το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το βλέμμα του Flix | Ημέρα 6η | Ωρα για θαύματα
(φωτό @ yupsanaki)

Το 62ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συνεχίζεται με διαρκή προσέλευση καλεσμένων από Ελλάδα και εκτός, με τον καιρό να το πηγαίνει προς κρύο και τις αίθουσες της διοργάνωσης να δίνουν το στίγμα με ταινίες που συζητιούνται μέσα και έξω από αυτές.

tiff62

Το Flix βρίσκεται στο 62ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να παρακολουθήσει ταινίες, να γράψει γι' αυτές και να καταγράψει την αίσθηση της «επιστροφής στο σπίτι». Μείνετε συντονισμένοι εδώ.

tiff62

Masterclass: Πάνος Βουτσαράς | «Παράλληλο μοντάζ vs. Cross Cutting»

O μοντέρ Πάνος Βουτσαράς παρέδωσε την Τρίτη 9 Νοεμβρίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, το πρώτο από τα masterclasses που θα διεξαχθούν στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματος «Κόψε κάτι: Το μοντάζ και τα μυστικά του», που φιλοξενεί το 62ο ΦΚΘ. Στο masterclass που είχε τίτλο «Παράλληλο μοντάζ vs. Cross Cutting», ο πολύπειρος Πάνος Βουτσαράς επικεντρώθηκε στη δύναμη της μουβιόλας να αλλάζει την αφήγηση της ιστορίας, με στόχο την καθοδήγηση του συναισθήματος.

Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ, απηύθυνε αρχικά χαιρετισμό στο κοινό, και ιδιαίτερα στους φοιτητές του τμήματος Κινηματογράφου του ΑΠΘ. «Το εγχείρημα αυτό το εμπνευστήκαμε για εσάς, το σχεδιάσαμε για εσάς και ευελπιστώ να το υλοποιήσουμε με τον σωστό τρόπο» δήλωσε χαρακτηριστικά. «Είναι η πρώτη φορά που ένα Φεστιβάλ κάνει το βασικό του αφιέρωμα σε μια ειδικότητα παρεξηγημένη και δυσνόητη, και όχι σε έναν σκηνοθέτη, μια εποχή ή ένα είδος. Θέλουμε να βοηθήσουμε το κοινό να ξεκλειδώσει τα μυστικά του μοντάζ», δήλωσε πριν δώσει τον λόγο στον καθηγητή της Σχολής Κινηματογράφου του ΑΠΘ, Απόστολο Καρακάση.

Ο κύριος Καρακάσης ευχαρίστησε το Φεστιβάλ που ρίχνει φως σε μια από τις πιο αθέατες πλευρές της δημιουργίας του κινηματογραφικού έργου. «Σπανίως συνειδητοποιούμε την επίδραση που έχει το μοντάζ σε ένα κινηματογραφικό έργο. Ακόμη πιο σπάνια συναντούμε το όνομα του μοντέρ. Ωστόσο, αυτοί είναι οι άνθρωποι που εγκαθιστούν την ατμόσφαιρα, δημιουργούν τον ρυθμό, κλιμακώνουν τη δράση και καθοδηγούν το βλέμμα και την εμπειρία μας. Το Φεστιβάλ επιλέγει να τους βγάλει από την αφάνεια. Πρέπει να ξεπεράσουμε τη θεωρία του δημιουργού, καθώς το σινεμά είναι μια συλλογική τέχνη», υπογράμμισε πριν δώσει τη σκυτάλη στον κεντρικό ομιλητή.

Ο Πάνος Βουτσαράς μίλησε για τις δύο τεχνικές, το παράλληλο μοντάζ και το cross cutting, ανέλυσε τις διαφορές τους και σημείωσε πως, ακριβώς επειδή είναι παρόμοιες τεχνικές, ο κινηματογραφικός κόσμος συχνά διαφωνεί για τα χαρακτηριστικά τους. «Το παράλληλο μοντάζ δημιουργεί έναν αφηγηματικό παραλληλισμό μέσα στην ταινία, ενώ το cross cutting δημιουργεί σασπένς. Αμφότερα είναι τεχνικές που χρησιμοποιούνται για να διασταυρώσουν δύο ή περισσότερες δράσεις που συμβαίνουν παράλληλα μέσα στην αφήγηση», δήλωσε σχετικά. Στη συνέχεια, υπογράμμισε τη σημασία τους και παρουσίασε παραδείγματα, προβάλλοντας αποσπάσματα γνωστών ταινιών που κάνουν χρήση των τεχνικών αυτών (Ο Νονός, Νάσβιλ, η πόλη των εκπλήξεων, Ο Κονφορμίστας, Η Σιωπή των Αμνών, Πέντε εύκολα κομμάτια κ.α). Για τον Νονό, χρησιμοποίησε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα cross cutting τη σκηνή όπου ο Αλ Πατσίνο αποτάσσεται τον Σατανά, ενώ παράλληλα έχει στείλει άνδρες να σκοτώσουν τους αντιπάλους του.

