Μια αμήχανη, υπερβολικά τεταμένη, απολύτως επιφανειακή και, τελικά, ούτε καν αστεία συνέχεια καταλήγει να δώσει στη μνημειώδη, ημιτελή σειρά του ο Αλέξανδρος Ρήγος (αυτή τη φορά χωρίς τον Δημήτρη Αποστόλου), η οποία μπορεί να φέρει πολυάριθμους θεατές στα σινεμά (νοσταλγούς αλλά και με την επιθυμία να πληρώσουν, επιτέλους, το ανικανοποίητο αίσθημα που άφησε το σίριαλ το 2000), αλλά δεν θα ικανοποιήσει ούτε τους φανατικούς εκείνους θαυμαστές - ίσως, μάλιστα, ακόμα λιγότερο εκείνους.
Πράγματα αλλάζουν, πράγματα μένουν ίδια. Τέσσερις γυναίκες συνδέονται μ' ένα παιδικό σκοτεινό μυστικό. Οταν ήταν μικρές, σε ορφανοτροφείο, ο Γεράσιμος Μαντάς, διευθυντής του ιδρύματος, τις είχε κακοποιήσει. Τώρα εκείνος (ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος στο ρόλο), ως ευεργέτης παιδιών, με δράση στην Αμερική, επισκέπτεται την Αθήνα όπου γίνεται δεκτός μετά βαΐων και κλάδων. Οι τέσσερις γυναίκες αναστατώνονται, ξανασυναντιούνται μετά από πολλά χρόνια (ας πούμε 25) κι αποφασίζουν, εξωθούμενες επιπλέον από την κακοποίηση που όλες σήμερα υφίστανται από τους άντρες γύρω τους, να κάνουν πράξη την παλιά τους υπόσχεση για εκδίκηση. Είναι η Αλέκα, αρχισυντάκτρια κουτσομπολίστικης τηλεοπτικής εκπομπής, ενδεχομένως λεσβία μ' έναν γιο χαμένο κορμί (η Βασιλική Ανδρίτσου στο ρόλο της Χρύσας Ρώπα), η θρησκόληπτη και θύμα του αυταρχικού πατέρα της Φωφώ (η Μαρία Λεκάκη συνεχίζει την ηρωίδα της Ελένης Καστάνη), η Ντοντό ή Ντομινίκ, διευθύντρια μεγάλης εταιρείας, έντονα σεξουαλική και μανιώδης καταναλώτρια κόκας (η Παναγιώτα Βλαντή αντί της Ελένης Ράντου) και η Πόπη, πειθήνια σύζυγος του κακοποιητικού σουβλατζή συζύγου της (η Ελένη Ουζουνίδου παίρνοντας σκυτάλη από την Αντα Γαλανοπούλου).
Η ταινία είναι... εκκωφαντική! Το μοντάζ κόβει ανά δέκατα του δευτερολέπτου δημιουργώντας χάος εκεί όπου δεν χρειάζεται να υπάρχει, οι ηθοποιοί μοιάζει να έχουν οδηγία να γκαρίζουν (ενώ είναι όλες και όλοι θαυμάσιοι... αλλού), η αισθητική παραπέμπει, χωρίς λόγο, στα '90ς, όχι σ' εκείνα τα όμορφα κι αποθυμησμένα που αγάπησαν ξανά οι φασαίοι, αλλά στις ελληνικές τηλεοπτικές σειρές των '90ς, τις υστερικές και κακόγουστες. Γενικώς η αίσθηση είναι σαν οι συντελεστές της ταινίας και το ίδιο το ψηφιακό μέσο να κάνει περισσότερες κόκες κι απ' όσες η Ντοντό σ' ένα χρόνο, τέτοια είναι η τσίτα των σκηνών.
Στοιχεία από τη σειρά κάνουν το πέρασμά τους (εκτός από την πλοκή που, φυσικά, συνδέεται άρρηκτα μ' εκείνη), όπως το φορτηγάκι του MEGA, το πέρασμα της Ελένης Καστάνη, της Αλεξάνδρας Παλαιολόγου, η αναφορά στις Ιταλίδες ντίβες (τότε η Κατερίνα Καζέλι, τώρα η Ραφαέλα Καρά). Αυτά όμως μένουν στην κατηγορία τρίβια. Εάν η σειρά των Ρήγα-Αποστόλου έμεινε στην Ιστορία (εκτός από το μυστήριο και τις φήμες που ακολούθησαν τη διακοπή της στο μόλις 6ο επεισόδιο από τα 30 που θα υπήρχαν), ήταν για τον ρηξικέλευθο και τόσο επίκαιρο, τότε, χαρακτήρα της. Μια μαύρη κωμωδία στην Ελλάδα του 2000, με τέσσερις γυναίκες ηρωίδες σε στιλ συμμορίας εκδικητριών που μόνο δεκαετίες αργότερα είδαμε στην τηλεόραση και στο σινεμά, με τολμηρή γλώσσα που έκανε τη λογοκρισία να ξερογλείφεται, με δυνατές σχέσεις φιλίας, που σατίριζε ταυτόχρονα την ελληνική παράδοση και την επικαιρότητα της εποχής.
Στην ταινία χάνεται το κωμικό στοιχείο σε χοντροκομμένες ατάκες, το θρίλερ αντικαθίσταται από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών δολοφονίας του Μαντά που φέρνουν σε παρωχημένη φαρσοκωμωδία, οι ηρωίδες και ο περίγυρός τους περιορίζεται σε ξύλινα στερεότυπα και η μόνη αγωνία που νιώθουν οι θεατές είναι... όταν λέμε Μέρος Πρώτο, πόσα πρόκειται ν' ακολουθήσουν; Γιατί το τότε θαρραλέο τώρα έγινε κραυγαλέο και κάποια πράγματα είναι καλύτερο να μένουν στον μύθο τους, ο οποίος, μάλιστα, με τα χρόνια πολλαπλασιάστηκε, ξεπερνώντας και την ίδια την αξία της τότε σειράς.

