Σκωτία, 1983. Ο Τζον είναι ένα γλυκό, ντροπαλό αγόρι στην προεφηβεία. Γιος μίας εργατικής, φτωχικής οικογένειας, καμάρι του πατέρα του καθώς έχει ταλέντο, κι ίσως μέλλον, στο ποδόσφαιρο. Μόνο που ξαφνικά ο Τζον αρχίζει μία περίεργη, προκλητική συμπεριφορά: το πρόσωπο του παραδίδεται σε τικ, το σώμα του ξεσπά σε βίαιες αντανακλαστικές κινήσεις και, κυρίως, το στόμα του πυροβολεί ακατανόμαστες βρισιές.
Πολύ πριν κατοχυρωθεί ως ασθένεια το σύνδρομο Τουρέτ, ο μικρός Τζον Ντέιβιντσον εξοστρακίζεται - από το σχολείο, την ομάδα, την ίδια του την οικογένεια. Μέχρι που γνωρίζει την μητέρα ενός συμμαθητή του, την καλόκαρδη νοσοκόμα Ντότι που τον μεγαλώνει σαν δικό της γιο, τον στηρίζει στην τοπική κοινότητα, τον εμπνέει να πιάσει δουλειά και να βρει ένα σκοπό στη ζωή του. Fast forward: 35 χρόνια μετά, η Βασίλισσα της Αγγλίας τον τιμά με το ΜΒΕ (Μέλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας) για τη ακτιβιστική συμβολή του στην κοινωνική ενημέρωση για το σύνδρομο Τουρέτ, αλλά και την πρακτική του υποστήριξη σε οικογένειες που ζούσαν με μία νόσο άγνωστη και παρεξηγημένη.
«Fuck the Queen» φωνάζει μπαίνοντας στην αίθουσα του Παλατιού, ο Τζον, για να προσθέσει «Συγγνώμη, Μεγαλειότατη». Κι αυτό ίσως να είναι παραδόξως και η καρδιά της ταινίας. Τόσο γιατί εξετάζει την ειρωνία του ότι ο κεντρικός ήρωας (και αληθινό πρόσωπο) είναι Βρετανός - αν οι ανεξέλεγκτες βωμολοχίες μπορούν να παραλύσουν από αμηχανία οποιονδήποτε κι οπουδήποτε, στη χώρα του αγκυλωμένου, ατσαλάκωτου καθωσπρεπισμού το σύνδρομο Τουρέτ έμοιαζε με την απόλυτη επίθεση στο DNA του λαού. Παράλληλα όμως, η αληθινή ιστορία του Ντέιβιντσον δεν μένει στα όρια του προσωπικού δράματος, αλλά όπως κάθε βρετανικό νεο-ρεαλιστικό δράμα που σέβεται τον εαυτό του, προβάλει και το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της εποχής - τι δομές υπήρχαν στην εργατική τάξη για να στηριχθεί ένα τέτοιο παιδί από την τοπική κοινωνία του;
Ο Κερκ Τζόουνς («Οι Λοττο...φάγοι», «Είναι Όλοι τους Καλά») γράφει και σκηνοθετεί με τη γνωστή του γλυκόπικρη, λαϊκή, αφοπλιστική απλότητα την αληθινή ιστορία του Ντέιβιντσον και συγκινεί στην προσπάθειά του να δείξει πόσο μία πράξη μπορεί να σώσει μια ζωή: τι θα συνέβαινε σε αυτό το παιδί αν δεν τον έβαζε κάτω από τη φτερούγα της η Ντότι; Πόσο μπορεί να συνεισφέρει με τη σειρά του ένας ευεργετημένος άνθρωπος που δεν βιαζόμαστε να πετάξουμε στο περιθώριο; Και, ταυτόχρονα, πόσο λυτρωτικό είναι για μία κοινωνία να αποδεχθεί και να αφομοιώσει το διαφορετικό;
Οι προθέσεις είναι τίμιες, το μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας λειτουργεί, όμως κάπου χάνονται οι ισορροπίες μεταξύ ρεαλιστικής απόδοσης μίας σκληρής πραγματικότητας και κλισέ αφορισμών - η σκιαγράφηση της οικογένειας του Τζον, ειδικά της μητέρας του, για παράδειγμα, παραείναι ξύλινη και σχηματική. Οπως και η συγκινητική κάθαρση υποκύπτει σ' ένα μελοδραματικό, οριακά «τηλεοπτικής ευκολίας» κρεσέντο, που αδικεί την -έτσι κι αλλιώς- μεγάλη δύναμη της αληθινής ιστορίας.
Παρόλα αυτά, ο Τζόουνς έχει δύο μεγάλα ατού στο μανίκι του. Το γνωστό δαιμόνιο χιούμορ του, που κρατά τις αντιστάσεις απέναντι στη γλυκερή συγκίνηση, και τον ασύλληπτα ταλαντούχο πρωταγωνιστή του, Ρόμπερτ Αραμάγιο, ο οποίος έφερε και την μεγάλη ανατροπή στα πρόσφατα βραβεία BAFTA (κερδίζοντας το Α Ανδρικό από τα φαβορί, Τίμοθι Σαλαμέ και Μάικλ Μπ. Τζόρνταν).
Με μία καλοκουρδισμένη, πειθαρχημένη, μελετημένη στη λεπτομέρεια ερμηνεία, ο Αραμάγιο ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην την ντροπαλότητα, τη συστολή την καλοσύνη του χαρακτήρα του και την τραχιά, θορυβώδη, ακούσια χυδαιότητα της νόσου. Διαχειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια το χιούμορ και τη συγκίνηση, την απαιτητική σωματικότητα, και την τρυφερή, μελαγχολική εσωτερικότητα του ρόλου.

