Φεστιβάλ / Βραβεία

Μέρες και νύχτες με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στην Μπολόνια

στα 10

Ξαναβρίσκοντας τη μαγεία του σινεμά κάτω από συνθήκες (σινεφιλικού) καύσωνα στο 40ό Φεστιβάλ Il Cinema Ritrovato στην Μπολόνια.

Μέρες και νύχτες με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στην Μπολόνια

Δεν χρειάζεται να ξέρεις ότι στην Μπολόνια βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια αποκατάστασης ταινιών στον κόσμο, ούτε να θυμάσαι ότι στα σκαλιά της Βασιλικής του Σαν Πετρόνιο διαδραματίζεται η τελευταία σκηνή του «Οιδίποδα Τύρανου» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, γέννημα - θρέμμα της πόλης, ούτε να έχεις δει ποτέ, έστω σε μια φωτογραφία, την κεντρική Πιάτζα Ματζόρε να μετατρέπεται στο πιο όμορφο open air σινεμά του κόσμου.

Αρκεί να βρεθείς για λίγες ώρες στο «Il Cinema Ritrovato» τις καυτές μέρες του Ιουνίου για να σιγουρευτείς πως αυτή η πόλη φτιάχτηκε για να αγαπήσεις ξανά (ή για πρώτη φορά) το σινεμά.

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

Ακόμη και για κάποιον που έχει ταξιδέψει στα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου, που έχει βρεθεί σε μεγάλες πρεμιέρες που προκαλούν παθιασμένες συζητήσεις μετά τους τίτλους τέλους (καμιά φορά και πριν από αυτούς), για κάποιον που έχει σταθεί σε ουρές περιμένοντας την επίσημη πρώτη μιας πολυαναμενόμενης ταινίας, όσα συμβαίνουν στην Μπολόνια κάθε Ιούνιο αψηφούν τις συμβατικές προσλαμβάνουσες μιας γνώριμης φεστιβαλικές λογικής.

Είναι κυριολεκτικά αδύνατον να το περιγράψεις, πόσο μάλλον να αντιληφθείς τα σημαινόμενα που μπορεί να έχει στην εποχή μας η κοσμοσυρροή για μια μια pre-code χολιγουντιανή κωμωδία της δεκαετίας του 30' με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ ή μια βωβή ταινία του 1917 συνοδεία πιάνου ή το hype που ξαφνικά αποκτά μια ταινία που για χρόνια υπήρξε μόνο «κλασική» και ξαφνικά, με την εκ νέου αποκατάστασή της, γίνεται το «ιερό δισκοπότηρο» της Gen Z.

Ενα pause στον χρόνο που σε συνδυασμό με το pause στον χώρο που είναι η ίδια η πανέμορφη πόλη της Μπολόνια, ενεργοποιεί, ευτυχώς όχι νοσταλγικά, αλλά με μια ρετρό ενέργεια θα έλεγε κανείς, σινεφιλικά ένστικτα που νόμιζες ότι δεν υπάρχουν πια.»

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μια ακόμη πτυχή ενός φετιχισμού, συγχρονισμένου στην εντέλεια με τη μαζική επιστροφή που συναντάμε στις μέρες μας στην αναλογική εποχή και το φιλμ. Και είναι αλήθεια πως το «Il Cinema Ritrovato» οφείλει σε αυτή την «επιστροφή» τη ραγδαία άνοδό του στις προτιμήσεις επαγγελματιών και απλών σινεφίλ, φτάνοντας στα 40 του χρόνια να φιλοξενεί 500 ταινίες σε 8 αίθουσες, έχοντας ξεκινήσει τέσσερις δεκαετίες πριν ως ένα τριήμερο με ελάχιστες προβολές και μόνο για τους σκληροπυρηνικούς.

Κάπου όμως ανάμεσα στη «μόδα» (άλλωστε βρισκόμαστε στην Ιταλία), την «εκκεντρικότητα» (που αναπόφευκτα γοητεύει) και τη «φάση», μπορεί κανείς να αναγνωρίσει πως, ειδικά στην εποχή που το μεγάλο ζητούμενο είναι η επιστροφή στην αίθουσα, το «Il Cinema Ritrovato» δεν ξαναβρίσκει μόνο ταινίες που αξίζουν και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη ζωή, αλλά και μια χαμένη συνήθεια που ήθελε το σινεμά να είναι μια ανεπιτήδευτη πηγή entertainment και μαζί ένας τρόπος να μάθεις τον κόσμο από την αρχή.

