Συνέντευξη

Wild and Precious – Ο Μπιλ Μουσούλης κάνει ταινία στην Ελλάδα… για την Ελλάδα!

στα 10

Είναι από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου κινηματογραφικού τοπίου διεθνώς, παρότι το όνομά του είναι λίγο γνωστό στο κοινό. Ο λόγος για τον Μπιλ Μουσούλη, που γυρίζει αυτόν τον καιρό το «Wild and Precious», με θέμα την ελληνική κρίση.

Wild and Precious – Ο Μπιλ Μουσούλης κάνει ταινία στην Ελλάδα… για την Ελλάδα!
Ο Αλεσάντρο Φιγκουρέλλι μέσα σε μια Αθήνα... wild and precious

Ο Μπιλ Μουσούλης, Αυστραλός ελληνικής καταγωγής, έχει σκηνοθετήσει οκτώ μεγάλου μήκους ταινίες, μεταξύ των οποίοων το «A Nocturne» που παρουσιάστηκε το 2008 στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Underground Film Festival της Μελβούρνης.

Παρότι έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους πιο σημαντικούς ανεξάρτητους σκηνοθέτες της Αυστραλίας, ο ρόλος με τον οποίο έχει κερδίσει τα περισσότερα εύσημα είναι αυτός του ιδρυτή, το 1999, του παγκόσμιας φήμης και κύρους website Senses of Cinema, έναν από τους ελάχιστους τόπους ακαδημαϊκής ανάλυσης, συζήτησης και προώθησης του ανεξάρτητου και πειραματικού κινηματογράφου.

Αυτόν τον καιρό, ο Μπιλ Μουσούλης βρίσκεται στην Αθήνα, όπου γυρίζει τη νέα του ταινία, με τίτλο «Wild and Precious» και θέμα την πολιτική και οικονομική κατάσταση της Ελλάδας σήμερα. Η ταινία παρακολουθεί μια Αυστραλή τηλεοπτική παραγωγό, που έρχεται στην Αθήνα για να καλύψει την «ελληνική κρίση». Μετά την Αθήνα, τα γυρίσματα θα συνεχιστούν στο Βόλο και το Μιλάνο. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Αλεσάντρο Φιγκουρέλλι («Μαχαιροβγάλτης»), ενώ συμπαραγωγός είναι ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης.

Εν μέσω γυρισμάτων, ο Μπιλ Μουσούλης απάντησε στις ερωτήσεις του Flix, δίνοντας τη δική του εικόνα για τα πράγματα.

Γιατί αποφασίσατε να γυρίσετε μια ταινία για την ελληνική κρίση;

Η αρχική μου πρόθεση δεν ήταν να κάνω μια ταινία για την κρίση στην Ελλάδα. Στην αρχή, ήθελα να κάνω μια ταινία με κεντρικό ήρωα τον ηθοποιό Αλεσάντρο Φιγκουρέλλι, γιατί τον έβρισκα εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Με προκαλούσε η ενέργειά του και το πώς ένας Ιταλό ζει, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, η Αυστραλή ηθοποιός Τζένιφερ Λέβι ερχόταν στην Ελλάδα για την ταινία κι έπρεπε να δημιουργήσω ένα ρόλο για εκείνη, οπότε μου φάνηκε φυσικό να υποδυθεί την τηλεοπτική παραγωγό που προσλαμβάνει τον Αλεσάντρο για να μαγνητοσκοπήσει τις διαμαρτυρίες που γίνονται στην Αθήνα. Ενα μεγάλο μέρος της ταινίας είναι η εσωτερική ζωή των ηρώων, ενώ επίσης παρακολουθούμε την επανασύνδεση του Αλεσάντρο με την πρώην γυναίκα του στην Ιταλία, γι’ αυτό κι έχουμε αρκετά γυρίσματα στο Μιλάνο. Αρα, τελικά, η ταινία διατρέχεται από πολλά διαφορετικά νοήματα.

