Ο Λάζλο Νέμες είναι μια παράδοξη περίπτωση στο σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά. Ξεκίνησε με τα διαπιστευτήρια του βοηθού του Μπελά Ταρ, παραδίδοντας το αριστουργηματικό «Ο Γιος του Σαούλ» ως ένα κινηματογραφικό ντεμπούτο που δεν έχει φύγει ακόμη και σήμερα (ίσως και δεν θα φύγει ποτέ) από τις συζητήσεις γύρω από την απεικόνιση του Ολοκαυτώματος.
Ο,τι ακολούθησε στη φιλμογραφία του, παρέμεινε πιστό σε μια σκληροπυρηνική αντίληψη για το σινεμά, με εμμονή στο κινηματογραφικό φιλμ έναντι του ψηφιακού μέσου και με θεματικές που περιστρέφονται γύρω από τους δύο μεγάλους Πολέμους του 20ου αιώνα, αλλά και τη διαχρονική τάση του ανθρώπου να έλκεται από το σκοτάδι έναντι του φωτός.
Οι ταινίες όμως, που ακολούθησαν τον «Γιο του Σαούλ», αν και οπτικά αψεγάδιαστες, δεν έφεραν ωστόσο την ίδια δύναμη, σε συναισθηματικό ή αφηγηματικό επίπεδο. Τόσο το «Δύση Ηλίου», όσο και το «Χωρίς Πατέρα» πρόδωσαν έναν δημιουργό αγκυλωμένο σε ένα αισθητικό περιβάλλον που αναδεικνύει κάθε φορά τον φροντισμένο και ακαδημαϊκό τρόπο με τον οποίο εξερευνά και χτίζει τις ταινίες του, αλλά αφήνει στο περιθώριο την κινηματογραφική ταύτιση με τον θεατή.
O Λάζλο Νέμες με τον Ζιλ Λελούς που υποδύεται τον Ζαν Μουλέν στα γυρίσματα του «Μουλέν: Ο Αντιστασιακός»
Το ίδιο συμβαίνει και στο «Μουλέν: Ο Αντιστασιακός», την πρώτη γαλλόφωνη ταινία του Λάζλο Νέμες, η οποία αφηγείται τις τελευταίες μέρες του Ζαν Μουλέν, του εμβληματικού ηγέτη της Γαλλικής Αντίστασης. Γυρισμένη σε φιλμ, η ταινία χτίζεται όλη πάνω στη συνάντηση του με τον Γερμανό αξιωματικό των Ναζί Κλάους Μπάρμπι και στα βασανιστήρια που άντεξε ο Μουλέν μένοντας στην ιστορία. Η ταινία είναι ένα υπόδειγμα ατμόσφαιρας, αναπαράστασης εποχής και υπόγειας έντασης, που όμως δεν ολοκληρώνουν παρά μια αποσπασματική ματιά πάνω σε μια ιστορία που μοιάζει ήδη από την ύπαρξη της πιο συναρπαστική και βαθιά από αυτό που τελικά βλέπεις στην οθόνη.
Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη του Ζιλ Λελούς στο Flix: «Δεν πιστεύω ότι η Ακροδεξιά θα ανέβει στην εξουσία»
Περήφανος και υπερβολικά σίγουρος για το έργο του, ο Λάζλο Νέμες αντιδρά όταν νιώθει ότι οι κριτικοί και ο (σύγχρονος) κόσμος δεν εκτιμά τις ταινίες του. Είναι χαρακτηριστική η έκρηξη του σε συνέντευξη του στην Guardian όταν εξέφρασε την πεποίθηση του πως οι ταινίες του δεν βραβεύονται και δεν παίρνουν διανομή στην Αμερική (σ.σ. η συνέντευξη ήταν με αφορμή το «Χωρίς Πατέρα») εξαιτίας του αντισημητισμού που επικρατεί στο Χόλιγουντ.