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

il cinema ritrovato

Καθώς η κοινότητα όσων ασχολούνται με τα αρχεία από τις ταινιοθήκες, τα μουσεία και τα εργαστήρια του κόσμου νιώθει στη Μπολόνια σαν να βρίσκεται στο σπίτι της, ένα πλήθος από νέο κόσμο επικυρώνει σε κάθε προβολή την επιλογή του «Il Cinema Ritrovato» να αγνοεί την τρέχουσα καταναγκαστική αγωνία για το επόμενο νέο αριστούργημα, αφού στον κατάλογό του κρύβονται άπειρά τέτοια. Ο τρόπος που σε «αναγκάζει» να τα δεις για πρώτη φορά ή να τα ξαναδείς (ειδικά αυτό το δεύτερο), είναι ανεκτίμητος. Ενα pause στον χρόνο που σε συνδυασμό με το pause στον χώρο που είναι η ίδια η πανέμορφη πόλη της Μπολόνια, ενεργοποιεί, ευτυχώς όχι νοσταλγικά, αλλά με μια ρετρό ενέργεια θα έλεγε κανείς, σινεφιλικά ένστικτα που νόμιζες ότι δεν υπάρχουν πια.

Σε συνθήκες καύσωνα που κανονικά θα ήταν αποτρεπτικές για να κυνηγάς μέσα στη ζέστη ταινίες που κανονικά θα μπορούσες να δεις στο YouTube, η Μπολόνια έκαιγε τη μέρα και τη νύχτα μόνο από μια ανεπιτήδευτη μανία για σινεμά που είναι σαφές ότι θα επιβιώσει ακόμη και αν ο αναλογικός «φετιχισμός» της Gen Z περάσει σε μια επόμενη, πιο ψηφιακή, φάση.

il cinema ritrovato


Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το Φεστιβάλ Il Cinema Ritrovato στο επίσημο site του, στη σελίδα του στο Facebook και στο Instagram.


Sunrise

Sunrise του Φ.Β.Μουρνάου

Κάθε φορά που βλέπεις το «Sunrise: Α Song for Two Humans» του Φ.Β. Μουρνάου είσαι σίγουρος πως είναι η ομορφότερη ταινία που είδες ποτέ. Στην οριστική αποκατάστασή της από το San Francisco Film Preserve σε συνεργασία με το BFI National Archive, το The Museum of Modern Art (MOMA), τη Βασιλική Ταινιοθήκη του Βελγίου και το George Eastman Museum, με νέα, αριστουργηματική, μουσική από τον Τιμ Μπροκ, μπορείς να ανακαλύψεις ξανά τους λόγους. O σημαντικότερος παραμένει η παθιασμένη φιλοδοξία ενός δημιουργού που μεταφέρει με τόλμη τον εξπρεσιονισμό στην Αμερική για να δημιουργήσει μια νέα μυθολογία και με μια αρχετυπική πλοκή - στην οποία οι ήρωες δεν έχουν ονόματα και που θα μπορούσε να διαδραματίζεται τότε και τώρα, εκεί και πουθενά - να μπορέσει να αφηγηθεί την ιστορία του κόσμου από την αρχή. Ακριβώς πάνω στο μεταίχμιο του παλιού με τον νέο κόσμο (λίγους μήνες μετά από την έξοδο του στις αίθουσες, ο ομιλών «Τραγουδιστής της Τζαζ» θα έκανε την «Αυγή» να μοιάζει ήδη ξεπερασμένη), o Μουρνάου παραδίδεται σε ένα ουμανιστικό roller coaster που σε έναν τέλειο κύκλο ζωής δοκιμάζει και δοκιμάζεται πάνω στις τεχνικές της αναπαράστασης, με μερικές από τις ομορφότερες εικόνες που γνώρισε ποτέ το σινεμά. Με κορυφαία και σπαρακτική το tracking shot στην είσοδο της δαιμονικής μεγαλούπολης που, ειρωνικά αλλά και ηθελημένα μοιάζει λιγότερο «χάρτινη» από την ειρηνική επαρχία - σκηνή αξεπέραστης ανθολογίας από αυτές που επαναφέρουν ακαριαία την πίστη στην τέχνη του σινεμά.

