«Η ελευθερία, Σάντσο, είναι ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα που έδωσαν οι ουρανοί στους ανθρώπους.»
Η φράση αυτή από τον «Δον Κιχώτης» δεν λειτουργεί απλώς ως λογοτεχνική διακήρυξη αλλά ως υπαρξιακός άξονας για ολόκληρο το σύμπαν του Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Είναι η φλόγα που κινεί έναν ήρωα να τα βάλει με ανεμόμυλους και έναν άνθρωπο να επιβιώσει μέσα σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Πάνω σε αυτή τη φράση μοιάζει να χτίζει και ο Αλεχάντρο Αμενάμπαρ το δικό του «Αιχμάλωτο», μια ταινία που επιχειρεί να κοιτάξει τον συγγραφέα πριν γίνει μύθος, όταν ακόμη πάλευε για κάτι πολύ πιο απτό από την υστεροφημία του, την ίδια του την ελευθερία.
Το 1575, ο 28χρονος Μιγκέλ ντε Θερβάντες πιάνεται αιχμάλωτος από πειρατές και πωλείται στον τρομερό Χασάν Μπάχα του Αλγερίου. Ενώ περιμένει τα σωτήρια λύτρα, ανακαλύπτει ένα απροσδόκητο καταφύγιο στην τέχνη της αφήγησης ιστοριών... και καταστρώνει ένα τολμηρό σχέδιο απόδρασης.
Ο Αμενάμπαρ δεν επιλέγει να αφηγηθεί τη γέννηση ενός αριστουργήματος αλλά την περίοδο της αιχμαλωσίας στο Αλγέρι, τότε που ο νεαρός Θερβάντες ζούσε πέντε χρόνια υπό τη σκιά του Χασάν Πασά. Το ενδιαφέρον του δεν είναι μόνο ιστορικό καθώς η ταινία τολμά να εξερευνήσει την πιθανότητα μιας σύνθετης, σχεδόν απαγορευμένης σχέσης ανάμεσα στον αιχμάλωτο και τον δεσμοφύλακά του. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ φιλόδοξο, καλοδουλεμένο αισθητικά, αλλά άνισο ως προς το συναισθηματικό του αποτύπωμα.
Σκηνοθετικά, ο Αμενάμπαρ αποδεικνύει ότι παραμένει δημιουργός με ισχυρό έλεγχο της εικόνας. Το Αλγέρι αποτυπώνεται με υλική πυκνότητα, με ζεστές αποχρώσεις, σκόνη και φως που αγκαλιάζουν τα πρόσωπα. Η σκηνή της πρώτης δημόσιας ταπείνωσης του Θερβάντες στην αγορά είναι ενδεικτική της σκηνοθετικής του πρόθεσης, καθώς η κάμερα παρατηρεί από απόσταση, αφήνοντας το πλήθος να καταπιεί τον ήρωα. Παρ’ όλα αυτά, η εμμονή στη σύνθεση συχνά υπερισχύει της δραματικής έντασης και ο ρυθμός μοιάζει να βαλτώνει σε σημεία όπου η αφήγηση θα έπρεπε να σφίγγει.
Το σενάριο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο ιστορικό δράμα και την ψυχολογική μελέτη. Η ιδέα ότι ο Θερβάντες επιβίωσε χάρη σε μια ιδιότυπη συναισθηματική σύνδεση με τον Χασάν προσφέρει ενδιαφέρον υλικό, όμως η ανάπτυξή της δεν αποκτά πάντα το απαιτούμενο βάθος. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, όπου ο Χασάν ζητά από τον αιχμάλωτο να του αφηγηθεί ιστορίες και η αφήγηση μετατρέπεται σε παιχνίδι εξουσίας, θυμίζοντας κάτι από τις «1000 και μία Νύχτες» όπου ο Σουλτάνος δίνει στη Σεχραζάντ μια μέρα ζωής για κάθε καλή ιστορία που λέει (εδώ ο Χασάν δίνει στον Θερβάντες μία μέρα ελευθερίας), διαφαίνεται η δυναμική που θα μπορούσε να απογειώσει την ταινία. Ωστόσο, οι διάλογοι συχνά μοιάζουν περισσότερο δηλωτικοί παρά αποκαλυπτικοί, αφήνοντας τους χαρακτήρες εγκλωβισμένους σε ιδέες αντί σε πραγματικά συναισθήματα.
Στις ερμηνείες, ο Χούλιο Πένια δίνει έναν Θερβάντες εσωστρεφή και στοχαστικό, με βλέμμα που κουβαλά πείσμα και φόβο μαζί. Υπάρχουν στιγμές όπου η σιωπή του λέει περισσότερα από οποιαδήποτε ατάκα. Απέναντί του, ο Αλεσάντρο Μπόργκι («Οχτώ Βουνά») που ενσαρκώνει τον Χασάν προσφέρει μια πιο αμφίσημη παρουσία, αλλά η μεταξύ τους χημεία δεν αποκτά ποτέ την εκρηκτικότητα που υπόσχεται το σενάριο.
Στην τελική σκηνή, όταν ο Θερβάντες επιστρέφει στην Ισπανία και το βλέμμα του συναντά τους ανεμόμυλους στον ορίζοντα, η ταινία βρίσκει ξανά τον παλμό της. Δεν είναι ακόμη ο ιππότης της θλιμμένης μορφής, όμως μέσα σε εκείνη τη σιωπηλή εικόνα γεννιέται ο σπόρος του. Οι ανεμόμυλοι δεν είναι αντίπαλοι αλλά μάρτυρες μιας εσωτερικής μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος που πάλεψε για την ελευθερία του θα χαρίσει αργότερα σε έναν φανταστικό ήρωα το δικαίωμα να παλεύει με τα αόρατα. Και εκεί, για πρώτη φορά, «Ο Αιχμάλωτος» μοιάζει να αγγίζει την αλήθεια που αναζητούσε από την αρχή.