«Από πολύ νωρίς στην κινηματογραφική ιστορία, από τις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα, προέκυψε η ανάγκη του μοντάζ, όταν μπήκαν περισσότερα από ένα πλάνα στο σινεμά. Δεν υπάρχει σινεμά χωρίς μοντάζ. Με το παράλληλο μοντάζ πας την ταινία ακριβώς εκεί που θέλεις, ακόμη και αν δεν σε οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα συναισθηματικά. Προσθέτει ρυθμό, αφήγηση και δυναμώνει τους χαρακτήρες», ανέφερε σχετικά. «Το πρώτο πλάνο από τον -γραμμικό κατά τα άλλα- Κονφορμίστα του Μπερτολούτσι ήταν να μπει αργότερα στην ταινία, συγκεκριμένα, στο 80ό λεπτό, στην αρχή της 3ης πράξης. Ωστόσο, το ωραίο μονοπλάνο στην αρχή εισάγει μια παράλληλη αφήγηση που ακολουθεί όλη την ταινία: την πορεία του δολοφόνου προς το θύμα του. Το μονοπλάνο αυτό χτίζει τον χαρακτήρα, ενώ κατόπιν μπαίνουμε αμέσως στη δράση», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Το μοντάζ σού δίνει τη δυνατότητα να αλλάξεις τελείως την αφήγηση και τον χαρακτήρα. «Όπως αναφέρεται και στη συζήτηση με τον σπουδαίο Γουόλτερ Μερτς, στην έκδοση του Φεστιβάλ, η σκηνοθεσία είναι η μετάφραση του σεναρίου, και το μοντάζ είναι μια δεύτερη μετάφραση των εικόνων που έχουν φτιαχτεί στο γύρισμα. Στόχος είναι να συγκινηθεί ο θεατής. Μονάχα η συγκίνηση αντέχει στο χρόνο», προσέθεσε. Συνέχισε λέγοντας πως στη διαδικασία του μοντάζ λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν την ταινία στον πυρήνα της και πως, δυστυχώς, δεν υπάρχει manual για το πώς γίνονται οι ταινίες. «Βλέπουμε παλιές ταινίες και δανειζόμαστε πράγματα, και ελπίζουμε να πετύχει το αποτέλεσμα», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Κατόπιν, σχολίασε πως το μοντάζ είναι μια διαδικασία ζύμωσης. «Πρέπει να υπάρχει απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ σκηνοθέτη και μοντέρ. Και φυσικά, όλα είναι θέμα χρόνου. Ο χρόνος είναι μέρος της παραγωγικής διαδικασίας και οφείλουμε να μη ξεφεύγουμε χρονικά - ωστόσο, εγώ ξεφεύγω ορισμένες φορές», παραδέχτηκε σχετικά. «Ο μοντέρ χρειάζεται χρόνο για να αλλάξει την αφήγηση και για να προκαλέσει αίσθηση», κατέληξε.

Σε ερώτηση του κοινού, για το ποιος έχει τον τελικό λόγο στο μοντάζ, ο Πάνος Βουτσαράς απάντησε πως «ο μοντέρ προτείνει, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι προϊόν διαλόγου και ζύμωσης. Προετοιμάζουμε πάντοτε ένα γραμμικό και ένα παράλληλο μοντάζ, και κατόπιν συζητάμε με τον παραγωγό και τον σκηνοθέτη για το επιθυμητό αποτέλεσμα». Υπογράμμισε επίσης τη σημασία της ιεραρχίας στο σινεμά και σχολίασε πως ειδικά στην Ελλάδα, ο σκηνοθέτης έχει μεγάλο λόγο. «Ωστόσο, είναι δουλειά του μοντέρ να βγει μπροστά και να πει τη γνώμη του, όταν αυτό είναι απαραίτητο, και να δηλώσει αν το αποτέλεσμα λειτουργεί ή όχι» Δήλωσε επίσης πως ο μοντέρ είναι κάπως προστατευμένος, καθώς αυτοί που εκτίθεται περισσότερο είναι ο σκηνοθέτης και ο παραγωγός.

