Αποκλειστικό: το Flix συναντά τους Τζεφ Νίκολς και Μάθιου ΜακΚόναχεϊ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 18 JUL 2013  /  Πόλυ Λυκούργου

Με το «Ενα Καλοκαίρι» και πρωταγωνιστές τον Μάθιου ΜακΚόναχεϊ , τη Ρις Γουίδερσπουν και δύο ακαταμάχητους πιτσιρικάδες, ο Τζεφ Νίκολς μας μεταφέρει πίσω στην παιδική μας ηλικία, όταν διαβάζαμε τον Χάκλμπερι Φιν και ονειρευόμασταν τι θα φέρει και για εμάς το ποτάμι της ζωής μας. Η συζήτηση με σκηνοθέτη και καστ ήταν εξίσου μαγική...

Ο Τζεφ Νίκολς («Take Shelter», «Shotgun Stories») έχει ταλέντο στο να πειραματίζεται με κινηματογραφική είδη, ενώ στην ουσία θέλει να σου πει κάτι πολύ προσωπικό. Μία βίαιη βεντέτα που στην ουσία είναι ερωτικό γράμμα προς τα αδέλφια σου και πώς δεν μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς αυτά. Ενα μεταφυσικό θρίλερ με CGI τυφώνες σου ψιθυρίζεται σαν την πιο κρυφή υπαρξιακή σου ανασφάλεια. Και τώρα, μία ιστορία ενηληκίωσης «Ενα Καλοκαίρι» στις λάσπες του Μισισιπί, έρχεται να επιτεθεί σε πολλαπλές αισθήσεις: τι σημαίνει να είσαι παιδί, να ονειρεύεσαι, να ενηλιώνεσαι απότομα και ταυτόχρονα να γνωρίζεις έναν ρομαντικό, μυστηριώδη ενήλικα που σε υποψιάζει ότι... δε θα μεγαλώσεις ουσιαστικά ποτέ.

Γεννημένος στο Αρκανσο, ο Νίκολς γνωρίζει πολύ καλά πώς να χτίσει μία ταινία που να κυλάει οργανικά με τους ρυθμούς του ποταμιού. Ο Μισισιπί πρωταγωνιστεί, κυριολεκτικά και συμβολικά. Οι δύο πιτσιρικάδες του, ως άλλοι Τομ Σόγιερ και Χάκλεμπερι Φιν, περνούν το καλοκαίρι που θα τους σημαδέψει.

Πόσο δύσκολο είναι να βρεις δύο αγοράκια που θα κουβαλήσουν το βάρος μίας τέτοιας ταινίας; Πώς έπεισε τον Μάθιου Μακόνεχι να πρωταγωνιστήσει; Τι απαιτήσεις είχε το γύρισμα που έγινε, χωρίς green screens, μέσα κι έξω από το ποτάμι;

Το Flix συναντήθηκε με τον σκηνοθέτη της πιο τρυφερής ταινίας που θα δείτε αυτό το καλοκαίρι, αλλά και τους μικρούς και μεγάλους πρωταγωνιστές του για μία συζήτηση για κινηματογραφικά και μη όνειρα...

3

Γιατί επιλέξατε μία ταινία σαν το «Ενα Καλοκαίρι» να ακολουθήσει «Το Καταφύγιο»;

Τζεφ Νίκολς: Εχω γράψει το σενάριο για το «Ενα Καλοκαίρι» από τα φοιτητικά μου χρόνια. Είναι μία ιδέα που κουβαλάω στην καρδιά μου εδώ και καιρό. Είχα ξεφυλλίσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες του ποταμού Μισισιπί και είχα αμέσως τη σκέψη: δύο αγόρια ανακαλύπτουν έναν κατάδικο που κρύβεται σ' ένα από τα νησάκια του. Από τότε δεν μπορούσα να τη ξεχάσω. Μόνο που ήθελα αυτή η ταινία να γυριστεί σωστά. Να μην αναγκαστώ να την μικρύνω γιατί δεν είναι το μπάτζετ. Χρειάζεται ένας σοβαρός προϋπολογισμός για να μεταφέρεις συνεργείο και ηθοποιούς σ' αυτές τις περιοχές και να κάνεις δυο μήνες γύρισμα. Γιατί δε χρησιμοποιήσαμε καθόλου εφέ. Ολα έγιναν επί τόπου. Επίσης, ήθελα για πρωταγωνιστή τον Μάθιου ΜακΚόναχι. Από την αρχή το ήξερα αυτό. Και εκείνη την εποχή δε θα απαντούσε καν στο τηλεφώνημά μου. Το έλεγα στους συνεργάτες μου και γελούσαν μαζί μου. Επρεπε να περιμένω. Ετσι, γύρισα το «Shotgun Stories» και «Το Καταφύγιο» πρώτα. Χαίρομαι γιατί 7 χρόνια πριν ούτε εκείνος θα ήταν να γυρίσει αυτή την ταινία.

