Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής μας ξεναγεί στην Αθήνα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 25 OCT 2011  /  Μανώλης Κρανάκης

Λίγο πριν ο «Ξεναγός» του κάνει την αθηναϊκή πρεμιέρα του στο Πανόραμα Ευρωπαικού Κινηματογράφου, ο Ζαχαρίας Μαυροειδής μιλάει στο Flix για την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, τον τρόπο του να κάνεις σινεμά χωρίς χρήματα και την «αγνωστη» πλευρά της Αθήνας.

Πως γεννήθηκε η ιδέα του «Ξεναγού»;

Η γέννηση της ιδέας του «Ξεναγού» έγινε μέσα σε ένα λεωφορείο, στην Πέτρου Ράλλη, ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωινό. Η μαμή ήταν ένα άρθρο σχετικά με κινηματογράφο και αρχιτεκτονική που διάβαζα το οποίο μου έδωσε την ιδέα να κάνω μία ταινία για αρχιτέκτονες. Πολύ σύντομα η ιδέα αυτή ενώθηκε με μία άλλη ιστορία που σκεφτόμουν εκείνη την περίοδο με θέμα μία ερωτική σχέση ανάμεσα σε ένα αγόρι και ένα κορίτσι που γίνεται σταδιακά φιλία Μετά το ζεύγος αυτό ενώθηκε με διάφορες άλλες ιδέες που αιωρούνταν σκόρπιες στο κεφάλι μου και όλες μαζί κατέληξαν στον «Ξεναγό».

Πόσο εύκολο ήταν να οργανώσεις μια εντελώς ανεξάρτητη παραγωγή;

Η δυσκολία οργάνωσης μίας παραγωγής εξαρτάται νομίζω πρώτα από το πρότζεκτ και μετά από τα λεφτά που διαθέτεις. Υπάρχουν ταινίες που γίνονται εύκολα και χωρίς πολλά λεφτά. «Ο ξεναγός» δεν ήταν μία τέτοια ταινία,. Εχει εννιά χαρακτήρες, αμέτρητα εξωτερικά, γύρισμα σε πλοίο, σε νησί, σε μπαρ κ.ο.κ. Παρ’ όλ’ αυτά έγινε! Ημουν τυχερός να έχω έναν έμπειρο διευθυντή παραγωγής και μία έμπειρη βοηθό σκηνοθέτη (Νίκος Κουμανταράκης και Ευδοκία Καλαμίτση αντίστοιχα). Επίσης ήμουν τυχερός που οι περισσότεροι συντελεστές της ταινίας δέχτηκαν να κεφαλοποιήσουν ολόκληρη ή μέρος της αμοιβής τους και να γίνουν συμπαραγωγοί. Πρώτ’ απ’ όλα όμως ήμουνα τυχερός που είχα δίπλα μου πολλούς φίλους και την οικογένειά μου. Η συμμετοχή τους, με διάφορους τρόπους, στην δημιουργία της ταινίας είναι τεράστια. Προσωπικά, εκεί που τα βρήκα πιο σκούρα ήταν στο μετά την παραγωγή, στο ποστ και στην διανομή. Εκεί είναι που πραγματικά έχεις ανάγκη από ένα γραφείο παραγωγής γιατί υπάρχει τόση μα τόση δουλειά να γίνει. Αυτό δεν το είχα προβλέψει με αποτέλεσμα να τρέχω και να μην φτάνω!

Ηταν απόφαση σου από την αρχή να είναι μια ανεξάρτητη παραγωγή ή αναγκάστηκες λόγω αρνήσεων χρηματοδότησης;

Hταν μία συνειδητή απόφαση από την αρχή, ή τουλάχιστον σχεδόν από την αρχή. Δεν κατέθεσα ποτέ το σενάριο στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου ούτε πήγα σε παραγωγούς παρά μόνο σε έναν. Ηθελα την πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους να την κάνω όπως έκανα και τις περισσότερες μικρού μήκους. Με φίλους, με λίγα λεφτά, με τρελό κέφι, με αυτοσχεδιασμό, με ελευθερία επιλογής. Κι έτσι κι έγινε.

