Συνέντευξη

Οταν ο Δημήτρης Ζάχος και ο Θανάσης Καφετζής συνάντησαν τη Λώξη

στα 10

Μια ταινία για την πρώτη επαγγελματία ηθοποιό με σύνδρομο Down. Οι δημιουργοί της μιλούν στο Flix για την ιδέα, την εμπειρία, τη συμπερίληψη και το σινεμά που μπορεί γίνει μοχλός μιας μεγάλης συλλογικής πολιτικής συζήτησης.

Οταν ο Δημήτρης Ζάχος και ο Θανάσης Καφετζής συνάντησαν τη Λώξη

Η «Λώξη» είναι ένα ντοκιμαντέρ για την Λωξάνδρα Λούκας, μια νεαρή γυναίκα που διεκδίκησε και πέτυχε να γίνει η πρώτη επαγγελματίας ηθοποιός με σύνδρομο Down στην Ελλάδα, με συμμετοχές σε παραστάσεις στην Επίδαυρο, το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αλλά και σε ρόλους στην τηλεόραση.

Και αυτό θα ήταν ήδη αρκετό, αν η «Λώξη», το ντοκιμαντέρ των Δημήτρη Ζάχου και Θανάση Καφετζή δεν ήταν ταυτόχρονα με το κοινωνικο και πολιτικό της βάρος και μια συναρπαστική, συγκινητική, αστεία και απελευθερωτική ιστορία αυτοδιάθεσης, επιβίωσης και επιτυχίας - απόδειξη τελικά πως μερικές φορές στη ζωή, το καλό θριαμβεύει.

Στο Flix οι δημιουργοί της «Λώξης» μιλούν για το πώς ξεκίνησε η ιδέα, πώς δούλεψαν με την πρωταγωνίστριά τους, τι έμαθαν από αυτήν και πως ή αν μια ταινία μπορεί τελικά να αλλάξει τον κόσμο.

Οι προβολές της «Λώξης» ξεκινούν από 18 Μαΐου στον Κινηματογράφο Δαναό κάθε Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα και στους κινηματογράφους Village Athens Mall και Village Cinemas Ρέντη καθημερινές και Σαββατοκύριακα. Στην Θεσσαλονίκη στον κινηματογράφο Cine Βακούρα κάθε Σάββατο και Κυριακή και στο Village Mediterranean Cosmos τις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα. Η ταινία προβάλλεται με υπότιτλους για κωφούς και βαρήκοους. Αναζητήστε εδώ περισσότερες πληροφορίες για τη «Λώξη» και τις προβολές της.

λώξη

Πώς ξεκίνησε η περιπέτεια της «Λώξης»; Ποιοι ήταν οι σημαντικότεροι σταθμοί της;

Θανάσης Καφετζής: Η αρχική ιδέα ξεκίνησε από την οικογένεια, που πρότεινε στον Δημήτρη να καταγράψει αυτή την τόσο σημαντική στιγμή για αυτούς. Αμέσως ο Δημήτρης μου πρότεινε να το κάνουμε μαζί και καθώς και εγώ γνώριζα την Λώξη και την οικογένειά της, αυτή η συνεργασία ήρθε πολύ φυσικά. Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα τον Αύγουστο του 2021, όταν η Λώξη με την οικογένειά της κατέβηκε από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, για να υπογράψει το συμβόλαιο και να ξεκινήσει πρόβες για την παράσταση «Φουέντε Οβεχούνα», στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Για τους επόμενους μήνες, μέχρι τον Φλεβάρη του 2022, όταν και τελείωσαν οι παραστάσεις, ήμασταν αρκετές μέρες εκεί. Αυτό το διάστημα είναι και ο κεντρικός κορμός της ταινίας μας. Στην συνέχεια, δουλεύαμε το σενάριο και κάναμε κάποια σποραδικά αλλά σημαντικά γυρίσματα μέχρι να εξασφαλίσουμε την απαραίτητη χρηματοδότηση και να μπούμε στο μοντάζ τον Απρίλιο του 2023. Η ταινία πρακτικά ολοκληρώθηκε λίγο πριν την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, τον Μάρτιο του 2024. Τώρα, αναμένουμε με ανυπομονησία την έξοδο στις αίθουσες καθώς και την διεθνή πρεμιέρα της ταινίας.