Μιλώντας στο Flix, o Λάζλο Νέμες δεν έφτασε μέχρι εκεί, αλλά, μιλώντας για την ταινία και τις κινηματογραφικές του επιλογές, στράφηκε με ένταση εναντίον ενός κόσμου, του σημερινού, όπου η ομοιογένεια και η προσπάθεια ηθικολόγησης των πάντων του θυμίζει, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, το Τρίτο Ράιχ.
Ολοι πιστεύουν ότι ζούμε σε ένα εξαιρετικά πλούσιο πολιτιστικό περιβάλλον. Εγώ, στην πραγματικότητα, πιστεύω το αντίθετο. Θεωρώ ότι ζούμε σε έναν κόσμο κομφορμιστικό, όπου κυριαρχούν το χρήμα και η επιφανειακότητα. Νομίζω ότι ο κινηματογράφος δεν υπήρξε ποτέ τόσο ομοιόμορφος και τυποποιημένος.»
Σκηνή από την ταινία
Δεν με ενδιέφερε να κάνω μια ταινία για έναν άψογο ήρωα. Με ενδιέφερε να κάνω μια ταινία για έναν άνθρωπο, να ξεπεράσω τα καθιερωμένα στερεότυπα του ήρωα και να εξερευνήσω, σε ένα βαθιά ανθρώπινο επίπεδο, πώς είναι να βρίσκεσαι παγιδευμένος στη δίνη της Ιστορίας και του ολοκληρωτισμού. Οταν με πλησίασαν για να κάνω την ταινία, ήταν σαφές ότι δεν ήθελαν μια βιογραφική ταινία για τον ήρωα της Γαλλικής Αντίστασης, Ζαν Μουλέν, αλλά μια ταινία πολύ πιο περιορισμένη ως προς το εύρος της, που θα επικεντρωνόταν στην πτώση του. Κι έτσι, όταν επικοινώνησαν μαζί μου, σκέφτηκα ότι πάντα ήθελα να κάνω μια ταινία για τη Γαλλική Αντίσταση. Σκέφτηκα επίσης ότι, ακόμη και στη Γαλλία, η ιδέα της Αντίστασης, η εικόνα της Αντίστασης, είχε ρομαντικοποιηθεί στον κινηματογράφο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Είχα την αίσθηση ότι, στην πραγματικότητα, εκείνη την εποχή ήταν πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο μοναχικό να συμμετέχει κανείς στην Αντίσταση. Ετσι, επέστρεψα σε ορισμένα βιβλία, και συγκεκριμένα στα γραπτά τoυ Ντανιέλ Κορντιέ, ο οποίος ήταν γραμματέας του Ζαν Μουλέν και εμφανίζεται επίσης στην ταινία. Hταν ένας από εκείνους τους νεαρούς άνδρες που συμμετείχαν στην Αντίσταση. Μέσα από τις μαρτυρίες, ανακάλυψα έναν άνθρωπο εξαιρετικά ανθρωπιστή. Είχε μια ολοκληρωμένη φιλοσοφία για τη ζωή, την τέχνη και τον πολιτισμό, και ένιωσα πολύ κοντά του, καθώς οι προβληματισμοί του συναντούσαν τους δικούς μου.
Το σενάριο γράφτηκε με επίκεντρο αυτή την κεντρική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ζαν Μουλέν και τον Κλάους Μπάρμπι. Ηθελα η αποκάλυψη του αν ο Μουλέν είναι μέλος της Αντίστασης ή όχι να γίνεται πολύ σταδιακά, από την οπτική του Μπάρμπι Η αλήθεια αποκαλύπτεται σιγά σιγά, καθώς εκείνος κινείται σαν γάτα που προσπαθεί να κυνηγήσει ένα ποντίκι και παίζει μαζί του. Υπάρχει μια ψυχολογική διάσταση σε αυτή την αντιπαράθεση, αλλά και μια σωματική. Κατά μία έννοια, και οι δύο άνδρες ενσαρκώνουν ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Υπάρχει η τάση προς την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, αλλά υπάρχει και η τάση, η δυνατότητα ίσως να υπερβούμε τον εαυτό μας και να γίνουμε μια καλύτερη εκδοχή του. Αυτές οι δυνάμεις συνυπάρχουν μέσα μας, κι αυτό ακριβώς προσπάθησα να αποτυπώσω μέσα από την ταινία και νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που η ιστορία μάς αφορά και μας αγγίζει: επειδή οι δύο άνδρες ενσαρκώνουν δυνάμεις που συγκρούονται μέσα στον καθένα μας.
