Ταινίες

Στα Χρόνια της Βίας

A Most Violent Year

Τζέι Σι Τσάντορ

7 στα 10

Δυο πρωταγωνιστές που σιγοβράζουν, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες της εποχής μας, ένα βρώμικο ρετρό νεοϋορκέζικο δράμα που τυλίγει το αμερικανικό όνειρο σ’ ένα σημαδεμένο χαρτονόμισμα.

Στα Χρόνια της Βίας
Που παίζεται; Διάλεξε αίθουσα και ώρα προβολών σε όλη την Ελλάδα Που παίζεται;
Στα Χρόνια της Βίας

Το Flix και η Uber σας πάνε σινεμά! Μάθετε πώς μπορείτε να έχετε την πρώτη διαδρομή δωρεάν. Ή, πιο απλά, πατήστε εδώ, καλέστε uberTAXI και... φύγατε!

Ο Εϊμπελ Μοράλες είναι μετανάστης στην Αμερική, δούλεψε οδηγός στα φορτηγά του εμπορίου πετρελαίου και τώρα έχει πιάσει την καλή με τη δική του εταιρεία. Ζει με τη γυναίκα και τις δυο κόρες του στη Νέα Υόρκη του 1981, της χρονιάς που καταχωρήθηκε ως η πιο βίαιη στην ιστορία της. Ο Εϊμπελ προσπαθεί ν’ αναπτύξει την επιχείρησή του, ακολουθώντας τον καθαρό, «ηθικό» δρόμο, όταν όλοι και όλα γύρω του, από τους ανταγωνιστές και την οικογένειά του μέχρι τις ίδιες τις αρχές, τον ωθούν να περάσει στη σκοτεινή πλευρά του νόμου.

Ο Τζέι Σι Τσάντορ έχει κάνει τρεις μεγάλου μήκους ταινίες, φαινομενικά πολύ διαφορετικές, αλλά με κοινούς άξονες περισσότερους από το ταλέντο και την τόλμη του. Οι ήρωες του «A Most Violent Year», σαν εκείνους του «Margin Call», εγκλωβίζονται ασφυκτικά σ’ έναν τόπο κι ένα χρόνο όπου βλέπουν την καταστροφή να έρχεται και δύσκολα μπορούν να δράσουν, απορροφημένοι από ένα βρώμικο σύστημα πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους. Ο Εϊμπελ Μοράλες, σαν τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ του «All Is Lost», αποκρούει πεισματικά κάθε κύμα και κάθε καταιγίδα, αποφασισμένος να δώσει κάθε μάχη και να βγει νικητής, ενώ η φύση – η κοινωνία – λειτουργεί ως αντίπαλος.

Αυτή εδώ μπορεί να μην είναι η πιο πρωτότυπη ή θαρραλέα από τις τρεις ταινίες του Τσάντορ, είναι όμως σίγουρα η πιο ώριμη και κατασταλαγμένη. Μια ταινία κομψή, υπομονετική, στιβαρή, βαριά σαν τα ‘80ς έπιπλα από σκούρο μασίφ μαόνι που διακοσμούν τα σπίτια των ηρώων. Μέσα σ’ αυτά τα σπίτια, ή στις αποθήκες τους, σε μια αυστηρή, πυκνοχτισμένη πόλη, στις λεωφόρους και τις γραμμές του τρένου της, μέσα σε γεωμετρικά πλαίσια, σε τετράγωνα κουτιά, στο άνοιγμα μιας πόρτας, σε μια σκάλα ή σ’ ένα μακρύ διάδρομο, ο Τσάντορ εγκλωβίζει τους ήρωές του, αποκλείοντάς τους οποιαδήποτε έξοδο κινδύνου, με τρόπο διακριτικά στιλιζαρισμένο και εξπρεσιονιστικό.

Σ’ αυτήν του την επιλογή έχει σύμμαχο τον διευθυντή φωτογραφίας Μπράντφορντ Γιανγκ, που με ταινίες σαν το «Ain’t Them Body Saints» και το φετινό «Selma» εξελίσσεται σ’ έναν από τους πιο εμπνευσμένους κινηματογραφικούς καλλιτέχνες, ξεθωριάζοντας εδώ τα πλάνα του σαν τις συνειδήσεις των ηρώων της ταινίας, διαλέγοντας παγωμένα, χιονισμένα αστικά τοπία ή υποφωτισμένα σαλόνια κι εστιατόρια της καινούριας, αυτοδημιούργητης, νεόπλουτης τάξης.

