Ιταλία, αρχές 18ου αιώνα, ένα μοναστήρι, ιδιόμορφο, το Ospedale della Pietà: ένα μέρος που δείχνει «οίκτο» σε ορφανά κορίτσια, αυτά που οι μανάδες τους εγκατέλειψαν, βρέφη, έξω από την πόρτα και τις κάνει είτε μουσικούς, είτε με τη βία νύφες ηλικιωμένων λιγούρηδων πλουσίων ανδρών. Ενα τέτοιο κορίτσι, η Σεσίλια, κρυφοκοιτάζει από το παράθυρο στην αυλή, μια μάνα έχει έρθει για να πάρει πίσω την κόρη της. Είναι η δική της μάνα, η Σεσίλια, με την καρδιά να χτυπά δυνατά, τρέχει στην αυλή, αγκαλιάζει τη γυναίκα, αφήνεται στο αμήχανο χάδι της, η αληθινή της κόρη έχει εμφανιστεί στη γωνία, η Σεσίλια είναι παρείσακτη, πρέπει να γυρίσει στο δωμάτιό της.
Από το καβούκι της η Σεσίλια θα βγει για να δείξει τη μουσική της ικανότητα στον νέο δάσκαλο που (ξανα)φέρνει στο ορφανοτροφείο η διεύθυνση, πρόκειται για τον συνθέτη και βιρτουόζο βιολονίστα Αντόνιο Βιβάλντι, ο οποίος έχει επιστρέψει άπραγος από το φιλόδοξο ταξίδι του στην Ευρώπη και δέχεται την πληρωμένη θέση, εσωστρεφής, υπερβατικός, ασθενικός, ακαταμάχητα ποθητός χάρη στο μαγικό ταλέντο του. Οι δυο τους θ' αγαπηθούν, μεταξύ έρωτα και καλλιτεχνικού θαυμασμού, με τίμημα, φυσικά, μεγαλύτερο για τη Σεσίλια, παρά για τον αναγνωρισμένο μουσικό.
Με μια ατμόσφαιρα που θυμίζει από «The Magdalene Sisters» μέχρι το «Handmaid's Tale», ειδικά με τις βαθυκόκκινες στολές των κοριτσιών και την ηθική και ψυχική, αν όχι και σωματική, κακοποίησή τους, ο Νταμιάνο Μικελέτο, σκηνοθέτης της όπερας ο ίδιος, βασισμένος στο μυθιστόρημα του Τισιάνο Σκάρπα, Stabat Mater, του 2009, φτιάχνει μια ταινία ενδιαφέρουσα: ένα φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στην αισθητική απόλαυση και μια πιο σκληρή, ωμή ματιά στην ανθρώπινη συνθήκη. Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται ο Αντόνιο Βιβάλντ, αλλά είναι σαφές πως δεν πρόκειται για μια συμβατική «ιστορική» αφήγηση, αλλά για ένα έργο που αναζητά συναίσθημα μέσα από εικόνες, μουσική και σιωπές.
Οπτικά, το φιλμ είναι εντυπωσιακό, θαρραλέο στην πρόθεση να μην εξωραΐσει ούτε μια στιγμή: το ενδυματολογικό και σκηνογραφικό περισσότερο ξεγυμνώνουν ψυχές παρά ντύνουν κορμιά, η φωτογραφία, με το παιχνίδι ανάμεσα στο σκοτάδι και το φυσικό φως των κεριών, δημιουργεί μια σχεδόν ζωγραφική ατμόσφαιρα. Τόσο η εικόνα, όσο και η δραματουργία, ενστερνίζονται τα χαρακτηριστικά της εποχής που περιγράφουν, μπαρόκ, κιαροσκούρο, πολυπλοκότητα, ψυχικό βάρος.Η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο επειδή ο κεντρικός ήρωας είναι ο Αντόνιο Βιβάλντι. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε δικά του έργα και στις πρωτότυπες συνθέσεις του Φάμπιο Μάσιμο Καπογκρόσο δημιουργούν ένα ηχητικό τοπίο που ενισχύει τη συναισθηματική ένταση, χωρίς να εγκλωβίζει την ταινία σε μια «μουσειακή» αναπαράσταση.
Το «Primavera» αποφεύγει τις ευκολίες και την παρηγοριά, είναι μια ταινία σκληρή που δεν φοβάται να μεταφράσει το ειδικό ορφανοτροφείο σε μια μικρογραφία της κοινωνίας, τότε αλλά και τώρα στην υπερβολή της: μια διάσταση σχεδόν δυστοπική, ένας ρεαλισμός που έρχεται σε αντίθεση με την αισθητική της ομορφιά και που κάνει τους συμβολισμούς της ταινίας να δένουν ουσιαστικά, και όχι μόνο φορμαλιστικά, με το περιεχόμενό της.
Ο Μικελέτο δεν αντέχει να διατηρήσει αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα ισορροπία ως το τέλος, οι ιδέες του δεν εξελίσσονται πλήρως και το φινάλε τείνει προς την ευκολία, όμως αυτή η άνιση ταινία, ίσως και χάρη στον παράγοντα της έκπληξης, χαρίζει στιγμές αξιομνημόνευτες και μια αίσθηση κατεπείγοντος που γεννιέται στην... πρώιμη νεότερη εποχή, αλλά αντηχεί στο σήμερα.

