H Λαμίχα δεν είναι τυχερή. Σε μια από τις παραδοσιακές κληρώσεις στο σχολείο της, θα επιλέγει για να είναι αυτή που θα φτιάξει την τούρτα για τα γενέθλια του Προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν. Ο αυστηρός, στρατιώτης δάσκαλος δεν ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι το μικρό κορίτσι δεν έχει χρήματα ούτε για τα βασικά. Μόνη της, μαζί με τη γιαγιά της, Μπίμπι, ζουν στα Ελη του Νότιου Ιράκ. Η χρονιά είναι το 1990 και η χώρα ζει σε απίστευτες συνθήκες φτώχειας μετά τον πρώτο πόλεμο στον Κόλπο, αλλά ο Σαντάμ Χουσεΐν συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του τιμημένο ηγέτη του λαού του, με απαίτηση να τον υπηρετούν, δοξάζουν και γιορτάζουν όλοι σε κάθε τους κίνηση. Η είδηση για την κλήρωση της Λαμίχα, θα οδηγήσει τη γιαγιά της να πάρει τη μεγάλη απόφαση και να δώσει το μικρό κορίτσι σε μια οικογένεια για να μπορέσει να το μεγαλώσει σωστά. Θα φτάσουν στην πόλη, όμως η μικρή Λαμίχα θα το σκάσει και θα ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου, συλλέγοντας ένα ένα - με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί - τα υλικά για να φτιάξει την τούρτα του Προέδρου.
Αν υπάρχει κάτι που κάνει την μικρή αυτή «οδύσσεια» ένα μεγάλο πορτρέτο όχι μόνο μιας συγκεκριμένης εποχής και μιας χώρας, αλλά κυρίως της παιδικής αθωότητας όταν αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την ενήλικη παράνοια, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο πρωτοεμφανιζόμενος Χασάν Χαντί την αντιμετωπίζει σχεδόν σαν μια ταινία που θα γύριζε, για παράδειγμα, στην Disney. Με την υφή, το ρυθμό και κυρίως τη συναισθηματική αναδίπλωση μιας ταινίας που μοιάζει με παραμύθι, ο Χαντί μοιάζει να παίζει ένα παιχνίδι μνήμης. Οδηγός είναι ο τρόπος που τα παιδιά θυμούνται με όρους «μια φορά κι έναν καιρό» ακόμη και τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους. Κάπως έτσι, η περιπλάνηση της Λαμίχα μέσα στο χάος μιας πόλης που μοιάζει με ένα τεράστιο παζάρι ανταλλαγής προϊόντων, προσευχών και… υποσχέσεων, γίνεται μια διαδικασία ενηλικίωσης για την ίδια, αλλά και ένας διάφανος και όχι παραμορφωτικός καθρέφτης για τον θεατή.
Κάθε στάση αυτού του road movie μοιάζει με μια εμπόλεμη ζώνη. Αντίπαλοι, από τη μια πλευρά η πιο βίαια και κυνική πλευρά ενός «καθεστώτος» που αδιαφορεί για τον άνθρωπο και από την άλλη πλευρά η καλοσύνη, η αλληλοβοήθεια και η ανάγκη για επιβίωση που θα κάνει τις διαδρομές αυτών των ηρώων μια επίκληση στην ανθρωπιά. Στα χαρακώματα παιδιά προσπαθούν να βρουν τα «συστατικά» μιας ψεύτικης ευτυχίας, καθώς μόνα τους θα ανακαλύψουν με τον πιο ωμό τρόπο πως αυτό που τους λένε διαρκώς οι μεγάλοι πως «ο Θεός είναι γενναιώδορος» είναι απλά μια πρόφαση για να κρύψουν την άσχημη πλευρά αυτού του κόσμου.
Ο Χαντί δεν κρύβεται πίσω από το παραμύθι, αλλά το χρησιμοποιεί για να μιλήσει για αυτό που ιστορικά επαναλαμβάνεται στον πλανήτη, όπου παιδιά μεγαλώνουν έχοντας χάσει προ πολλού την αθωότητα τους σε χώρες που κυριεύονται πριν από κυριολεκτικά, από την παράνοια παράφρονων ηγετών. Αναπόφευκτα, ο Χαντί θα γίνει και μελοδραματικός και θα ωραιοποιήσει καταστάσεις (γεγονός που επιτείνει και η υπέροχη εικόνα της ταινίας του, ειδικά στις σκηνές στους βάλτους στην αρχή) και με τις «υπολογισμένες» του μέχρι και την κάθε τους λεπτομέρεια σκηνές θα αφαιρέσει από την νεορεαλιστική και σε στιγμές αφοπλιστική του αφήγηση.
Ακόμη κι αν δεν εμφανιζόταν ένα κόκκινο μπαλόνι κάπου στη μέση της ταινίας, σε μια διακριτική αλλά τόσο ταιριαστή αναφορά στο «Κόκκινο Μπαλόνι» του Αλμπέρ Λαμορίς, ο Χαντί είναι σαφές ότι εμπνέεται από ταινίες με παιδιά που θυμίζουν τη λιτότητα του ιρανικού σινεμά (η σύνδεση με το «Λευκό Μπαλόνι» αυτή τη φορά του Τζαφάρ Παναχί είναι άμεση), παρά από μια διάθεση επιτήδευσης της απεικόνισης του ανθρώπινου πόνου και πρόκληση συναισθημάτων οίκτου από τον προνομιούχο θεατή. Εδώ, ο Χαντί παρασύρεται, τρόπος τινά «χολιγουντιανά» - όχι τυχαία το σενάριο συνυποργάφει ο Ερικ Ροθ του «Φόρεστ Γκαμπ», ενώ στη λίστα των παραγωγών συναντάμε μέχρι και τον Κρις Κολόμπους. Και αυτός ο (όχι και τόσο τελικά) παράδοξος συνδυασμός είναι μαζί το μεγάλο προτέρημα και το μεγάλο μειονέκτημα της ταινίας του.