Διαβάστε εδώ περισσότερα για την «Αυγή» του Φ.Β. Μουρνάου

mitchel leisen

Αφιέρωμα στον Μίτσελ Λάιζεν

Ο Μίτσελ Λάιζεν διέσχισε το - πριν και μετά τον κώδικα Χέιζ - Χόλιγουντ με μια σειρά από διαφορετικές ιδιότητες, με σημαντικότερες αυτές του σκηνογράφου, ενδυματολόγου και του σκηνοθέτη. Οι δύο πρώτες όρισαν ουσιαστικά και το στιλ του ως δημιουργού, παρόλο που όπως αναφέρει και το εισαγωγικό κείμενο στον κατάλογο του Il Cinema Ritrovato από τον Εχσάν Χοσμπάχτ ο τίτλος «ο μεγάλος σχεδιαστής του στιλ της Paramount» έριξε σκιά στο σκηνοθετικό του έργο.

Εργο που αποτελείται από πολύ διάσημες ταινίες όπως φυσικά το «Easy Living», την screwball κωμωδία με τον Ρέι Μίλαντ και την Τζιν Αρθρουρ σε σενάριο του Πρέστον Στέρτζες ή το «Remember the Night», πάλι σε σενάριο του Στέρτζες με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ και τον Φρεντ ΜακΜάρεϊ ή το «Midnight» με την Κλοντέτ Κολμπέρ σε σενάριο των Τσαρλς Μπράκετ και Μπίλι Γουάιλντερ.

Ταινίες που στις δεκαετίες του 30’ και του 40’ έκαναν τον Λάιζεν έναν από τους πιο διακεκριμένους δημιουργούς, με δική του υπογραφή στους τίτλους («μια ταινία του Μίτσελ Λάιζεν» που μέχρι τότε απολάμβαναν μόνο ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, ο Φρανκ Κάπρα και ο Σεσίλ Μπ. Ντε Λιλ) αλλά που μέσα στα χρόνια ξεχάστηκαν, ειδικά μπροστά στις καριέρες των Πρέστον Στέρτζες και Μπαλί Γουάιλντερ που οι φήμες τους θέλουν να μισούν τον Λάιζεν για τον τρόπο που σκηνοθετούσε τα σενάρια τους, κατηγορώντας τον - ο Γουάιλντερ - ακόμη και για τη θηλυπρέπεια του - καθώς ο Λάιζεν ήταν αν όχι γκέι, bisexual, πράγμα που εξηγεί και την εμμονικό του, κομψό και λατρευτικό όσο λίγα - βλέμμα του προς τις γυναίκες.

Τα τρία μεγάλα χαρακτηριστικά της υπογραφής του βρίσκονται σε όλες τις ταινίες του, είτε αυτές είναι κωμωδίες, είτε δράματα, είτε πετυχημένα είτε όχι σε μια μάλλον άνιση αλλά πάντα ενδιαφέρουσα φιλμογραφία: το πρώτο είναι η οικονομία στην αφήγηση με απλή (αλλά όχι πάντα και απλοϊκή) ανάπτυξη της πλοκής, το δεύτερο είναι σχεδόν ισότιμη αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών (χωρίς έμφαση στην «πάλη των φύλων») και το τρίτο η ελαφρότητα που για τον Λάιζεν ήταν καθοριστικά δραματική, όπως ακριβώς το έκανε ο Λιούμπιτς και ειρωνικά τόσο ο Στέρτζες όσο και ο Γουάιλντερ στο δικό τους roller coaster στα αμερικάνικα genres.

Δύο ήταν οι μεγάλες «αποκαλύψεις» από τη φιλμογραφία του στο φετινό Il Cinema Ritrovato που ήρθε να γίνει η φυσική συνέχεια δύο μεγάλων αφιερωμάτων στον Λάιζεν, ένα στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν το 1987 και ένα στην Ταινιοθήκη της Γαλλίας το 2008.