Τι μάθατε από το «Καταφύγιο» και το εφαρμόσατε σ' αυτή την μεγαλύτερη παραγωγή;

Τζεφ Νίκολς: Πάρα πολλά. Ολες οι ταινίες μου μου έμαθαν πολλά. Σε κάθε νέα ταινία η παραγωγή μεγαλώνει, το συνεργείο μεγαλώνει και πρέπει να μάθεις να το χειρίζεσαι αυτό. Υπάρχουν πρακτικά πράγματα - η αυτοπεποίθηση που αποκτάς, βήμα βήμα για το πώς να χειρίζεσαι την κάμερα, πώς τους ηθοποιούς σου. Στο «Shotgun Stories» δεν κινούσα την κάμερα καθόλου. Μία απόφαση που είχε να κάνει κατά πολύ με το μπάτζετ μου, όμως είχε και μία συγκεκριμμένη σκηνοθετική εξήγηση: ότι η κάμερα είναι κολλημένη, γιατί οι χαρακτήρες είναι βαλτωμένοι. Στο «Καταφύγιο» ξεκίνησα να πειραματίζομαι με την κίνηση της κάμερας, τα παναρίσματα - είδα πολλές φορές την «Λάμψη» του Κιούμπρικ και παρατήρησα τι έκανε. Σ' αυτήν εδώ την ταινία ήθελα ορμή. Γιατί είναι το ποτάμι που επιβάλει όλα να γλυστρούν. Κι έτσι υγρή έπρεπε να είναι και κινηματογράφηση.

Πώς βγήκε ο τίτλος και το όνομα του ήρωα; Γιατί «Mud»;

Τζεφ Νίκολς: Αρχικά η έμπνευση ήρθε από το τραγούδι του Τάουνς Βαν Ζαντ «Mr. Mudd & Mr. Gold». Μετά σκέφτηκα το θρύλο του ποταμού Μισισιπί και της λάσπης του - ένα κομμάτι αμερικανικής κουλτούρας βρίσκεται εκεί. Οπότε αποφάσισα να παίξω μ' αυτό. Γιατί το ποτάμι είναι κυρίως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Πώς όλοι έχουν μείνει άνεργοι, πώς οι τράπεζες παίρνουν τα σπίτια τους, πώς ακόμα κι αν έχεις έντονη προφορά σ' αυτή τη χώρα πια θεωρούν ότι είσαι χίλμπιλι. Ομως το ποτάμι δεν πεθαίνει ποτέ. Από τη λάσπη του γεννά ζωή. Από τα νερά του και την ορμή του ανοίγει νέους δρόμους.

Είστε κι ο ίδιος από τον Νότο. Πόσο σας ήταν οικείο το άγριο περιβάλλον στο ποτάμι του Μισισιπί; Πόσο πιστεύετε ότι ο αμερικανικός νότος είναι ένας ακόμα ήρωας της ταινίας – όπως στα βιβλία του Μαρκ Τουέιν;

Τζεφ Νίκολς: Η φύση είναι ο κυρίαρχος της ζωής σου εδώ. Το αγαπώ πολύ αυτό το ποτάμι. Σε αναγκάζει να μπεις στο ρυθμό που σου επιβάλει. Να νιώσεις την ορμή, τη δύναμή του, το συμβολισμό του. Αν δεν προσέξεις, σε παρασύρει. Σου παίρνει πράγματα μακριά και δε γυρίζει πίσω. Αν όμως κοιτάξεις, σου φέρνει άλλα. Δίνει και παίρνει. Και τρέχει μόνο μπροστά. Ο αμερικανικός νότος, οι άνθρωποί του, οι αρχές τους είναι σίγουρα ένας ακόμα χαρακτήρας στην ταινία. Δεν το κρύβω ότι η ταινία αναφέρεται στο ρομαντισμό του Μαρκ Τουέιν. Ηθελα να αφήνει αυτή την αύρα: του american classic. Είχα διαβάσει τον Τομ Σόγιερ όταν ήμουν 11-12 χρονών και με σημάδεψε. Διαβάζεις την παιδική σου ηλικία μέσα σε κάθε λέξη του. Μακάρι να κατάφερα να γυρίσω έστω μία σκηνή που θα έχει την ίδια δύναμη.

