Στην επιφάνεια, το «Η Οικογένεια Ντινοσάουρους» μοιάζει να πατάει πάνω σε μια δοκιμασμένη συνταγή οικογενειακής περιπέτειας, με δεινόσαυρους, ταξίδια στον χρόνο και ένα παιδί που καλείται να αποδείξει την αξία του. Κάπου ανάμεσα όμως στο θέαμα και στην πρόθεση για συγκίνηση, η ταινία χάνει τον προσανατολισμό της, αφήνοντας την αίσθηση μιας αφήγησης που δεν εμπιστεύεται ποτέ πραγματικά το ίδιο της το υλικό.

Τι συμβαίνει όταν ο έφηβος Φιλ, στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τη συμμαθήτριά του, στέλνει κατά λάθος όλη την παρέα… στην εποχή των δεινοσαύρων; Παγιδευμένοι σε μια ζούγκλα γεμάτη προϊστορικούς κινδύνους, ο Φιλ και ο παλαιοντολόγος πατέρας του πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τον χαμένο στον χρόνο παππού της οικογένειας για να επιβιώσουν! Με σύμμαχο έναν βίγκαν βελοσιράπτορα και εχθρό τον μοχθηρό Τιτανοβόα, η οικογένεια Ντινοσάουρους ξεκινά μια εκρηκτική περιπέτεια.

Οι Μάγια Τουρκίνα & Μαξίμ Βόλκοφ φαίνεται να επιδιώκουν ένα φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στο παιδικό θέαμα και σε πιο σύνθετα θέματα ενηλικίωσης, όμως η σκηνοθετική τους προσέγγιση παραμένει εγκλωβισμένη σε μια επιφανειακή ενέργεια. Η εισαγωγή στο μουσείο, με το άνοιγμα της πύλης προς τη Μεσοζωική εποχή, υπόσχεται έναν κόσμο γεμάτο θαύμα και κίνδυνο, αλλά η συνέχεια περιορίζεται σε μια σειρά επεισοδιακών συναντήσεων που σπάνια κερδίζει το ενδιαφέρον.

Το animation εξυπηρετεί τη δράση και τίποτα παραπάνω. Οι υφές και τα περιβάλλοντα είναι επαρκή, αλλά στερούνται φαντασίας και ιδιαίτερης αισθητικής ταυτότητας, ενώ η κινησιολογία των χαρακτήρων συχνά μοιάζει άκαμπτη, ειδικά στις σκηνές έντασης. Ακόμη και η αντιπαράθεση με το γιγάντιο φίδι, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κεντρικός άξονας αγωνίας, εκτονώνεται χωρίς πραγματική κορύφωση.

Εκεί που η ταινία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα είναι στο επίπεδο των μηνυμάτων της, έστω και άθελά της. Η σχέση πατέρα και γιου χτίζεται πάνω σε μια επίμονη ανάγκη επιβεβαίωσης μέσα από την αντοχή, τη δύναμη και την επιβολή, αναπαράγοντας ένα μοντέλο τοξικής αρρενωπότητας που ποτέ δεν αμφισβητείται ουσιαστικά. Αντί να αποδομηθεί, η ιδέα του «να αποδείξεις ότι είσαι αρκετός» μέσα από την επικράτηση μετατρέπεται σε βασικό αφηγηματικό μοτίβο, υπονομεύοντας τις πιο τρυφερές στιγμές που κατά διαστήματα επιχειρεί να χτίσει η ιστορία.