Η πρώτη ταινία που υπογράφει με το όνομά του, το «Cradle Song» του 1933, είναι ένα φαινομενικά απλοικό δράμα για μια μοναχή που «υιοθετεί» ένα μωρό που θα βρεθεί έξω από την πόρτα του μοναστηριού. Μέσα όμως από μια ιστορία που αναδιπλώνει τις έννοιες της μητρότητας και της επιθυμίας, ο Λάιζεν εξερευνά την ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας που τιμά την υπόσχεση της στο μοναχισμό, αλλά θα αφήσει ελεύθερη την «κόρη» της σε ένα κοσμικό παράδεισο ή κόλαση - δεν έχει σημασία. Παραδίδοντας μια ήσυχη, κομψή, μελαγχολική, δυναμική με τον τρόπο της ωδή στη γυναίκα - μητέρα, ένα σχεδόν ποιητικό εξομολογητικό φιλμ που ενώνει τις τελείες που ολοκληρώνουν την προσωπική του ιστορία, παιδί μιας γυναίκας που τον μεγάλωσε μόνη της μετά το διαζύγιο από τον πατέρα του.

Η άλλη ταινία είναι το υποτιμημένο «No Man of Her Own», η δεύτερη συνεργασία του με την Μπάρμπρα Στάνγουικ, η οποία τον λάτρεψε ήδη από το «Remember the Night». Εδώ σε ένα νουαρ που μοιάζει περισσότερο με αστυνομικό αλλά και κάτι που και να μην το ήξερες το καταλαβαίνεις ότι υπογράφει ο Κόρνελ Γούλριτς, ένα παιχνίδι ανταλλαγής ταυτότητας θα φέρει μια γυναίκα να υποδυθεί μια άλλη προκειμένου να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή στο νεογέννητο παιδί της. Ότι ακολουθήσει είναι ένα φρενήρες αγωνιώδες ανθρωποκυνηγητό ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα που θα φτάσει σε ακραία σημεία… νουάρ πριν ολοκληρωθεί σε ένα λυτρωτικό φιλμ για την γυναικεία ενδυνάμωση και μια από τις πιο «μοντέρνες» ερμηνείες της Μπάρμπαρα Στάνγουικ - στο ρόλο μιας γυναίκας που αναλαμβάνει το βάρος της αδικίας και της ενοχής πάνω της προκειμένου να πάει ο κόσμος κάπως παραπέρα.

Και οι δύο αυτές ταινίες, συστήνουν έναν εργάτη των στούντιο που δεν αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τις επιταγές της εποχής του παραμένοντας ωστόσο αμετανόητα προσωπικός, ουμανιστικά μελαγχολικός αλλά και τολμηρά στιλίστας (το όνομα του Ρομπέρ Μπρεσόν αναφέρεται συχνά δίπλα στις πρωτοπορίες του), ακόμη και σε ταινίες που σε πρώτη ματιά δεν μιλούν για τίποτα εκτός από το δικαίωμα σε αυτό που πίστευε πάντοτε πως «Η ελαφριά κωμωδία είναι τρόπος σκέψης». Σήμερα θα το λέγαμε queer.

home movies

Τα Home Movies του Αλφρεντ Χίτσκοκ

Αποκατεστημένα το 2026 από το Academy Film Archive και το The Film Foundation at Roundabout Entertainment, τα home movies του Αλφρεντ Χίτσκοκ που προβλήθηκαν για πρώτη φορά φέτος στην Μπολόνια δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα home movies οποιουδήποτε κοινού θνητού που με μια 16άρα μηχανή αποφάσισε κάποια στιγμή να απαθανατίσει τις οικογενειακές του στιγμές. Και αυτό το λέμε για καλό, καθώς ο Χίτσκοκ πίσω και μπροστά από την κάμερα δεν είναι ο «μετρ» που όλοι περιμένουν, αλλά ένας αστείος, ατσούμπαλος, υπεροπροστατευτικός πατέρας που καταγράφει τη μικρή Πατ που γεννήθηκε το 1928 και την Aλμα της ζωής του σε στιγμές που δεν θα χωρούσαν ποτέ στις ταινίες του. Κι, όμως, μην ξεγελαστεί κανείς: οι προσωπικές αυτές στιγμές του Aλφρεντ Χίτσκοκ λένε περισσότερα για τον άνθρωπο Χίτσκοκ απ’ όσο όλες οι ταινίες του μαζι. Η αναπάντεχη τρυφερότητα για την οικογένειά του, ο αυτοσαρκασμός γύρω από το ίδιο του το σώμα, η διαρκής διάθεση για αστεϊσμό με μέλη της οικογένειας και συνεργάτες (στα φιλμ «πρωταγωνιστεί» και ο σεναριογράφος Μπεν Λέβι και οι ηθοποιοί Σιρίλ Ρίτσαρντ, Εντνα Μπεστ, Χέρμπερτ Μάρσαλ), η εγγενής γνώση πως κανένα home movie δεν γυρίστηκε ποτέ για να το δουν μόνο όσοι ανήκουν στο στενό κύκλο του «home», κάνουν τον Χίτσκοκ να εκτίθεται, σε μια σειρά από ανεκτίμητα ντοκουμέντα που φωτίζουν με αποκαλυπτικό τρόπο τα σκοτάδια του.