Σε σχέση με τα βασανιστήρια, έδειξα πολύ λιγότερα από όσα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη παραμένει μια ποιητική περιγραφή, ένας ποιητικός μετασχηματισμός της πραγματικότητας. Νομίζω ότι αυτό που πραγματικά επιδίωκα ήταν να μην επιβάλω στον θεατή μια συγκεκριμένη, υποκειμενική αντίληψη για όσα συνέβαιναν, αλλά ούτε και να προκαλέσω την αποστροφή του μέσα από τη συσσώρευση μιας αδιάκριτης, σχεδόν μηχανικής βίας. Ήθελα κάτι πολύ πιο μεταφυσικό. Και ίσως αυτό να είναι που το κάνει πιο τρομακτικό: το γεγονός ότι εκτυλίσσεται μέσα στο δικό σου μυαλό. Πρέπει να εμπιστεύεσαι το κοινό σου. Διαφορετικά, ο θεατής μετατρέπεται σε ηδονοβλεψία, αντί να γίνεται συνοδοιπόρος, μάρτυρας όσων διαδραματίζονται. Και αυτό ήταν πολύ πιο σημαντικό για μένα.
Προσπαθώ πάντα να είμαι όσο το δυνατόν πιο πιστός στα ιστορικά γεγονότα, χωρίς, ωστόσο, να επιδιώκω να κάνω ένα μάθημα Ιστορίας. Για μένα, το ζητούμενο είναι να βρω κινηματογραφικούς τρόπους να μεταδώσω εντυπώσεις και να δημιουργήσω μια αίσθηση των γεγονότων, αντί να παραδώσω μια ολοκληρωμένη διάλεξη. Πιστεύω ότι, όταν δεν προσπαθείς να ανασυνθέσεις τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια, μπορείς τελικά να αποδώσεις με μεγαλύτερη αλήθεια την ουσία του υλικού. Στη δική μας περίπτωση, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν κάτι εξαιρετικά βίαιο, αλλά ήταν επίσης πολύ δύσκολο να το αποδεχτεί κανείς, επειδή συνέβη στην καρδιά μιας ιδιαίτερα πολιτισμένης ηπείρου. Αυτό προσέδωσε σε όσα συνέβησαν μια τόσο έντονη διάσταση. Και αυτός είναι ο λόγος που όλη αυτή η ιστορία είναι τόσο οδυνηρή και βαθιά ανησυχητική. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι πολύ να συμφιλιωθώ μαζί της.
Δουλεύω πάντα με φιλμ, οπότε δεν ξέρω καν πώς θα ήταν διαφορετικά. Μου αρέσει πολύ η πρόκληση που συνεπάγεται. Οταν δουλεύεις με φιλμ τα πράγματα δεν είναι απλά. Πρέπει να ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις. Πρέπει επίσης να επιλέγεις και να παίρνεις αποφάσεις πριν από τα γυρίσματα και κατά τη διάρκειά τους, όχι στην αίθουσα του μοντάζ. Δεν μπορείς να κινηματογραφείς τα πάντα αδιακρίτως, σαν να πυροβολείς με πολυβόλο, και μετά να προσπαθείς να τα μοντάρεις στην αίθουσα του μοντάζ. Δεν μπορείς απλώς να πατάς το κουμπί, να το ξεχνάς και, στο τέλος της ημέρας, να κλείνεις την κάμερα έχοντας συγκεντρώσει χίλιες ώρες αμοντάριστου υλικού, για να δουλέψουν μετά πάνω σε αυτό οκτώ μοντέρ. Δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία δημιουργών. Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι κινηματογράφος. Πιστεύω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Πρέπει πραγματικά να εξαντλείς τις δυνατότητές σου, να γνωρίζεις καλά την τέχνη σου και να διευρύνεις διαρκώς τα εσωτερικά σου όρια. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, ο κινηματογράφος αποκτά ήδη ουσιαστικό νόημα και γίνεται, κατά τη γνώμη μου, τέχνη. Δουλεύω πάντα με φιλμ, οπότε δεν ξέρω καν πώς θα ήταν διαφορετικά. Μου αρέσει πολύ η πρόκληση που συνεπάγεται.