Μάθιου ΜακΚόναχι: Εγώ είμαι από το Τέξας, αλλά βρήκα το ποτάμι γοητευτικό. Μην νομίζετε ότι μέναμε σε 5άστερα ξενοδοχεία. Ζούσαμε εκεί, γύρω από το ποτάμι - το ακούς το βράδυ όταν κοιμάσαι. Οι άνθρωποι ζουν όπως βλέπετε στην ταινία, σε πλωτά σπίτια μέσα στο Μισισιπί. Οταν βρέχει, το ποτάμι φουσκώνει και σηκώνει το σπίτι σου ψηλά. Οταν δε βρέχει, βρίσκεσαι στον πάτο και ανεβαίνεις 3 ορόφους χτιστά σκαλοπάτια για να βγεις στην όχθη.

Τάι Σέρινταν: Κι εγώ είμαι από άλλο κομμάτι του Νότου, αλλά μου είναι οικείο το περιβάλλον. Τα καλοκαίρια μου τα περνούσα στα ποτάμια. Ο Τζεφ μας έβαλε να διαβάζουμε το «Χάκλεμπερι Φιν» όσο γυρίζαμε την ταινία. Πήρε πολλές ιδέες του από εκεί. Το ένιωθες...

Τζέικομπ Λόφλαντ: Εμένα είναι το σπίτι μου. Εκεί μεγάλωσα. Δεν είναι άσχημα. Μέχρι που αρχίζει να βρέχει.

2

Χρησιμοποιείτε ταινίες είδους για να πείτε προσωπικά πράγματα που δεν έχουν απαραίτητα σχέση με θρίλερ, περιπέτειες ή καλοκαίρια. Εδώ ποια ήταν η ανάγκη σας;

Τζεφ Νίκολς: Να μιλήσω για τον πρώτο άδοξο έρωτα. Αυτόν που σου ραγίζει την καρδιά. Να επιστρέψω στην εποχή που όλα τα βιώναμε διαφορετικά - βουτώντας με όλο το σώμα και τη ψυχή σε μια εμπειρία. Ηθελα όμως να μιλήσω για την αγάπη με έναν διαφορετικό τρόπο. Πώς ξεκινάει από μέσα μας και παίρνει διάφορες μορφές - η φιλία του αγοριού με τον «Μαντ» είναι επίσης μία αγάπη που δε θα ξεχάσει ποτέ. Μεγάλωσα σε ένα πολύ ευτυχισμένο σπίτι, οι γονείς μου δεν χώρισαν ποτέ, με στηρίζουν ανεξάντλητα, στην πρώτη ταινία μαγείρευαν το φαγητό για το συνεργείο, αυτή τη στιγμή προσέχουν το γιο μου. Οπότε έπρεπε να μπω σε μία φιξιόν κατάσταση για το πώς πρέπει να αισθάνεται ένα αγόρι, στην αυγή του να γίνει άντρας, όταν οι γονείς του χωρίζουν. Οταν ο νέος του φίλος του μιλά για αιώνια αγάπη αλλά δεν τη βλέπει πουθενά γύρω του. Ηθελα να θυμηθούμε όλοι πώς είναι να σε απογοητεύει η αγάπη.

Πώς αντιδράτε στους κριτικούς που σας συγκρίνουν μ' έναν νεότερο Τέρενς Μάλικ;

Τζεφ Νίκολς: Δεν θα πω ότι δεν με κολακεύει ιδιαίτερα η σύγκριση. Το «Badlands» δεν άλλαξε απλά τη ζωή μου, έκανε επανεκκίνηση στο μυαλό μου. Τελεία. Αλλά δεν μπορεί κανείς ούτε να πλησιάσει τον κινηματογράφο του Μάλικ. Εσύ προσπαθείς απλά να ζωγραφήσεις μέσα στις γραμμές, ενώ εκείνος δεν έχει καν καμβά. Εσύ λες ιστορίες και εκείνος συλλαμβάνει μνήμες, όνειρα και σκέψεις. Δε θέλω να είμαι ο νέος Μάλικ, θέλω να είμαι εγώ.

1

Γιατί επιμένατε στον Μάθιου Μακόνεχι για πρωταγωνιστή; Τι θα κάνατε αν έλεγε όχι;

Τζεφ Νίκολς: Δεν θα γύριζα την ταινία. Ο φίλος μου ο Μάικλ Σάνον στεκόταν stand by και περίμενε, αλλά αν και τον θεωρώ τον καλύτερο εν ζωή ηθοποιό στον κόσμο, δε θα τη γύριζα με αυτόν. Υπάρχει κάτι στη στόφα του Μάθιου που είναι μοναδικό. Από το «Lonestar» το βλέπεις και περιμένεις να το ξαναδείς. Ξέρω ότι αναλώθηκε στο να κάνει άλλα πράγματα την περασμένη δεκαετία στο Χόλιγουντ, όμως υποπτευόμουν ότι ήθελε να επιστρέψει σε κάτι διαφορετικό. Και την έκανε τη στροφή - με τον Σόντερμπεργκ, με τον Φρίντκιν, και με αυτή εδώ την ταινία.