Σε επόμενη ερώτηση, σχετική με το αν υπάρχει εκ των προτέρων σχεδιασμός του μοντάζ και εάν αυτός επηρεάζει την ερμηνεία των ηθοποιών, ο κ. Βουτσαράς απάντησε τα εξής: «Το σινεμά είναι ακριβό σπορ. Γυρνάμε τις σκηνές με αρκετούς τρόπους για να είμαστε σίγουροι. Υπάρχουν πάντα οδηγίες του σκηνοθέτη προς τον ηθοποιό, και οι καλοί ηθοποιοί γνωρίζουν πάντα τι πρέπει να κάνουν. Αναφορικά με την ερμηνεία, ορισμένες φορές οι ηθοποιοί πρέπει να είναι λιγότερο έντονοι σε γραμμικό μοντάζ», απάντησε.

Στο τέλος του masterclass, o κύριος Βουτσαράς έκανε κάποια γενικά σχόλια σχετικά με την εμπειρία του στο μοντάζ. «Αρχικά, αν έχω τον χρόνο, διαβάζω το σενάριο και χρονομετρώ κάθε σκηνή διαβάζοντας τα λόγια. Έτσι, έχω μια εικόνα για τη διάρκεια κάθε σκηνής, πριν αρχίσω την επεξεργασία. Σε περίπτωση που κάποια σκηνή ξεφεύγει πολύ χρονικά, παρεμβαίνω σε συνεννόηση με τον σκηνοθέτη» ανέφερε. «Το σημαντικότερο που προσπαθούμε να πετύχουμε στο μοντάζ είναι η συγκίνηση», υπογράμμισε. «Έχουμε τρεις πυλώνες: ρυθμό, ιστορία και συναίσθημα. Αν δεν μπορείς να δημιουργήσεις συναίσθημα στο μοντάζ, θυσιάζεις λίγη από την ιστορία σου και λίγο απ’ τον ρυθμό σου. Στο μοντάζ, τα πάντα είναι συναίσθημα», κατέληξε.

tiff62

Βλέποντας Ταρκόφσκι με την Κλερ Αθερτον

Την Τρίτη 9 Νοεμβρίου, στον κινηματογράφο Μακεδονικόν, πραγματοποιήθηκε η προβολή της ταινίας «Ο Καθρέφτης» του Αντρέι Ταρκόφσκι, στο πλαίσιο της carte blanche που παραχώρησε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στη διεθνούς φήμης μοντέζ Κλερ Άθερτον, καλεσμένη του αφιερώματος «Κόψε κάτι: Το μοντάζ και τα μυστικά του», που φιλοξενεί το 62ο ΦΚΘ.

Η Κλερ Άθερτον - που συνέδεσε το όνομά της με τη θρυλική Σαντάλ Ακερμάν - παρευρέθηκε στην κατάμεστη αίθουσα και μοιράστηκε με το κοινό ορισμένες σκέψεις για την ταινία, ακριβώς πριν την έναρξη της προβολής