Δημήτρης Ζάχος: Ξεκινήσαμε κάπως παράδοξα, μπαίνοντας κατευθείαν στο γύρισμα με την Λωξάνδρα στις πρόβες για την παράσταση και τις στιγμές στη διαμονή της στην Αθήνα, για να προλάβουμε την καταγραφή της πραγματικότητας αυτής. Παράλληλα συζητούσαμε για τις σκηνές που είχαμε και μας έκαναν εντύπωση και άλλες πιθανές που θα θέλαμε να γυρίσουμε με την Λώξη στην Αθήνα. Ετσι βασικές στιγμές είναι το ταξίδι στην Αθήνα, οι πρόβες, η πρεμιέρα και το τέλος των παραστάσεων που φτιάχνουν και το δραματουργικό κορμό της ταινίας. Τελικά τον περισσότερο χρόνο τον χρησιμοποιήσαμε στο να αναπτύξουμε τον σεναριακό σχεδιασμό, μας βοήθησε πολύ η συμμετοχή μας στο doclab του MFI στη Νίσυρο για αυτό. Όταν μπήκαμε στο μοντάζ κάναμε μια πολύ καλή ομάδα με τον Χρόνη Θεοχάρη, και επιτέλους είδαμε τι λειτουργεί και τι όχι από όσα είχαμε σχεδιάσει.

Τι έφερε ο καθένας σας στο πρότζεκτ; Πώς προέκυψε η συνεργασία σας στη σκηνοθεσία;

ΔΖ: Το σινεμά είναι μια συνεργατική τέχνη ούτως ή άλλως και για εμας μέχρι τώρα οι περισσότερες αποφάσεις πάρθηκαν μάλλον ασυνείδητα ή χωρίς πολλή σκέψη. Θα έλεγα ότι ο καθένας έφερε τα πάντα. Ένα μπερδεμένο κουβάρι με συναισθήματα, αντιφάσεις, αναμνήσεις από συναντήσεις με «διαφορετικούς» ανθρώπους, μουσικές, αγάπη για το σινεμά και πάρα πολλές κινηματογραφικές αναφορές σε βαθμό που είναι δύσκολο να τα ξεμπλέξουμε και να πούμε τι φέρνω εγώ και τι ο Θανάσης. Το όραμά μας για την ταινία και η αφοσίωση στους ανθρωπους της, μας ένωσε για να κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε.

ΘΚ: Με τον Δημήτρη γνωριζόμαστε πάνω από 10 χρόνια, από την σχολή κινηματογράφου του ΑΠΘ, και από τότε είμαστε φίλοι και συνεργάτες. Νομίζω πως ο καθένας έφερε τις εμπειρίες και τις γνώσεις που κουβαλάει και βασικά την αγάπη για τον κινηματογράφο. Δεν πιστεύω πως θα αντέχαμε να το κάνουμε αν δεν το αγαπούσαμε πραγματικά. Είναι πολλές οι μέρες, τα ξενύχτια, η κούραση και οι αγωνίες που πρέπει να αντιμετωπίσεις σε αυτή την δουλειά, ό,τι και να σημαίνει αυτό για τον καθένα. Επίσης, προσωπικά δεν είχα ξανά-συν-σκηνοθετήσει στο παρελθόν και νομίζω πως ήταν μία πρόκληση. Έπρεπε να αφήσουμε πίσω τους εγωισμούς μας και να προχωρήσουμε σε αυτή την κοινή προσπάθεια, να σεβαστούμε τις απόψεις και τις θέσεις του καθενός και να καταλάβουμε πως ό,τι και να λέει ο άλλος είναι γιατί πραγματικά πιστεύει πως είναι για το καλό της ταινίας. Το μόνο σίγουρο είναι πως η ταινία είναι ένα κοινό μας πόνημα και είμαστε πολύ χαρούμενοι που φτάσαμε μέχρι εδώ.