Ποια ήταν τα μεγαλύτερα εμπόδια που συνάντησες στην ολοκλήρωση της ταινίας;

Το κομμάτι της διανομής είναι ίσως το πιο αντίξοο για μία ανεξάρτητη παραγωγή, ειδικά σε σε μία περίοδο σαν αυτή που διανύουμε. Ούτως ή άλλως όμως, δεν θεωρώ ότι το ότι βρέθηκα χωρίς εταιρία διανομής είναι κάτι σπάνιο. Ξέρω ότι μπορεί να μου ξανασυμβεί στο μέλλον οπότε καλό θα είναι να μάθω όσο πιο καλά γίνεται και αυτό το κομμάτι του σινεμά. Αν θες να κάνεις ανεξάρτητο κινηματογράφο πρέπει αναγκαστικά να δεις και το στάδιο της προώθησης ως μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Κάπως έτσι βρέθηκε τελικά μία πρωτότυπη άκρη στο τούνελ της διανομής: στο πνεύμα της συνεργασίας και της αλληλοϋποστήριξης με το οποίο έγινε ο «Ξεναγός», η ταινία θα βγει στις αίθουσες αγκαζέ με την ταινία «Τungsten» του Γιώργου Γεωργόπουλου. Δύο ταινίες με πολλά κοινά και άλλες τόσες διαφορες.

Τι ήταν αυτό που σε ενδιέφερε περισσότερο στην ιστορία του «Ξεναγού»: η σεξουαλική αφύπνιση του ήρωα σου, η Αθήνα ως φόντο μιας νεανικής κομεντί, η είκονα μιας Ελλάδας μέσα από τα μάτια των ξένων;

Νομίζω και τα τρία ισάξια. Και οι τρεις αφηγήσεις συναντιούνται στο θέμα της ταυτότητας. Η σεξουαλική ταυτότητα, η εθνική ταυτότητα, η ταυτότητα της γενιάς του Εράσμους, η αρχιτεκτονική ταυτότητα της Αθήνας είναι συγκοινωνούντα δοχεία που συνθέτουν τις διαφορετικές προσωπικότητες των χαρακτήρων. Ολη η ταινία παίζει με τα στερεότυπα και με το ερώτημα «ποιος είμαι;», το οποίο απευθύνεται προς πάσα κατεύθυνση. Και φυσικά η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει ρητή απάντηση. Η ταυτότητα είναι κάτι απίστευτα ρευστό.

Πιστεύεις πως οι νέοι δημιουργοί βρίσκουν την υποστήριξη που χρειάζεται από το κράτος;

Εξαρτάται τι εννοείς νέους. Νομίζω στην Ελλάδα έχουμε μία παρανόηση για την έννοια της νεότητας. Λέμε νέοι καλλιτέχνες και εννοούμε τους σαραντάρηδες. Για ‘μένα νέος είναι ο 20άρης. Αυτός θα έπρεπε να εκπροσωπεί το νέο. Υπό αυτή την έννοια τόσο η πολιτεία όσο και η κοινωνία, με τελείως διαφορετικούς τρόπους, κάθε άλλο παρά φροντίζουν για την υποστήριξη και ανάδειξη των νέων.

Πιστεύεις πως για να γνωρίσεις καλύτερα έναν τόπο χρειάζεται να έχεις έναν «ξεναγό»;

Λατρεύω να πηγαίνω σε μία ξένη χώρα για να βρω ένα γνώριμο πρόσωπο το οποίο θα με ξεναγήσει στην πόλη. Οι ντόπιοι φίλοι νομίζω είναι οι καλύτεροι ξεναγοί.. Δεν νομίζω ότι μπορείς να πάρεις μία πραγματική γεύση μίας ξένης πόλης αν δεν μπεις σε ένα φιλικό σπίτι, αν δεν πας σε ένα πάρτυ, αν δεν σε πάνε μία βόλτα με αμάξι. Αντίστοιχα, μου αρέσει πολύ να παίζω τον ρόλο του ξεναγού στην Αθήνα όταν με επισκέπτονται φίλοι από το εξωτερικό. Το κάνω με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και είναι κι αυτός ένας ακόμη βασικός λόγος που έκανα αυτή την ταινία: η αγάπη μου για την Αθήνα.