Τι σας τράβηξε σε αυτό το σενάριο;

Μάθιου ΜακΚόναχι: O λόγος που έκανα αυτή την ταινία είναι ο παλιομοδίτικος ρομαντισμός της. Ο παρεξηγημένος στις μέρες μας ρομαντισμός. Που στην ουσία σου λέει «μην σταματάς να πιστεύεις», «μην τολμήσεις να χάσεις την πίστη σου στο όνειρο». Ολοι σου λένε να γίνεις πραγματιστής. Οχι, όχι, όχι. Μην τους ακούς. Μην ακούς τα παραδείγματα, μη βλέπεις τις στατιστικές - 50% των γάμων καταλήγουν σε διαζύγιο, οι σχέσεις δεν πετυχαίνουν, δεν μπορείς να αγαπάς μόνο έναν άνθρωπο σε όλη σου τη ζωή. Μην τους ακούτε. Μην τους ακούτε. Ζούμε σ' έναν κόσμο που εύκολα τα παρατάει. Ο «Μαντ» παλεύει παλιομοδίτικα για το όνειρό του και δείχνει σ' ένα μικρό αγόρι ότι υπάρχει αιώνια αγάπη. Ακόμα κι αν αυτή η αγάπη δεν μπορεί να επιβιώσει αυτού του κόσμου, δεν επιτρέπει σε κανέναν να του σκοτώσει το όνειρό του.

Ο «Μαντ» μοιάζει με το όνομά του: είναι ένα με τη λάσπη του ποταμού. Πώς πλησιάσατε το ρόλο;

Μάθιου ΜακΚόναχι: Ο «Μαντ» είναι ένας δραπέτης, κολύμπησε σε εκείνο το νησί, κρύβεται. Βρήκα το τυχερό του πουκάμισο, κυλήστηκα με το τζιν μου στις λάσπες, άφησα το πρόσωπό μου να σταφιδιάσει στον ήλιο. Είναι φαινομενικά ένας σκληρός ντόπιος, αλλά μόλις τον γνωρίσεις αποκαλύπτει έναν ρομαντικό ονειροπόλο, πνευματικό άνθρωπο. Πώς τον ερμηνεύεις; Πώς είναι η στάση του σώματός του; Τι τατουάζ έχει, πώς μιλάει, πώς κοιτάει, πώς τρώει την πρώτη κονσέρβα φαγητού που βρίσκει; Από την άλλη πλευρά αποφάσισα να επιστρέψω στο πρώτο συναίσθημα, στην πρώτη φορά που ερωτεύεσαι. Στην παιδική αγάπη, που είναι υπέροχη αλλά και ανελέητη πέρα από κάθε λογική. Η λογική δεν έχει καμία θέση στην αγάπη – δόξα τω Θεώ! Ο χαρακτήρας μου είναι ονειροπόλος. Ζει στα σύννεφα, πιστεύει στην μοίρα. Αν ποτέ επέστρεφε στην πραγματικότητα, τη λογική, τη γη, θα πέθανε από τη ραγισμένη καρδιά του. Εκείνος ζει για την αγάπη του για αυτή τη γυναίκα. Το νιώθει 35 χρόνια θα το νιώθει για όλη του τη ζωή και για όσες ζωές επιστρέψει για να ζήσει. Κι αυτό εμπνέει αυτό το μικρό αγόρι στο καλοκαίρι του δικού του πρώτου έρωτα.

5

Πώς γράψατε το χαρακτήρα της Τζουν και γιατί επιλέξατε τη Ριζ Γουίδερσπουν;