Νομίζω όμως πως και οι δύο κάναμε αυτή την ταινία από περιέργεια, ξεκινήσαμε με ερωτήματα τα οποία όμως αντί να απαντώνται, συνεχώς μεγάλωναν και δημιουργούσαν νέα. Οπότε, αυτά τα ερωτήματά μας καταθέτουμε και στην ταινία. Δεν είναι η δουλειά μας να δίνουμε απαντήσεις. Ακόμα και η μητέρα της Λωξάνδρας, η Ελένη Δημοπούλου, μία γυναίκα που ζει πλάι στην αναπηρία εδώ και 30 χρόνια, έχει και η ίδια πολλά ερωτήματα, τα οποία και καταθέτει στην ταινία. Αυτό πιστεύω πως είναι και το ενδιαφέρον στην ιστορία μας.» - Θανάσης Καφετζής

λώξη

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για εσάς σε αυτή την ιστορία; Τι σας συγκίνησε; Τι σας γοήτευσε;

ΘΚ: Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν το πως θα προσεγγίσουμε το θέμα μας και το πως θα αποφύγουμε τα ταμπού και τα κλισέ. Είναι πολλοί οι πειρασμοί στο μοντάζ, πολλά τα εργαλεία και τα αισθητικά μέσα που έχουμε στην διάθεσή μας. Θέλω να πιστεύω πως μείναμε πιστοί στους εαυτούς μας αλλά και στους ανθρώπους που μας εμπιστεύτηκαν να τους καταγράψουμε. Η Λώξη είναι μία πολύ αληθινή γυναίκα και δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση την λύπηση. Παρόλα αυτά, ήταν πολλές οι φορές που προσωπικά συγκινούμουν με αυτό που έβλεπα στην μικρή οθόνη της κάμερας. Πολλές επίσης φορές αναρωτήθηκα αν αυτό το αφιλτράριστο του λόγου της είναι κάτι που θα μπορούσαμε να μιμηθούμε. Αν θα έκανε τις προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις μας πιο υγιείς. Δεν το έχω λύσει ακόμα, αλλά είναι κάτι ζηλευτό που μπορεί να έλυνε αρκετά προβλήματα.

ΔΖ: Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν πως με τα πιο απλά υλικά θα καταφέρεις να αφηγηθείς μια ιστορία και να συγκινήσεις. Μια κάμερα και ένα μικρόφωνο ήταν τα εργαλεία μας, και ατελείωτες ώρες στο μοντάζ όπου η συμπύκνωση κάνει τα πάντα να λειτουργούν αλλιώς. Με συγκινεί η απλότητα και η ανεπιτήδευτη στάση της Λωξάνδρας μπροστά στο φακό και με γοητεύει ότι έχει το θάρρος να είναι ο εαυτός της.

Πώς αποφασίσατε στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίσατε την ιστορία; Πώς αποφύγατε το σκόπελο του διδακτισμού ή του «κοινωνικού σχολίου»;

ΔΖ: Εξ αρχής θέλαμε να κάνουμε μια ταινία στην παράδοση του ντοκιμαντέρ παρατήρησης, οπότε προχωρήσαμε με βάση την αισθητική του βεριτέ και το προσωπικό μας ενστικτο. Νομίζω ο διδακτισμός προκύπτει αν είναι βεβιασμένο αυτό που θέλεις να πεις και δεν προκύπτει από την ιστορία και τους ήρωες. Αυτό που επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε εμείς, ήταν η πραγματικότητα που είδαμε και με εστίαση ατη Λώξη να υπαινιχθούμε περισσότερο παρά να κραυγάσουμε το κατά πόσο ως κοινωνία, είμαστε έτοιμοι και έτοιμες να την δεχτούμε ισότιμα. Πολύ σημαντικό να κρατήσουμε τις ισορροπίες ήταν και πάλι ο διάλογος με τους συνεργάτες μας τόσο με τον Χρόνη και πάλι στο μοντάζ οσο και με τον Χρήστο Γούσιο που έκανε τον ηχητικό σχεδιασμό.