«Αρχικά θέλω να σας ευχαριστήσω που είστε εδώ. Τόσος κόσμος μέσα σε μια αίθουσα. Με τις μάσκες δεν βλέπω ολόκληρα τα πρόσωπά σας, βλέπω όμως τα μάτια σας κι αυτό είναι ακόμα πιο συγκινητικό». Η κ. Άθερτον δήλωσε στη συνέχεια πως δεν ήθελε να διαλέξει μια ταινία στην οποία να έχει κάνει η ίδια το μοντάζ: «Δεν ήμουν τόσο νέα όταν είδα αυτή την ταινία. Είχα ξεκινήσει να εργάζομαι στον χώρο του μοντάζ και ήξερα τι μου άρεσε. Ήταν μια πολύ δυνατή εμπειρία αυτή η ταινία. Σε πάρα πολλά σημεία της ένιωθα την ανάγκη να προσπαθήσω να καταλάβω τι συμβαίνει, Αναρωτιόμουν ποιος είναι γιος ποιου, σε ποιον μιλάει, τι θέλει να πει η ταινία. Δεν ήξερα αν μιλάει για τη γέννηση ή για τον θάνατο. Προσπαθούσα να συνδέσω τα κομμάτια. Κάθε φορά όμως που το έκανα αυτό αισθανόμουν ότι έχανα το αληθινό νόημα. Η ταινία προσπαθούσε να μου μιλήσει διαφορετικά. Δεν έχει συμβατική αφηγηματική γραμμή. Δεν μου έλεγε απλώς μια ιστορία. Μου μιλούσε σε τόσο πολλά διαφορετικά επίπεδα και για πολλά διαφορετικά πράγματα. Μερικές φορές ένιωθα ότι μου μιλούσε και για τον εαυτό μου», εξήγησε.

«Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να κάνει κανείς ταινίες σήμερα. Για μένα η επιλογή της ταινίας είχε αυτό το νόημα. Η ύπαρξη αυτής της ταινίας, αλλά και η παρουσία σας εδώ, δείχνουν πως η επιθυμία για τέχνη δεν τιθασεύεται. Ο Ταρκόφσκι προσπάθησε να τιθασεύσει όλο το υλικό που είχε. Ήταν μια τεράστια δουλειά, όπως είπε και ο ίδιος. Και ξαφνικά, κάτι συνέβη και ένιωσε διαφορετικά. Μας δείχνει ότι δεν χρειάζεται να ξέρεις πάντα πού θέλεις να πας, πρέπει απλώς να κάνεις το άλμα χωρίς να γνωρίζεις πού θα καταλήξεις. Η επιθυμία για δημιουργία είναι εκείνη που θα σε οδηγήσει. Ο Ταρκόφσκι μάς δείχνει πως η αληθινή τέχνη δεν βρίσκεται σε αυτό που προσπαθείς να πεις, δεν βρίσκεται στον έλεγχο».

Η Κλερ αθερτον έκλεισε τον λόγο της με μια συμβουλή προς το κοινό. «Η συμβουλή μου είναι να είστε παρόντες. Να μην προσπαθήσετε να καταλάβετε τις λογικές σχέσεις των πραγμάτων, αλλά απλώς να δεχτείτε αυτό που βλέπετε. Σιγά σιγά όλοι οι συσχετισμοί θα βρουν τη θέση τους. Θα το απολαμβάνετε με όλο το πνεύμα και την ύπαρξή σας. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό πράγμα που έχει να μας δώσει η τέχνη. Αυτή η ταινία σε κάνει να νιώθεις ζωντανός. Στην αρχική σκηνή, κάποιος σχολιάζει την ανάγκη των ανθρώπων να σκέφτονται συνέχεια το μέλλον, αντί να ζουν στο τώρα. Θα ήθελα να θυμάστε αυτή τη φράση», είπε, κλείνοντας την τοποθέτησή της.

tiff62

To Ολύμπιον και οι αίθουσες του Λιμανιού του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κέρδισαν το φετινό βραβείο καλύτερου προγραμματισμού από το δίκτυο αιθουσών Europa Cinemas.

Το βραβείο παρέλαβε η Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Ελίζ Ζαλαντό, ενθουσιασμένη για το κερδισμένο στοίχημα του να γίνουν οι αίθουσες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ένας πόλος έλξης φανατικών αλλά και νέων θεατών που αναζητούν καλές ταινίες απ' όλον τον κόσμο σε έναν προγραμματισμό που κάνει το Φεστιβάλ να μοιάζει σαν να διαρκεί όλο το χρόνο και όχι μόνο το Νοέμβριο ή τον Μάρτιο όταν παραδοσιακά λαμβάνουν χώρα τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ αντίστοιχα.


Το Flix συνεχίζει να βλέπει ταινίες από όλα τα προγράμματα του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - τις περισσότερες μπορείτε να τις δείτε ακόμη κι αν δεν είστε στη Θεσσαλονίκη μέσω της online πλατφόρμας της διοργάνωσης.