The Long Memory

The Long Memory του Ρόμπερτ Χέιμερ

Περισσότερο γνωστός ως ο σκηνοθέτης μιας από τις καλύτερες και πιο δημοφιλείς βρετανικές κωμωδίες όλων των εποχών (o λόγος για τον «13ο Κληρονόμο», το πιο γνωστό σε όλους «Kind Hearts and Coronets» των Ealing Studios), ο Ρόμπερτ Χέιμερ γύρισε ως σκηνοθέτης 12 ταινίες, ενώ δούλεψε και σε περίπου τόσες ακόμη ως σεναριογράφος, μοντέρ και υπεύθυνος διαλόγων. Ανάμεσα στις κωμωδίες που τον έκαναν περισσότερο γνωστό, ο Χέιμερ γύρισε το 1953 το «The Long Memory», μια ταινία που σε ένα πρωτοφανές για την εποχή genre bending περιγράφεται ως ένας συνδυασμός φιλμ νουάρ, αστυνομικού θρίλερ και ποιητικού ρεαλισμού που τολμά να παραμένει σε όλη τη διάρκεια των 94 λεπτών του αταξινόμητο. Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Χάουαρντ Κλους, το φιλμ αφηγείται την ιστορία ενός πρόσφατα αποφυλακισμένου που βρίσκει καταφύγιο στις εγκαταλελειμένες βάρκες ακριβώς στο σημείο όπου ο Τάμεσης ενώνεται με τη Βόρεια Θάλασσα αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση από όσους τον έστειλαν στη φυλακή. Το «The Long Memory» είναι όμως λίγότερο μια ταινία εκδίκησης και περισσότερο ένα βαθιά μελαγχολίκό φιλμ για τη μεταπολεμική Βρετανία και τις χαμένες ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς. Mε απολήξεις που φτάνουν μέχρι τον Ντίκενς και αναφέρονται στην ποιητική του Μαρσέλ Καρνέ, ο Χέιμερ αποδεικνύεται εδώ ένας ατρόμητος δημιουργός που διασχίζει το νουάρ, την περιπέτεια και το θρίλερ για να κινηματογραφήσει με μοναδικό τρόπο (και φωτογραφία που εκπλήσσει για την εποχή) μια χώρα που ξοδεύεται μέσα σε ταβερνεία που βρομάνε αλκοόλ, αποθήκες υλικών που υποκρύπτεται το έγκλημα και ευυπόλυπτα σπίτια που καταρρέουν κάτω από την υποκρισία. Πιο συγκινητική από την αποκατάσταση της ταινίας από το BFI που επιτέλους μπορεί να την τοποθετήσει μέσα στην λίστα με τις βρετανικές ταινίες που θα έπρεπε να ανακαλυφθούν και να επανεκτιμηθούν, η σπαρακτική σχεδόν ιστορία του ίδιου του Χέιμερ. Ομοφυλόφιλος σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν έγκλημα στην Αγγλία, ο Χέιμερ θα πέθαινε σε ηλικία 52 ετών το 1963 από πνευμονία, αλλά θα ήταν ο εθισμός του στο αλκοόλ που τον συνοδεύει ακόμη και σήμερα στο βιογραφικό του. Οι ιστορίες που τον θέλουν να σκηνοθετεί το «The Long Memory» μεθυσμένος, να πέφτει στο ποτάμι με το βιζέρ στο χέρι και να έχει παραισθήσεις, εξηγούν με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις άλλοτε πετυχημένες και άλλοτε άστοχες αλλά πάντα φιλόδοξες κινηματογραφικές ακροβασίες που επιχειρεί στο φιλμ. Μια ταινία που τελικά δεν είναι τίποτα από όλα τα παραπάνω παρά μια κραυγή επιβίωσης από πάσης φύσεως δαίμονες - εξωτερικούς και εσωτερικούς - που θα καταδιώκουν πάντα τους «διαφορετικούς».