ΘΚ: Από την αρχή των γυρισμάτων αποφασίσαμε πως θέλουμε να προσεγγίσουμε το θέμα μας στο στυλ του ντοκιμαντέρ παρατήρησης. Δεν κάναμε καμία συνέντευξη και προσπαθήσαμε να μην παρεμβαίνουμε καθόλου στην διάρκεια των γυρισμάτων. Ήμασταν εκεί και καταγράφαμε όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο το δυνατόν καλύτερα το θέμα μας. Η κάμερά μας ήταν σχεδόν πάντα στραμμένη πάνω στην Λωξάνδρα. Δεν χρησιμοποιήσαμε ποτέ τριπόδι, ούτε κινηματογραφικά φώτα. Αυτές οι επιλογές μας παρείχαν μία κατέυθυνση η οποία όμως θα καθόριζε εξαρχής και το ύφος του ντοκιμαντέρ. Από την άλλη ήταν και ένα στίχοιμα για το αν θα λειτουργούσαν αυτές οι επιλογές. Αναρωτηθήκαμε φυσικά πολλές φορές πως θα αποφύγουμε τον διδακτισμό. ή το "κοινωνικό σχόλιο", ειδικά στο στάδιο του μοντάζ. Νομίζω όμως πως και οι δύο κάναμε αυτή την ταινία από περιέργεια, ξεκινήσαμε με ερωτήματα τα οποία όμως αντί να απαντώνται, συνεχώς μεγάλωναν και δημιουργούσαν νέα. Οπότε, αυτά τα ερωτήματά μας καταθέτουμε και στην ταινία. Δεν είναι η δουλειά μας να δίνουμε απαντήσεις. Ακόμα και η μητέρα της Λωξάνδρας, η Ελένη Δημοπούλου, μία γυναίκα που ζει πλάι στην αναπηρία εδώ και 30 χρόνια, έχει και η ίδια πολλά ερωτήματα, τα οποία και καταθέτει στην ταινία. Αυτό πιστεύω πως είναι και το ενδιαφέρον στην ιστορία μας.

Το σημαντικότερο τώρα που έχουν τελειώσει όλα και η ταινία έχει φύγει από τα χέρια μας, είναι ότι θα την έχουμε πάντα για να επιστρέφουμε εκεί ως ένα τρυφερό καταφύγιο όποτε δυσκολεύουν πάλι τα πράγματα. Είμαστε πολύ δεμένοι στο τι θα πουν οι άλλοι και πόσο μάλλον οι οικογένειες που ζουν με άτομα διαφορετικά, έχουν ένα σκόπελο παραπάνω να ξεπεράσουν και συχνά κλείνονται στην εσωστρέφεια. Με την ταινία μας θέλουμε όλοι να εμπνευστούμε και να μην ντρεπόμαστε για αυτό που είμαστε και να το αφήσουμε να ανθίσει.» - Δημήτρης Ζάχος

λώξη

Πώς θα περιγράφατε την κεντρική ηρωίδα σας;

ΔΖ: Καλλιτέχνις, δυναμική, συναισθηματική.

Τι μάθατε από αυτήν που δεν γνωρίζατε πριν;