Αγια Εμυ

Αγία Εμυ της Αρασέλης Λαιμού | Τμήμα: Διεθνές Διαγωνιστικό

Γυρισμένη με την αυτοπεποίθηση μιας λες εξαιρετικά έμπειρης δημιουργού, με βλέμμα που διαπερνά τα προφανή και ανακαλύπτει την αλήθεια των πραγμάτων πίσω και από την πιο ανεπαίσθητη κίνηση των ηρώων και της δράσης, πρωτότυπη τόσο στη γραφή όσο και σκηνοθετικά και επαγγελματικά άρτια ως παραγωγή, η «Αγία Εμυ» δεν είναι σίγουρα το τυπικό πρώτο φιλμ, τουλάχιστον όπως το συναντάμε συχνά στο σύγχρονο σινεμά.

Θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς τους λόγους πρωτίστως στο ταλέντο αλλά και την πολύτιμη προϋπηρεσία της Αρασέλης Λαιμού κυρίως στο μοντάζ, αλλά και στην παραγωγή, σχεδόν σε κάθε τμήμα της κινηματογραφικής δημιουργίας, με ιδιαίτερη έμφαση στο ντοκιμαντέρ, που θα γεννούσε και δύο ταινίες μικρού μήκους μυθοπλασίας, δείγματα όλα τα παραπάνω των αναζητήσεων της μέσα στη μεγάλη εικόνα της γνωριμίας με αφανείς κόσμους, ήρωες που ακόμη κι αν βρίσκονται στη διπλανή πόρτα παραμένουν κρυμμένοι πίσω από αυτήν, παράλληλα σύμπαντα που πασχίζουν να αποβάλλουν από πάνω τους ταμπέλες και εύκολες κατηγοριοποιήσεις αναζητώντας ένα μικρό ζωτικό χώρο που να τους ανήκει.

Αυτόν τον χώρο αναζητά η Εμυ, που μεγαλώνει μαζί με την αδερφή της στη φιλιππινέζικη κοινότητα του Πειραιά, χωρίς όμως να έχει ενταχθεί απόλυτα σε αυτήν, παραμένοντας αβάπτιστη, απρόθυμη να ακολουθήσει τη ρουτίνα που έχει επιβληθεί στην καθημερινότητά τους, κυρίως από την εκκλησία και περίεργη για το τι ακριβώς συνέβη στη μητέρα τους που δούλευε στο όμορφο σπίτι μιας γηραιάς κυρίας στην Καστέλα, πριν φύγει και τις εγκαταλείψει μόνες στην Αθήνα. Όταν η αδερφή της θα μείνει έγκυος, η Εμυ θα αρχίσει να νιώθει ολοένα και πιο παράξενα, μπαίνοντας σταδιακά σε μια ζώνη ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, ανάμεσα στην παράξενη δύναμη που νιώθει και την αδυναμία της να την ελέγξει, ανάμεσα στη λογική και την τρέλα.

Με τεχνική τεκμηρίωσης αλλά με την μαγεία της μυθοπλασίας, η Αρασέλη Λαιμού μεταφέρει τη δράση μέσα στο σπίτι των δύο κοριτσιών, τις ακολουθεί στις καθημερινές τους διαδρομές στην ψαραγορά του Πειραιά, στον τρόπο με τον οποίο νιώθουν ενωμένες σε ένα σχήμα που τις προστατεύει από τον έξω κόσμο, στη συνεχή τους επαναδιαπραγμάτευση με ένα «ανήκειν» που δεν τους χαρίστηκε από κανέναν και μια «ενηλικίωση» που στο σημείο που τις συναντάμε αποκτά πλέον διαστάσεις κοσμογονικές. Η ματιά της νεαρής δημιουργού είναι διάφανη, όχι μόνο επειδή κάνει τη γνωριμία με ένα αφανές και «εξωτικό» για τους πολλούς κομμάτι της ελληνικής πραγματικότητας να μοιάζει ως κάτι απόλυτα φυσικό, αλλά κυρίως επειδή μετουσιώνει σε πανέμορφες, βαθιά μελαγχολικές, κοριτσίστικες και ευτυχώς κενές σοβαροφάνειας στιγμές των δύο αδερφών σε μικρές κινηματογραφικές εκρήξεις που ξεκινούν με τα πόδια στη γη πριν αρχίσουν να… ψηλώνουν.