Εύα

H Εύα της Μαρίας Πλυτά

Δεύτερη επίσημη για την αποκατεστημένη κόπια της «Εύας» της Μαρίας Πλυτά μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Cannes Classics του Φεστιβάλ Καννών. Με σίγουρα βήματα πια και επιστρέφοντας με κάποιον τρόπο στο «σπίτι» της, αφού η αποκατάσταση έγινε από το The Film Foundation’s World Cinema σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη της Μπολόνια, την Alatas Films, την Μπέτυ Καλαμανίδου και τη συνεργασία της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, η τέταρτη ταινία της Μαρίας Πλυτά βγαίνει από την αφάνεια, μαζί με τη δημιουργό της, και μπαίνει πλέον μέσα στη συζήτηση - και ελπίζουμε γρήγορα και στη βιβλιογραφία - του ευρωπαϊκου μοντερνισμού. Η θαρραλέα ιστορίας μιας ελεύθερης γυναίκας που διεκδικεί τον εραστή της και μαζί το δικαίωμα να μην τιμωρηθεί γι' αυτό, διαδραματίζεται με φόντο μια Ελλάδα που, τραυματισμένη από τον Εμφύλιο, αρχίζει να μετράει πληγές και ένα κενό για να χωρέσει το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Οπως αναφέρει στον κατάλογο του Φεστιβάλ χαρακτηριστικά η Μπέτυ Κακλαμανίδου, καθηγήτρια στο ΑΠΘ, υπεύθυνη για την μετατόπιση που έπρεπε να συμβεί προκειμένου η «Εύα» να παίζει ανάμεσα σε αριστουργήματα της παγκόσμιας κλασικής κληρονομιάς: «Υστερα από ένα πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η Πλυτά καταλαμβάνει επιτέλους τη θέση που της αξίζει στην ιστορία. Για δεκαετίες, η "Εύα" και η Πλύτα παρέμεναν "άγνωστες", εξαιτίας της έμφυλης προκατάληψης της ιστοριογραφίας και μιας βαθιά ριζωμένης πολιτισμικής νοοτροπίας. Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο της Πλύτα, η αποκατάσταση της Εύας αποκαλύπτει τη δημιουργική ιδιοφυΐα μιας γυναίκας σκηνοθέτριας που τόλμησε να απεικονίσει μια αυτόνομη γυναίκα σε όλη την πολυπλοκότητά της, χωρίς ενοχές και χωρίς να χρειάζεται να δώσει καμία εξήγηση.»

Διαβάστε εδώ περισσότερα για την ιστορία της αποκατάστασης της «Εύας» της Μαρίας Πλυτά.