ΔΖ: Προς το τέλος του μοντάζ αναγνώρισα την αποδοχή και την αγάπη σαν θεματικό κέντρο της ταινίας στο πρόσωπο της Λωξάνδρας με πολύ γλαφυρό τρόπο και χάρηκα, γιατί ήταν κάτι που συνέβη αβίαστα. Με την δουλειά στην ταινία Λώξη πολλές φορές βρήκα το χαμόγελο και το κέφι μου σε μέρες που όλα φαινότανε συννεφιασμένα. Το σημαντικότερο τώρα που έχουν τελειώσει όλα και η ταινία έχει φύγει από τα χέρια μας, είναι οτι θα την έχουμε πάντα για να επιστρέφουμε εκεί ως ένα τρυφερό καταφύγιο όποτε δυσκολεύουν πάλι τα πράγματα. Είμαστε πολύ δεμένοι στο τι θα πουν οι άλλοι και πόσο μάλλον οι οικογένειες που ζουν με άτομα διαφορετικά, έχουν ενα σκόπελο παραπάνω να ξεπεράσουν και συχνά κλείνονται στην εσωστρέφεια. Με την ταινία μας θέλουμε όλοι να εμπνευστούμε και να μην ντρεπόμαστε για αυτό που είμαστε και να το αφήσουμε να ανθίσει.

**Ποια ήταν τα εμπόδια που είχατε να αντιμετωπίσετε κατά τη δημιουργία της ταινίας;((

ΔΖ: Η ταινία έχει κάτι το χειροποίητο και μας αρέσει πολύ αυτό, αλλά κάποιες φορές η έλλειψη των τεχνικών μέσων μας δυσκόλεψε και θα θέλαμε μια μεγαλύτερη άνεση εκεί. Ταυτόχρονα, επειδή με τον Θανάση κάνουμε και την παραγωγή της ταινίας αυτό κάποιες φορές ήταν εμπόδιο, όταν θα έπρεπε να φρενάρουμε και να περιμένουμε να προχωρήσουν και διαδικαστικά ζητήματα γιατί ως δημιουργοί ήμασταν ανυπόμονοι.

Ποιες ήταν οι κόκκινες γραμμές που έθεσε η Λώξη στην παρατήρησή σας; Πότε κλείνατε την κάμερα; Πότε την αφήνατε ανοιχτή;

ΘΚ: Η Λωξάνδρα είναι ένα πολύ ευθύ άτομο. Ό,τι έχει να πει, θα το πει ανοιχτά. Τον καιρό που κάναμε γυρίσματα γίναμε η σκιάς της, κακό τσιμπούρι θα έλεγα! Ιδιοσυγκρασιακά όμως και οι δύο μας, δεν μας αρέσει να πιέζουμε πράγματα, εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητα να γίνουν. Σίγουρα υπήρχαν φορές που «εκμεταλλευτήκαμε» την υπομονή της, αλλά ποτέ δεν ξεπεράσαμε κάποιο όριο ιδιωτικότητας. Θα ήταν ανήθικο από μέρους μας να το κάνουμε. Μοιραστήκαμε στην ταινία τις προσωπικές στιγμές στις οποίες και η ίδια ένιωθε άνετα με την παρουσία μας και την παρουσία της κάμερας. Θυμάμαι ότι πολλές φορές δεν ήθελε να φορέσει το μικρόφωνο της. Για εμάς όμως ήταν απαραίτητο, οπότε αυτό που κάναμε ήταν να της εξηγούμε ξανά και ξανά πόσο αναγκαίο είναι αυτό για μας. Τις περισσότερες φορές λειτουργούσε, άλλες όχι, οπότε κάναμε και εμείς πίσω. Δεν ήταν σκοπός μας ούτε εμείς να κουραστούμε και προπαντός ούτε να ξεθεώσουμε την Λωξάνδρα. Να θυμίσω πως, ειδικά στην διάρκεια των προβών, έπρεπε πέρα από τα όρια της Λώξης, να σεβαστούμε και τα όρια των υπόλοιπων ανθρώπων του θεάτρου, του θιάσου, των συντελεστών και τεχνικών της παράστασης, οι οποίοι μας δέχτηκαν και μας ανέχτηκαν όλον αυτό τον καιρό.