Η «Αγία Εμυ» είναι μια ταινία για τα θαύματα. Αυτά στα οποία θέλουμε να πιστέψουμε. Κι αυτά που θέλουμε να πιστέψουν οι άλλοι. Στη διαδρομή από την πρώτη αποκαλυπτική σκηνή της μέχρι το υπέροχο φινάλε - ένα από τα πιο λυτρωτικά, τρυφερά που είδαμε τελευταία - καλύπτει αποστάσεις με το ταλέντο μιας δημιουργού που διασχίζει το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά χωρίς να χάνει στιγμή το κέντρο στο χάρτη μιας άγνωστης Ελλάδας, χάνει το δρόμο μόνο όταν επιλέγει να αφιερώσει χρόνο στο τελετουργικό μιας ανάστατης εφηβικής ψυχής ή να μιλήσει με ορμή για πολλά περισσότερα απ’ όσα είναι ήδη αρκετά, επιστρέφει κάθε φορά σίγουρη στο φλερτ με τα κινηματογραφική είδη του θρίλερ και του horror και καταλήγει σε εκείνο το μαγικό σημείο όπου μια ταινία ολοκληρώνεται ανεπαίσθητα, αθόρυβα, με όρους καθαρού σινεμά ως μια κινηματογραφική θέση που καθιερώνει την ίδια στιγμή που συστήνει μια νέα ενδιαφέρουσα δημιουργό. Μανώλης Κρανάκης

clara sola

Η Κλάρα Μόνη της Νάταλι Αλβαρες Μεσέν (Σουηδία, Κόστα Ρίκα, Βέλγιο, Γερμανία) | Τμήμα: Διεθνές Διαγωνιστικό

Η Κλάρα δεν είναι μόνη. Είναι, παραδόξως, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο στρέφεται και τρέφεται ένα ολόκληρο χωριό. Είναι ένα σαραντάχρονο παιδί, καθώς το πνεύμα της δεν έχει προχωρήσει ανάλογα με τα χρόνια της. Είναι η αλαφροΐσκιωτη σοφός που συνδέεται στενά και ζωτικά με τη φύση και τα μυστικά της, τόσο στενά ώστε οι κάτοικοι του μικρού τόπου στην Κόστα Ρίκα όπου κατοικεί να τη θεωρούν από θεραπεύτρια μέχρι αγία. Ταυτόχρονα, η μητέρα της, σε μια σχέση απόλυτης εξάρτησης, τη θεωρεί ιδιοκτησία της, εκμεταλλεύεται τις ικανότητές της για να εξασφαλίζει τα προς το ζην και τη μαλώνει (με καυτερές πιπερίτσες στα χέρια, για παράδειγμα), όταν πειραματίζεται με τη σεξουαλικότητά της. Ειδικά τώρα, με την άφιξη του ωραίου εργάτη Σαντιάγο στο χωριό που ξυπνά την επιθυμία τόσο στην Κλάρα, όσο και στη μικρή ανιψιά της, τη Μαρία, που ετοιμάζεται να γιορτάσει τα δέκατα πέμπτα γενέθλιά της με μια μεγάλη γιορτή.

Στο σκηνοθετικό ντεμπούτο της, που έκανε πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ Καννών, η Νάταλι Αλβαρες Μεσέν καταπιάνεται με μια γνώριμη ιστορία και την αντιστρέφει μαγικά: κινηματογραφώντας (μαζί με τη διευθύντρια φωτογραφίας της, Σόφι Βίνκβιστ Λόγκινς), τη μελαγχολική, μοναχική Κλάρα μέσα στο δικό της πεδίο, τη φύση, τα φυλλώματα, την οργιώδη εκεί ζωή, τα πλούσια χρώματα και τις συναρπαστικές υφές, χαρίζει σ' εκείνη μια εκπληκτική «κανονικότητα», καθιστώντας «διαφορετικό» κι αποτρεπτικό το υπόλοιπο ανθρώπινο, αστικό σκηνικό. Το δικό της σύμπαν είναι το μόνο που βγάζει νόημα, που βράζει από συναίσθημα - εκείνο των «ενηλίκων» έχει την αγριότητα του ρεαλισμού και τον τρόμο του «ξένου».