Ποιο ήταν το νόημα στο να μετατρέψετε σε μυθοπλασία κάτι τόσο τρέχον και πραγματικό;

Πάντα οι ταινίες μου είναι μυθοπλαστικές, δεν κάνω ποτέ ντοκιμαντέρ, αλλά το ύφος μου είναι ρεαλιστικό, μ’ αρέσει να θαμπώνω τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Ετσι, ακόμα και οι ηθοποιοί, υποδύονται ήρωες του σεναρίου, οι οποίοι, όμως, μοιάζουν αρκετά στους ίδιους. Κι έπειτα, μ’ αρέσει πάντα να χρησιμοποιώ το αληθινό κοινωνικό πλαίσιο του τόπου όπου γυρίζω μια ταινία. Δε θέλω να δημιουργώ ένα πλαστό περιβάλλον. Κι η αλήθεια είναι πως η Αθήνα αυτή τη στιγμή βουίζει, είναι μια ολοζώντανη πόλη, ακόμα κι αν σε κάποιες περιπτώσεις τώρα το βουητό είναι άσχημο ή βίαιο.

Ηταν πρόθεσή σας να δουλέψετε στην Ελλάδα;

Οχι, είμαι πάντα χαρούμενος που ζω και δουλεύω στην Αυστραλία. Αλλά τα τελευταία χρόνια μου συνέβησαν κάποια πράγματα – η τελευταία ταινία μου, «A Nocturne», προβλήθηκε σε κινηματογραφικά φεστιβάλ το 2008 κι ερχόμενος στην Ευρώπη (και στην Αθήνα για τις Νύχτες Πρεμιέρας), ενθουσιάστηκα, μια και ήταν η πρώτη μου φορά. Επιπλέον, ο κινηματογράφος στην Αυστραλία, ειδικά σε ό,τι αφορά τις μεγάλου μήκους ταινίες, έχει γίνει πολύ μπαγιάτικος και άτολμος τα τελευταία χρόνια. Ανέκαθεν αγαπούσα στο ευρωπαϊκό σινεμά, οπότε το 2009 αποφάσισα να ζήσω στην Ευρώπη για ένα αόριστο διάστημα. Για μένα, το ότι τώρα ζω και κάνω μια ταινία στην Ελλάδα, είναι μια μεγάλη περιπέτεια.

Τι έχετε ως στόχο να μεταφέρετε στο ελληνικό κοινό με την ταινία αυτή;

Η ταινία είναι τόσο ασυνήθιστη για τα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου, που απλώς ελπίζω ότι το ελληνικό κοινό θ’ αντιδράσει με περιέργεια – ακόμα και να μπερδευτεί, κι αυτό καλό είναι… άλλωστε πρόκειται για μια παράξενη κατάσταση… Εγώ είμαι ξένος εδώ, παρότι και οι δύο μου γονείς είναι Ελληνες, κι ήρθα στην Ελλάδα για να κάνω μια ταινία για έναν Ιταλό και την πρώην γυναίκα του στην Ιταλία και μια Αυστραλή τηλεοπτική παραγωγό. Οπότε, στην ταινία, τα ελληνικά ακούγονται μόνο σε λίγες σκηνές… οι βασικές γλώσσες είναι τα ιταλικά και τ’ αγγλικά… ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εξελίσσεται στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Οι θεατές έχουν πάντα ανάμεικτες αντιδράσεις με τις ταινίες μου, αλλά οι κριτικοί κινηματογράφου και οι σινεφίλ τείνουν ν’ αγαπούν τη δουλειά μου.

Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί να έχει πολιτική δύναμη;

Ναι, πιστεύω ότι η τέχνη είναι μια πολιτική δύναμη. Νομίζω ότι η καλλιτεχνική αναπαράσταση του κοινωνικού ή πολιτικού τοπίου και των συναισθημάτων, μπορεί να μιλήσει σε όποιον παρατηρεί το έργο τέχνης. Ειδικά στις εικαστικές τέχνες, όπως τη φωτογραφία, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο. Οι εικόνες μπορούν να είναι σύμβολα, μπορούν να πυροδοτήσουν τη συνείδηση και το πνεύμα των ανθρώπων. Γι’ αυτό ο κόσμος βλέπει τηλεόραση, γι’ αυτό κάποια βίντεο παίζονται ξανά και ξανά… βλέποντάς τα, κάτι μας συμβαίνει. Σ’ αυτήν την ταινία μου, χρησιμοποιώ κάποιες από αυτές τις εικόνες (από διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις), αλλά από μια λίγο διαφορετική οπτική, με κάπως νέα ματιά… αυτό μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους που θα δουν την ταινία.