Δεν ξέρω αν μια ταινία μπορεί να κάνει από μόνη της την αλλαγή. Προφανώς όχι. Οι άνθρωποι όταν εκπαιδευτούμε και καταλάβουμε με πόσους διαφορετικούς τρόπους βιώνουν αποκλεισμούς τα ανάπηρα άτομα, μπορούμε να αξιώσουμε καλύτερους και πιο τολμηρούς όρους για την συμπερίληψη, γιατί μόνο να κερδίσουμε έχουμε από την ποικιλομορφία της ανθρώπινης κατάστασης.» - Δημήτρης Ζάχος

λώξη

Ποια ήταν η γνώμη της όταν είδε πρώτη φορά το ντοκιμαντέρ;

ΘΚ: Ήταν μία πολύ ιδιαίτερη στιγμή για όλους μας. Λίγο πριν τελειώσουμε μοντάζ, ανεβήκαμε με τον Δημήτρη στην Θεσσαλονίκη για να δούμε μαζί με την Λώξη και τους γονείς της την ταινία. Θέλαμε να είμαστε όλοι μαζί την πρώτη φορά που θα την δούνε και φυσικά είχαμε όλοι πολύ αγωνία. Η Λώξη θυμάμαι πως έζησε όλη την εμπειρία ξανά, επαναλάμβανε λόγια της παράστασης που ακούγονται στην ταινία, γελούσε με κάποιες σκηνές, σε άλλες συγκινήθηκε. Ηταν μία πολύ όμορφη στιγμή για όλους μας.

ΔΖ: Η Λωξάνδρα ξαναέζησε με την ταινία όλη την περίοδο στο Εθνικό, συγκινήθηκε, γέλασε, θαύμασε, λυπήθηκε και στο τέλος μας χαμογέλασε περήφανη και μας είπε «μπράβο παιδιά, μπράβο Θανάση, μπράβο Δημήτρη». Μας τα είπε όλα με αυτόν τον τρόπο.

Είναι το ντοκιμαντέρ μια αφορμή για να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τη συμπερίληψη στην ελληνική κοινωνία; Μπορεί μια ταινία να κάνει την αλλαγή;

ΘΚ: Στόχος μας ήταν να καταγράψουμε την ιστορία της Λώξης και να μείνουμε όσο το δυνατόν πιστοί στην «αλήθεια» τόσο της ίδιας και των υπολοίπων όσο και της δικής μας ως δημιουργοί . Φυσικά και θα θέλαμε το ντοκιμαντέρ μας να βάλει ένα λιθαράκι σε αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα και θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για αυτό. Δεν αιθεροβατούμε όμως και δεν χρήζουμε τους εαυτούς μας αυθεντίες. Το αντίθετο ίσως. Κατά την γνώμη μου μία ταινία δεν μπορεί να κάνει την αλλαγή. Είναι συλλογικό το ζήτημα. Στην βάση του όμως, είναι ζήτημα πολιτικής και έτσι πρέπει να το αντιμετωπίζουμε.

ΔΖ: Δεν ξέρω αν μια ταινία μπορεί να κάνει από μόνη της την αλλαγή. Προφανώς όχι. Οι άνθρωποι όταν εκπαιδευτούμε και καταλάβουμε με πόσους διαφορετικούς τρόπους βιώνουν αποκλεισμούς τα ανάπηρα άτομα, μπορούμε να αξιώσουμε καλύτερους και πιο τολμηρούς όρους για την συμπερίληψη, γιατί μόνο να κερδίσουμε έχουμε από την ποικιλομορφία της ανθρώπινης κατάστασης.

Οι προβολές της «Λώξης» ξεκινούν από 18 Μαΐου στον Κινηματογράφο Δαναό κάθε Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα και στους κινηματογράφους Village Athens Mall και Village Cinemas Ρέντη καθημερινές και Σαββατοκύριακα. Στην Θεσσαλονίκη στον κινηματογράφο Cine Βακούρα κάθε Σάββατο και Κυριακή και στο Village Mediterranean Cosmos τις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα. Η ταινία προβάλλεται με υπότιτλους για κωφούς και βαρήκοους. Αναζητήστε εδώ περισσότερες πληροφορίες για τη «Λώξη» και τις προβολές της.