Τζεφ Νίκολς: Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί πρέπει να ξέρετε ότι ο χαρακτήρας της Τζουν άλλαξε, όσο άλλαζα κι εγώ. Οταν τον έγραψα, στο κολλέγιο, η γυναίκα που ο «Μαντ» ήταν ερωτευμένος όλη του τη ζωή ήταν μια μοιραία γυναίκα. Μία σκληρή γυναίκα που ήξερε την ομορφιά της και με εγωπάθεια ράγιζε καρδιές. Μετά γνώρισα τη γυναίκα μου, παντρεύτηκα, κατάλαβα ότι όλες οι γυναίκες εκεί έξω δεν είναι χαιρέκακα γυμνασιοκόριτσα. Οσο η γυναίκα μου άκουγε για το χαρακτήρα και όταν διάβασε το σενάριο, τη λυπήθηκε. Μου έδωσε να καταλάβω πόσο παγιδευμένη ήταν στις αποφάσεις της. Δεν ανταποκρίθηκε σ' αυτό τον έρωτα γιατί δεν μπορούσε. Γιατί ήταν εγκλωβισμένη. Οπότε από την ηθοποιό που είχα στο μυαλό μου έπρεπε να βρω ένα κορίτσι που και όμορφο είναι, αλλά και κουβαλά αυτή τη θλίψη. Βλέποντας το «Walk the Line» ήξερα ότι αυτή είναι η Ριζ. Ισως η ταινία, ακόμα και τώρα, να είναι λίγο άδικη με τη γυναίκα. Αλλά δεν μπορώ να το κρύψω: αυτή είναι η πλευρά του άντρα. Αυτή είναι μία αντρική ταινία για τον έρωτα. Ολο οι γυναίκες μιλάνε για έρωτα, στο σινεμά και στη ζωή. Ομως κι εμείς είμαστε ρομαντικοί. Κι εμείς ονειρευόμαστε τον έρωτα που θα μας απογειώσει, που θα μας σώσει...

4

Πόσο δύσκολο ήταν να βρείτε τους δύο πιτσιρικάδες και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση;

Τζεφ Νίκολς: Ημουν πολύ τυχερός. Ο Τάι Σέρινταν ήρθε κατευθείαν από το «Δέντρο της Ζωής». Βέβαια ο Τέρενς Μάλικ δεν δίνει σενάριο στους ηθοποιούς του, οπότε εκπαιδεύτηκε σε μία εντελώς άλλη τεχνική, αλλά όπως και να το κάνουμε: είχε επιβιώσει το Μάλικ στρατόπεδο. Ο Τζέικομπ Λόφλαντ πέρασε από ακρόαση στο Αρκανσο. Δεν είχε ξαναδουλέψει ποτέ του ως ηθοποιός. Είναι απλά ένα παιδί από την περιοχή. Τον έφερε η μαμά του και τον δοκιμάσαμε. Με το που στήθηκε μπροστά από την κάμερα και μίλησε... αυτό ήταν! Και ο Τάι είναι από τον Νότο, όχι από αυτό το κομμάτι βέβαια, οπότε είναι στο DNA αυτών των παιδιών να καβαλούν μηχανές και να οδηγούν βάρκες. Η φυσικότητά τους ήταν το μεγάλο στοίχημα. To επόμενο ήταν να μπορούσαν να μάθουν τους διαλόγους τους. Δεν είμαι από τους σκηνοθέτες που αυτοσχεδιάζουν. Περνάω πολύ καιρό με τα σενάριά μου, τα αγαπώ. Ισως λίγο υπερβολικά. Επρεπε λοιπόν να βρω παιδιά που μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις. Με εξέπληξαν. Περισσότερο το κατάλαβα στο μοντάζ. Αν δείτε την ταινία και παρατηρήσετε μόνο τον Τζέικομπ, για παράδειγμα, σε κάθε σκηνή κάνει κάτι - ακόμα κι όταν απλά ακούει. Αυτό παίρνει επαγγελματίες ηθοποιούς χρόνια να το καταφέρουν. Μπορώ να σας πω επίσης ότι δεν έκανα πολλές πρόβες. Αυτό μου το έχει μάθει ο Μάικλ Σάνον. «Ασε το χυμό μέσα στο λεμόνι» μου είχε πει και το θυμάμαι πάντα...

Μάθιου ΜακΚόναχι: Εγώ πιστεύω ότι τα πάντα ξεκινούν από το να συμπεριφέρεσαι στα παιδιά με ενδιαφέρον και σεβασμό. Στο σετ, δεν είναι παιδιά. Είναι συνάδελφοί σου. Ετσι πρέπει να τους αντιμετωπίζεις.

Τάι Σέρινταν: Ο Μάθιου είναι τόσο cool. Είναι ο καλύτερος. Μας διέθετε χρόνο και ασχολιόταν μαζί μας. Το έβλεπες ότι ενδιαφερόταν αν είμαστε καλά, αν αισθανόμαστε ασφαλείς για κάθε σκηνή.

Τζέικομπ Λόφλαντ: Τον αγαπώ πολύ τον Μάθιου. Δεν είναι «σταρ». Είναι φίλος μου.

Διαβάστε την κριτική του Flix για το «Ενα Καλοκαίρι» εδώ.


Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.