Σε έναν κόσμο όπου η Δικαιοσύνη έχει πάψει να φορά ανθρώπινο πρόσωπο και μιλά πλέον με τη φωνή αλγορίθμων, «Η Εσχάτη των Ποινών» έρχεται να θέσει ένα ερώτημα τόσο απλό όσο και ανατριχιαστικό: τι συμβαίνει όταν η αλήθεια δεν αξιολογείται από συνείδηση, αλλά από δεδομένα; Ο Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ, σκηνοθέτης που εδώ και χρόνια πειραματίζεται με τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης και της τεχνολογίας, επιστρέφει με μια ταινία που μοιάζει σχεδόν προφητική, τοποθετημένη σε ένα κοντινό μέλλον όπου η ανθρώπινη κρίση θεωρείται αναποτελεσματική και επικίνδυνα συναισθηματική.

Στο εγγύς μέλλον, ένας ντετέκτιβ (Κρις Πρατ) δικάζεται με την κατηγορία της δολοφονίας της συζύγου του. Εχει 90 λεπτά για να αποδείξει την αθωότητά του στην προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη (Ρεμπέκα Φέργκιουσον), που ο ίδιος στήριζε ένθερμα, πριν αυτή αποφασίσει για την τύχη του.

Το Mercy δεν ενδιαφέρεται να σοκάρει με θεαματικές εικόνες επιστημονικής φαντασίας. Αντίθετα, επιλέγει μια πιο ύπουλη προσέγγιση. Μας εγκλωβίζει σε έναν κλειστό χώρο και σε πραγματικό χρόνο, παρακολουθώντας έναν άνθρωπο να δίνει τη σημαντικότερη μάχη της ζωής του απέναντι σε ένα αόρατο, ψυχρό σύστημα που δεν συγχωρεί, δεν αμφιβάλλει και, κυρίως, δεν νιώθει. Είναι μια ταινία που από τα πρώτα λεπτά σου δίνει την αίσθηση ότι δεν παρακολουθείς απλώς μια ιστορία, αλλά μια διαδικασία καταδίκης που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου.

Η σκηνοθετική ματιά του Μπεκμαμπέτοφ θυμίζει έντονα το ύφος των ταινιών «Searching» και «Missing». Η αφήγηση ξετυλίγεται μέσα από οθόνες, αρχειακά βίντεο, ηχογραφημένες συνομιλίες και ψηφιακά ίχνη, δημιουργώντας ένα αγωνιώδες παζλ που ο πρωταγωνιστής καλείται να λύσει υπό αφόρητη χρονική πίεση, με την επιλογή του πραγματικού χρόνου να λειτουργεί υποστηρικτικά στο σασπένς, ενισχύοντας την αίσθηση εγκλωβισμού και την ψυχολογική ένταση, ενώ η δράση, αν και περιορισμένη χωρικά, διατηρεί έναν σταθερό παλμό που κρατά το ενδιαφέρον ζωντανό.

Το πρόβλημα της ταινίας όμως δεν βρίσκεται στην ιδέα ή στην εκτέλεση σε επίπεδο ρυθμού, αλλά στη φιλοδοξία του σεναρίου να αγγίξει μεγάλα ζητήματα χωρίς να τα εξερευνήσει ουσιαστικά. Η αντιπαράθεση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης παρουσιάζεται περισσότερο ως δραματικό εργαλείο και λιγότερο ως αντικείμενο ουσιαστικού προβληματισμού. Η ταινία μιλά για την απώλεια της ανθρώπινης κρίσης, για τη μετατροπή της ηθικής σε μαθηματικό τύπο, αλλά μένει στην επιφάνεια, αποφεύγοντας τις δύσκολες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να της δώσουν πραγματικό βάθος. Οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές λειτουργούν κινηματογραφικά, όμως συχνά μοιάζουν βιαστικές ή υπερβολικά βολικές, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουμε στην τελική πράξη.

Οι ερμηνείες του Κρις Πρατ και της Ρεμπέκα Φέργκιουσον ξεχωρίζουν ως τα πιο δυνατά στοιχεία της ταινίας, προσπαθώντας να δώσουν βάρος σε ένα σενάριο που συχνά δείχνει άνισο. Ο Πρατ, περιορισμένος κυριολεκτικά σε μια καρέκλα για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, επενδύει στην ένταση και την ψυχολογική πίεση του χαρακτήρα του, κάνοντας να νιώσεις την απομόνωση και την αγωνία του. Η Φέργκιουσον, ως AI δικαστής, χειρίζεται με ακρίβεια την ισορροπία ανάμεσα στην απόλυτη ψυχρότητα και μια επιφανειακή ανθρώπινη έκφραση, προσδίδοντας μια αίσθηση «προσωπικότητας» σε μια μηχανή που κρίνει και αποφασίζει. Οι δυο τους καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα κάπως ενδιαφέρον μπρα ντε φερ μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης, που διατηρεί το σασπένς ζωντανό, ακόμη κι όταν η ιστορία μένει στην επιφάνεια των θεμάτων που θέλει να εξερευνήσει.

Παρά τις αδυναμίες του, «Η Εσχάτη των Ποινών» παραμένει μια αξιοπρόσεκτη εμπειρία, κυρίως χάρη στη σκηνοθετική συνοχή και την ατμόσφαιρα. Δεν είναι η ταινία που θα επαναπροσδιορίσει το είδος ούτε εκείνη που θα προσφέρει νέες απαντήσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας δίπλα στην τεχνητή νοημοσύνη. Είναι όμως μια ιστορία που βλέπεται με ενδιαφέρον και αφήνει πίσω της ένα ελαφρύ, αλλά επίμονο, αίσθημα ανησυχίας.