Με τον ηρωισμό και το πάθος μιας αυθεντικής «Carrie», η Κλάρα υπομένει ώσπου ν' αποφασίσει να πολεμήσει, που πιστεύει ώσπου να προδοθεί. Με τον ίδιο ηρωισμό, η Αλβαρες Μεσέν χτίζει ένα πορτρέτο της διαφορετικότητας με διαπεραστικό βλέμμα και ανοιχτή καρδιά. Ενα πανέμορφο παραμύθι για μεγάλους, με το δυνατό του δίδαγμα αλλά χωρίς διδακτισμό. Μια θαρραλέα, ρομαντική παντιέρα για όσους αισθάνονται, τελικά, μόνοι. Λήδα Γαλανού

Dog

.dog της Γιάννας Αμερικάνου (Κύπρος, Ελλάδα) | Τμήμα: Γνωρίστε τους Γείτονες

Ο 17χρονος Δημήτρης δε θυμάται πολλά από την μητέρα του. Πέθανε όταν ήταν μικρός, ενώ ο πατέρας του, πάντα μπλεγμένος σε δουλειές του περιθωρίου, είναι στη φυλακή. Ο Δημήτρης είναι στην παρέα των «Ορφανών», έφηβα αγόρια που μένουν σε πανσιόν της Πρόνοιας κι έχουν ο ένας τον άλλον. Παίζουν μπάσκετ, κάνουν βόλτες με τα μηχανάκια τους, τρώνε μαζί, τρώνε και ξύλο - από αντίστοιχης ηλικίας τσογλανάκια που δεν γουστάρουν μετανάστες, δεν συγχωρούν την αδυναμία, τη διαφορετικότητα.

Ο Δημήτρης μπορεί να μείνει σε αυτήν την «οικογένεια» για έναν ακόμα χρόνο - μέχρι να ενηλικιωθεί. Οπως μπορεί και να καταφύγει στο σπίτι του άτεκνου αφεντικού του στο συνεργείο, ενός καλόκαρδου, γενναιόδωρου μεσήλικος που κι ο ίδιος και η γυναίκα του τον έχουν σαν γιο τους. Ομως ο Δημήτρης έχει, δυστυχώς, πατέρα. Κι όταν μαθαίνει ότι αποφυλακίστηκε, τρέχει να μείνει κοντά του. Με τη λαχτάρα να ζήσει την πατρική αγάπη, να συνδεθεί. Να αποδείξει σε όλους ότι όλα τώρα θα είναι διαφορετικά: ο πατέρας του τον αγαπά και θα τον φροντίσει. Στην αιχμή της ενηλικίωσης, η απογοήτευση θα είναι μεγάλη. Και το στοίχημα είναι αν θα είναι καθοριστική. Αν ένα αγόρι, πιστό σαν κουτάβι, θα ξεφύγει από το αγριόσκυλο που τον γέννησε.

Η Γιάννη Αμερικάνου, στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο στην μεγάλου μήκους, συνθέτει μία ιστορία που θέλει την κάμερα της να συλλαμβάνει συνεχώς αυτό το δίπολο - της εφηβικής αθωότητας που έχει ακόμα περιθώριο για καλοσύνη, πριν το τελευταίο δάγκωμα μίας ανεπίστρεπτα μολυσμένης ενηλικίωσης την καταδικάσει για πάντα.

Η κάμερα της βουτά γενναία προς τη σωστή κατεύθυνση - να συλλάβει την ενέργεια των εφήβων, να ξεκαθαρίσει τις καλές προθέσεις των ενηλίκων φροντιστών, να αποτυπώσει, είτε σε σφιχτά κοντινά στο γλυκό του πρόσωπο, είτε σε αέρινα μακρινά μιας βόλτας με το μηχανάκι, τον ρομαντισμό του αγοριού που πιστεύει ακόμα στην καλοσύνη. Που, σαν σκυλί που έχει φάει ξύλο αλλά επιστρέφει στο αφεντικό του κουνώντας ουρά, δίνει συνεχώς ευκαιρίες στον πατέρα του.