Le Coupable

Le Coupable του Αντρέ Αντουαν

Πατέρας της μοντέρνας σκηνοθεσίας, όπως έχει μείνει πιο γνωστός ο Αντρέ Αντουάν, γύρισε 9 ταινίες από το 1917 μέχρι και το 1924 αλλά καθιερώθηκε περισσότερο για τη δουλειά του στο θέατρο και την ίδρυση του Théâtre-Libre που ανέβαζε κρυφά παρασατάσεις νέων δημιουργών από τη Γαλλία και τον κόσμο (Εμίλ Ζολά, Αύγουστος Στρίντμπεργκ, Χένρικ Ιψεν), αγνοώντας τις επιταγές της εποχής. Ο ρεαλισμός είναι και η λέξη κλειδί στη δεύτερη αυτή ταινία του που γυρίστηκε το 1917, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Φρανσουά Κοπέ, με την ιστορία ενός παράνομου παιδιού που θα μεγαλώσει επιλέγοντας το έγκλημα για να επιβιώσει. Απάντηση στο δύσκολο ερώτημα το αν ο εγκληματίας γεννιέται ή τον κάνει εγκληματία η κοινωνία, το φιλμ του Αντουάν διαδραματίζεται σε δύο χρόνους - μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου με εσωτερικό στιλιζαρισμένο εξπρεσιονιστικό γύρισμα και έξω από αυτήν με πρωτοφανή για την εποχή του ρεαλισμό σε πραγματικά locations του Παρισιού που μοιάζουν ακόμη και στο βλέμμα του σύγχρονου θεατή μοναδικά. Καθώς η ιστορία ενός άλλου Γιάννη Αγιάννη ξετυλίγεται βωβά, σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο, χωρίς όμως αυτό να αφαιρεί από την αφηγηματική αλλά και ιδεολογική της πολυπλοκότητα, o Αντουάν δοκιμάζει γωνίες και πλάνα που στην πραγματικότητα θα υπηρετούσαν την πρωτοπορία, εκείνα τα πρώτα διαρκώς αναδιαρθρωτικά χρόνια των πρώτων ολοκληρωμένων ταινιών. Νωρίς μέσα στην ταινία, με έναν ρυθμό που πατάει πριν από οτιδήποτε στην μοίρα της ανθρώπινης διαδρομής, αντιλαμβάνεσαι πως αυτό που υπηρετούν είναι ένας ασυγκράτητος ουμανισμός, με μια πίστη στον άνθρωπο που ακόμη και με τη χαμένη τελική σκηνή (υπάρχει μόνο η περιγραφή της) στην έξοχα αποκατεστημένη κόπια από το Fondation Jérôme Seydoux-Pathé σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη της Γαλλίας, ολοκληρώνει ένα έργο τόσο ώριμο ανθρωπιστικά και αισθητικά που οι δύο αυτές αρετές του δεν σταματούν στιγμή να είναι αλληλένδετες και αλληλοσυμπληρούμενες.

plan 9 from outer space

Plan 9 from Outer Space του Εντ Γουντ

Δεν είναι εύκολο να αποφασίσεις τι είναι σημαντικότερο. H εμπειρία του να βλέπεις σε μεταμεσονύκτια προβολή το «Plan 9 from Outer Space» του Εντ Γουντ ή το να βλέπεις σε μεταμεσονύκτια προβολή το «Plan 9 from Outer Space» του Εντ Γουντ σε νέα αποκατεστημένη από το BFI κόπια 35mm; Και τα δύο ή και τίποτα από τα δύο, αφού το σημαντικότερο είναι πως ακόμη και μετά από τόσες φορές που έχεις δει την ταινία, είναι σαν να την ανακαλύπτεις ξανά μέσα από το κοινό που τη συναντά για πρώτη φορά - και ας ομολογήσουμε πως κάθε φορά η ταινία μοιάζει καλύτερη. Το συγκινητικό respect που εδώ και χρόνια αποδίδεται στον Εντ Γουντ για τη «χειρότερη ταινία όλων των εποχών», όχι μόνο αντέχει ακόμη, αλλά σε ένα γύρισμα της τύχης μοιάζει σήμερα σχεδόν με μια μεγάλη πράξη αγάπης, παρόμοια με αυτή που ήταν και η ταινία για τον ίδιο. Πίσω από κάθε λάθος στο ρακόρ, από κάθε ακατανόητη σεναριακή επιλογή, από κάθε «παιδικό» ειδικό εφέ, από κάθε μικρή ή μεγάλη σελίδα στη μυθολογία της ταινίας, κρύβεται εδώ και δεκαετίες μια τόσο αγνή λατρεία για την επιστημονική φαντασία, το σινεμά είδους, την ίδια την έννοια του b-movie που συναρπάζει. Ειρωνικά, ο Εντ Γουντ μιλάει με τόλμη για όσα εβδομήντα χρόνια μετά κάνει ταινίες ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, για την εξωγήινη ζωή που μας έχουν κρύψει ότι υπάρχει στη Γη και για το δικαίωμα στο να γνωρίζουμε: στην περίπτωση του «Plan 9 from Outer Space» και για το δικαίωμα να προκρίνουμε, πέρα από εφήμερες και καταχρηστικές cult ανακηρύξεις που πληθαίνουν στις μέρες μας, την αναπολογητική αγάπη και κυρίως - στην περίπτωση του Εντ Γουντ ζωτική - ανάγκη από την οποία γεννιέται μια ταινία. Iσως το μόνο τελικά σπουδαίο διακριτικό της διαχρονικότητας της.

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το Φεστιβάλ Il Cinema Ritrovato στο επίσημο site του, στη σελίδα του στο Facebook και στο Instagram.

il cinema ritrovato