Από το πρώτο κιόλας πλάνο γίνεται σαφές ότι το «Το Μυστικό του Δάσους» προσπαθεί να στοχεύσει στο να επαναφέρει το είδος του αστυνομικού θρίλερ στο ευρύτερο mainstream ελληνικό κοινό. Υπάρχει μια εμφανής διάθεση να στηθεί κάτι το ιδιαίτερα σκοτεινό, ωστόσο, αυτή η φιλοδοξία δεν μεταφράζεται ποτέ σε μια ουσιαστική κινηματογραφική εμπειρία, αφήνοντας από νωρίς μια αίσθηση που περισσότερο τείνει προς την αδιαφορία.
Σε ένα νησί, η μυστηριώδης εξαφάνιση μιας οικογένειας τουριστών διαταράσσει τη φαινομενικά ήρεμη ζωή της τοπικής κοινωνίας. Ο αστυνόμος Αντώνης, παρά τις επίμονες προσπάθειές του, οδηγείται σε αδιέξοδο. Τα στοιχεία είναι ελάχιστα και τα στόματα παραμένουν κλειστά. Απελπισμένος, στρέφεται στον παιδικό του φίλο Κώστα -έναν πρώην αστυνομικό που έχει αποσυρθεί μετά από μια αποτυχημένη επιχείρηση εξάρθρωσης διεθνούς σπείρας σωματεμπορίας, η οποία κόστισε τη ζωή της οικογένειάς του. Συντετριμμένος από ενοχές, ο Κώστας έχει αποκοπεί από όλους, αρνούμενος να επιστρέψει στη δράση. Όμως, όταν βλέπει τη φωτογραφία της εξαφανισμένης μικρής κόρης και διαπιστώνει την απίστευτη ομοιότητά της με τη δική του χαμένη κόρη, κάτι αλλάζει μέσα του. Η υπόθεση παύει να είναι απλώς μια αστυνομική έρευνα – γίνεται προσωπική υπόθεση.
Η ταινία μοιάζει να παλεύει συνεχώς με τον ίδιο της τον εαυτό, σαν να μην μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να είναι ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ ή μια άσκηση πάνω στα γνώριμα σχήματα του είδους. Η αρχική ιδέα έχει δυναμική, αλλά όσο εξελίσσεται το σενάριο, τόσο γίνεται φανερό ότι η εκτέλεση δεν μπορεί να το υποστηρίξει.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη σκηνοθετική και σεναριακή αντίληψη γύρω από τα λεγόμενα genre films. Αντί η ιστορία να γεννηθεί μέσα από εικόνες, ρυθμό και κινηματογραφική σκέψη, μοιάζει να έχει κατασκευαστεί σαν άσκηση πάνω σε ήδη γνωστά μοτίβα. Οι Μάκης Τσούφης και Στέλιος Ορφανίδης φαίνεται να ξεκινούν όχι από μια ζωντανή, οραματική ιδέα της ταινίας, αλλά από μια προσπάθεια αναπαραγωγής ενός «σύμπαντος» που έχουν ήδη δει αλλού, αντιγράφοντας από την ατμόσφαιρα μέχρι και κάθε κλισέ του είδους, στην τελευταία λεπτομέρεια, μεταφέροντας τα σε ελληνικό περιβάλλον. Κι αυτό από μόνο του δεν είναι κακό, αν υπήρχε και μια κάποια έμπνευση που να τα στήριζε όλα αυτά, αλλά η εκτέλεση του μοιάζει τόσο χαοτική, με μηδαμινό σασπένς, έχοντας ως αποτέλεσμα μια αφήγηση που δεν αναπνέει κινηματογραφικά, αλλά λειτουργεί σαν περιγραφή ενός κάποιου άλλου θρίλερ.
Το σενάριο βρίθει από ευκολίες και διαλόγους που επιχειρούν να ακουστούν βαθυστόχαστοι, αλλά τελικά καταλήγουν κούφιοι. Οι φράσεις φορτώνονται με δήθεν φιλοσοφικό βάρος χωρίς να το υποστηρίζουν, αφήνοντας μια αίσθηση επιφανειακής σοβαρότητας που δεν πείθει ποτέ. Την ίδια στιγμή, οι χαρακτήρες δεν ξεφεύγουν ποτέ από το επίπεδο του σχηματικού, ενώ οι «κακοί» της ιστορίας αγγίζουν την γραφικότητα που συχνά ξεπερνά ακόμα τα όρια της καρικατούρας,
Οι ερμηνείες αναδεικνύονται σε ένα από τα πιο προβληματικά στοιχεία της ταινίας, όχι τόσο λόγω των ίδιων των ηθοποιών, όσο εξαιτίας του τρόπου που έχουν γραφτεί και καθοδηγηθεί οι χαρακτήρες τους. Ενα καστ με ονόματα όπως οι Κώστας Καραθωμάς, Ιωάννα Πηλιχού, Αργύρης Γκαγκάνης, Χρήστος Κάλλοου, Χάρης Εμμανουήλ, Αλέξανδρος Ρήγας και Μπέσσυ Μάλφα (η οποία παίζει έναν ρόλο που ακόμα κι αν δεν υπήρχε δεν θα άλλαζε τίποτα στην ιστορία) δείχνουν να είναι παγιδευμένοι σε ρόλους που δεν αποκτούν ποτέ πραγματικό βάθος ή εσωτερική ζωή. Οι ερμηνείες παραμένουν μονότονες, χωρίς ένταση ή ουσιαστικές κορυφώσεις, ενώ οι διάλογοι, φορτωμένοι με βαρύγδουπες φράσεις που προσπαθούν να ακουστούν σημαντικές, στερούν κάθε αίσθηση φυσικότητας, καθώς μοιάζουν περισσότερο να τις απαγγέλλουν παρά να τις ενσαρκώνουν στους χαρακτήρες τους.
Αυτό που τελικά αφήνει το «Το Μυστικό του Δάσους» είναι η αίσθηση μιας ταινίας που πασχίζει να δείξει πιο σημαντική και σύνθετη απ’ όσο πραγματικά είναι, χωρίς ποτέ να αποκτά δική της ταυτότητα, καθώς προσπαθεί να κάνει πολλά και τελικά δεν καταφέρνει τίποτα. Δεν είναι μόνο η αποτυχία της ιστορίας να σε πείσει, αλλά κυρίως η εντύπωση μιας χαμένης ευκαιρίας, μιας ταινίας που επιλέγει να μιμηθεί αντί να δημιουργήσει, υποσχόμενη ένα μυστικό που τελικά δεν έχει ποτέ το βάρος ή το ενδιαφέρον για να αξίζει την αποκάλυψή του.