Ο Τσάντορ τοποθετεί χρονικά την ταινία του στη χρονιά που η Νέα Υόρκη σημείωσε ρεκόρ εγκληματικότητας. Αυτή η βία δεν είναι έκδηλη στο φιλμ, δεν υπάρχουν μεγάλες συγκρούσεις και ποταμοί αίματος. Υποβόσκει όμως σ’ ολόκληρη τη διάρκεια, προκαλώντας μια διάχυτη ατμόσφαιρα απόγνωσης κι αδυναμίας και ξεσπά σε μόνο δυο, αλλά εκπληκτικές, σκηνές καταδίωξης πολύπλοκα και μαστόρικα σκηνοθετημένες.

Σ΄αυτό το πλαίσιο, το αντίξοο κι απροσπέλαστο, ο κεντρικός ήρωας Εϊμπελ είναι αποφασισμένος, πάση θυσία, να ενσαρκώσει το αμερικανικό όνειρο, παρόλο που αυτό ξετυλίγεται σαν εφιάλτης και να το κάνει επιμένοντας στωικά στην εντιμότητα, ενώ είναι προφανές ότι μια «αμόλυντη» επιτυχία δεν είναι εφικτή. Ο Εϊμπελ δεν είναι ακριβώς ένας συμπαθής ήρωας – αλλά ό,τι αντιπαθούμε στις πράξεις του είναι ακριβώς οι αρχετυπικές ιδέες του καπιταλισμού, όχι ως κουλτούρα, αλλά ως απλή οικονομική θεωρία. Το «it’s not personal, it’s business» του «Νονού» αντηχεί σε κάθε πράξη του, παρότι ο Εϊμπελ τόσο σθεναρά προσπαθεί ν’ αποφύγει τα λημέρια της μαφίας.

Μ’ ένα γεμάτο σεβασμό ρετρό ύφος, χωρίς ίχνος φολκλόρ, συγκρατημένο και πειθαρχημένο, το φιλμ παραπέμπει απ’ ευθείας και μάλλον συνειδητά στο νεοϋορκέζικο σινεμά του Σίντνεϊ Λιούμετ (να τον λέμε Λαμέτ;), του δικού του, αντι-ηρωικού κοινωνικού ρεαλισμού, που εκτείνεται ακόμα και στο πλήθος εξαιρετικών δεύτερων ρόλων, από τον, βγαλμένο λες από έργο του Αρθουρ Μίλερ, Αλμπερτ Μπρουκς, μέχρι τον «νέας κοπής» Ντέιβιντ Ογιελόουο. Απόλυτα καθοριστικά, ωστόσο, είναι οι δυο πρωταγωνιστές της ταινίας που δίνουν πνοή και ουσία σε όλα της τα χαρίσματα, η σύνθετη Τζέσικα Τσαστέιν που συνδυάζει την εύθραυστη ομορφιά της με μια σιδερένια γροθιά έτοιμη να χτυπήσει και ο Οσκαρ Αϊζακ, σε μια ερμηνεία που μεταφέρεται από το μελόδραμα στην αιχμηρή street δύναμη μ’ ένα βλέμμα. Η νέα ταινία του Τζέι Σι Τσάντορ δεν είναι ένα εντυπωσιακό δράμα, είναι όμως ένα κομμάτι αστικής ιστορίας που καίει αργά και σταθερά στο μισοσκόταδο.

Το Flix και η Uber σας πάνε σινεμά! Μάθετε πώς μπορείτε να έχετε την πρώτη διαδρομή δωρεάν. Ή, πιο απλά, πατήστε εδώ, καλέστε uberTAXI και... φύγατε!

Διαβάστε ακόμη: «Α Most Violent Year»: Οταν η Νέα Υόρκη ήταν στ’ αλήθεια η πιο επικίνδυνη πόλη στον κόσμο

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.