Τι σου αρέσει στην Αθήνα; Τι σιχαίνεσαι; Ποια είναι η αγαπημένη σου διαδρομή και ποιο είναι το ένα μέρος που πρέπει να επισκεφθεί οπωσδήποτε ένας ξένος στην Αθήνα;

Στην Αθήνα μου αρέσει το φως της, το κλίμα της, οι λόφοι της και οι ανθρώποι που βγαίνουν με τα εσώρουχα τους στα μπαλκόνια κάθε καλοκαίρι. Σιχαίνομαι τα στενά πεζοδρόμια και γενικά την κουλτούρα του αυτοκινήτου. Επίσης σιχαίνομαι την πλατεία στο Γκάζι. Από πολλές απόψεις. Αγαπημένη διαδρομή δεν έχω αλλά ενθουσιαζομαι πάντα όταν ανακαλύπτω νέες γειτονιές. Τελευταία με το free day, την ποδηλατοπορία, έχω δει φοβερές γειτονιές της πόλης με πολύ διαφορετικό χαρακτήρα. Τώρα αν είχα έναν ξένο θα του έδινα συμβουλές ανάλογα με το τι άνθρωπος είναι. Νομίζω όμως ότι είναι μία πόλη με αμέτρητα πρόσωπα που μπορεί να εκπλήξει τόσο δυσάρεστα όσο και ευχάριστα κάθε επισκέπτη. Αρκεί να το ψάξει λίγο.

Ο «Ξεναγός» θα προβληθεί στο 24ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, στις 27 Οκτωβρίου και θα βγει στις αίθουσες μαζί με το «Tungsten» του Γιώργου Γεωργόπουλου στις 24 Νοεμβρίου.

Διαβάστε περισσότερα εδώ για την κοινή διανομή του «Ξεναγού» με το «Tungsten»

Ο Ξεναγός

Σκηνοθεσία και σενάριο : Ζαχαρίας Μαυροειδής Διεύθυνση φωτογραφίας: Ζωή Μαντά Μοντάζ *: Ιωάννα Πογιατζή *Πρωτότυπη μουσική: Μάρθα Μαυροειδή, Γιώργος Βεντουρής Ηχος: Νίκος Τριανταφύλλου, Ηρακλής Βλαχάκης Σκηνικά: Κατερίνα Ζουράρη Κοστούμια: Εφη Μουτσιανά – Μαρρέ Γραφικά: Μαρία Καραμάνου, Πέννη Τιτόνη Animation: Παντελής Τσιαχρής Τίτλοι: Ανδρέας Κοσσιώνης Μακιγιάζ : Romy Fangerow Παραγωγή : Wesaw open lab – Ζαχαρίας Μαυροειδής Πρωταγωνιστούν: Μιχάλης Οικονόμου, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Kathrin Suckfiel, Anne Marie O’ Sullivan, Francois Renault, Σταυρούλα Κοντοπούλου, Νικόλας Πιπεράς, Michael-John Raftopoulos, Maria Perez

Σύνοψη: Ο Ιάσονας κατεβαίνει στην Αθήνα ξεκινώντας την νέα του φιλόδοξη καριέρα ως «ξεναγός αρχιτεκτόνων». Το γκρουπ του αποτελείται από φοιτητές αρχιτεκτονικής από το εξωτερικό που ολοκληρώνουν το Erasmus τους στην Θεσσαλονίκη. Σύντομα ο Ιάσονας έρχεται αντιμέτωπος με τις ετερόκλητες απαιτήσεις των φοιτητών που προτιμούν έναν πολύωρο καφέ ή μία επίσκεψη σε νεκροταφείο από μία ξενάγηση στην Ακρόπολη. Παράλληλα, βρίσκεται ξανά με την πάλαι ποτέ κολλητή του φίλη Μυρσίνη. Παγιδευμένος ανάμεσα σε μία φίλη που τον βλέπει όλο και λιγότερο σαν φίλο και ένα γκρουπ που τον βλέπει όλο και λιγότερο σαν ξεναγό, ο Ιάσονας θα αναγκαστεί να δώσει μια λύση στα προσωπικά του αδιέξοδα.

Και για να μπείτε στο κλίμα της ταινίας, δείτε παρακάτω γιατί ο Ιάσονας, ο «Ξεναγός» του τίτλου, σιχαίνεται τα βαριά λαϊκά, την ίδια στιγμή που το «Θέλεις να μείνουμε φίλοι, αλλά η αγάπη δεν είναι ύλη» μαρτυρά περισσότερα απ' όσα θα πίστευε και ο ίδιος για την καλοκαιρινή περιπέτεια του στην Αθήνα...

Δείτε εδώ το τρέιλερ του «Ξεναγού»

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.