Το πρόβλημα της ταινίας είναι στην απεικόνιση του πατέρα. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου έχει κάνει μία καταπληκτική δουλειά στο να μεταμορφωθεί από αλαβάστρινος πρωταγωνιστής σε έναν ρόλο που έχουμε συνηθίσει να αναλαμβάνει στο σινεμά κάποιος σαν τον Βαγγέλη Μουρίκη για παράδειγμα. Εχει αγριέψει το πρόσωπο του, έχει δουλέψει πολύ με τις εκφράσεις, τα βλέμματα, την εκφορά του λόγου του. Η Αμερικάνου τον ρίχνει στα βαθιά, σε σκηνές που ξεπερνούν τον κωλοπαιδισμό του ωφελιμιστή τυχοδιώκτη, αγγίζουν την αγριότητα του ζώου που τεκνοποιεί, αλλά αυτό δεν τον κάνει ποτέ πατέρα. Δεν είναι στο DNA του.

Ομως υπάρχει κάτι στην υπερβολή του ρόλου που δεν συμφωνεί με τη σωματικότητα του Κωνσταντίνου. Καταλαβαίνεις απόλυτα στο σενάριο, στο χαρτί, μία σκηνή που ο αντιήρωας, ξυπόλυτος με το σώβρακο, ταΐζει ωμό κρέας τα λυκόσκυλα του. Οταν τη βλέπεις στην οθόνη όμως, κάτι κλωτσάει, κάτι δεν είναι απόλυτα πιστευτό. Ο «Μπαρμπέρης», ακόμα κι όταν τα χέρια του είναι βουτηγμένα στο αίμα, έχει κάτι το έμφυτα καθαρό. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον ηθοποιό, που γενναία παίζει τον ρόλο κόντρα, αλλά με το πώς η κάμερα τον εκθέτει σε μία συνεχή υπερβολή στα κόκκινα, που δεν ταιριάζει με τη δική του ερμηνευτική θερμοκρασία.

Οποιες κι αν είναι οι αντιρρήσεις, ή τα σεναριακά κενά (η μετάλλαξη της συμπεριφοράς των θετών γονιών γίνεται βιαστικά, σχηματικά), καθόλου δεν απορρίπτουμε το βλέμμα της Αμερικάνου. Τα κάδρα της, τα πλάνα της, η ατμόσφαιρα της είναι άρτια και γοητευτικά. Το φινάλε της ζεστό, παιχνιδιάρικο, ζωγραφίζει έξω από τις γραμμές. Απλώς αυτός ο κινηματογραφικός σκύλος ήθελε λίγη ακόμα εκπαίδευση, λίγη ακόμα τριβή για να κατακτήσει μία αβίαστη φυσικότητα, λίγη περισσότερη δουλειά στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, που -από όσα διαβάζουμε και λόγω covid και lockdown- δεν έγινε. Πόλυ Λυκούργου


Περισσότερες επιλογές του Flix από το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - κάντε κλικ στον τίτλο της κάθε ταινίας για να διαβάσετε τη γνώμη μας

Στ’ Αλήθεια (True Things) της Χάρι Γούτλιφ
ORFEAS2021 των ΦΥΤΑ
Τρία Πατώματα (Tre Piani) του Νάνι Μορέτι
Η Σκουριά (La Roya) του Χουάν Σεμπάστιαν Μέσα
Αναζητώντας τη Βενέρα (Looking for Venera) της Νορίκα Σέφα
Φλέβα Χρυσού (Mother Load) του Ματέο Τορτόνε
Προσκυνητές (Pilgrims) της Λαουρίνας Μπαρέισα
A Pure Place του Νικία Χρυσού
18 του Βασίλη Δούβλη
Φυσικό Φως (Natural Light) του Ντένες Νάζι
Musa του Νίκου Νικολόπουλου
Ευλογία (Benediction) του Τέρενς Ντέιβις
Ατλαντίδα (Atlantide) του Γιούρι Ανκαράνι
Η Βασίλισσα της Κυψέλης (Hive) της Μπλέρτα Μπασόλι
Το Κουτί με τις Αναμνήσεις (Memory Box) των Τζοάνα Χατζηθωμά, Χαλίλ Ζορέζ
Ο Τζον και η Τρύπα (John and the Hole) του Πασκουάλ Σίστο
Μη Διστάσεις (Do not Hesitate) του Σαρίφ Κορβέρ
Saison Morte του Θανάση Τότσικα
Sick των The Callas


Το Flix βρίσκεται στο 62ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να παρακολουθήσει ταινίες, να γράψει γι' αυτές και να καταγράψει την αίσθηση της «επιστροφής στο σπίτι». Μείνετε συντονισμένοι εδώ.