Αυτό που τελικά, εγκαταλείπει η Δύση, είναι η ατομική φωνή. Αφήνει να αναπτυχθεί αυτή η νοοτροπία του διαδικτυακού όχλου, αντί να υπερασπίζεται την ατομικότητα. Νομίζω ότι υπάρχει μια πολύ ύπουλη έλξη προς την εξάλειψη της ατομικότητας, προς την αντιγραφή κάποιων εικόνων και προτύπων. Για παράδειγμα, άνθρωποι που κάνουν πλαστικές επεμβάσεις και θέλουν όλοι να μοιάζουν με κάποιο είδος μη ανθρώπινης οντότητας. Νομίζω ότι ζούμε μέσα σε αυτή τη φαντασίωση ενός μετα-ανθρώπινου κόσμου. Και, συγγνώμη, αλλά αυτό το μετα-ανθρώπινο μού θυμίζει στην πραγματικότητα το Τρίτο Ράιχ.»
Εξακολουθούμε να είμαστε τραυματισμένοι από τον 20ό αιώνα. Μέσα στην υπόσχεση της νεωτερικότητας, κουβαλούσαμε ταυτόχρονα και τα εργαλεία της αυτοκαταστροφής μας. Και όλα αυτά εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια των προγόνων μας, αλλά, κατά κάποιον τρόπο, και μπροστά στα δικά μας μάτια. Η Ιστορία, λοιπόν, δεν έχει σταματήσει. Και πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή τα τραύματα του παρελθόντος εξακολουθούν να είναι εδώ, μαζί μας. Μας στοιχειώνουν. Θεωρώ σημαντικό να επιστρέφουμε σε αυτά τα γεγονότα και να εξηγούμε στις νεότερες γενιές από πού προερχόμαστε. Να τους δείχνουμε ότι, μερικές φορές, οι υποσχέσεις της τεχνολογίας και του πολιτισμού μπορεί να κρύβουν μια εξαιρετικά σκοτεινή, ολέθρια κατάληξη. Και πρέπει να είμαστε σε θέση να κοιτάξουμε μέσα μας. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο
Πιστεύω ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι ένας διαρκής κύκλος πειρασμών προς το χειρότερο και προς το καλύτερο, και αυτές οι δύο τάσεις είναι αλληλένδετες. Νομίζω ότι το διαδίκτυο μάς κάνει να έχουμε επίγνωση κάθε μικρής εξέλιξης, σε κάθε μικρή χώρα, και πιστεύω ότι μερικές φορές, κοιτάζοντας όλες αυτές τις λεπτομέρειες, χάνουμε τη συνολική εικόνα. Επίσης είναι υπερβολικά δύσκολο για εμάς, ως ανθρώπινα όντα, να αφομοιώσουμε τα πάντα. Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος το καταφέρνει αυτό με πολύ πιο ενδιαφέροντα τρόπο απ’ ό,τι η ανάγνωση της ροής των ειδήσεων. Νομίζω ότι θα έπρεπε να στραφούμε λίγο περισσότερο στην τέχνη και λίγο λιγότερο στις ειδήσεις. Θα ήταν ωραίο να έχουμε λίγο περισσότερη τέχνη και λίγο λιγότερες ειδήσεις.Εχουμε επίσης την τάση να προβάλλουμε τα πάντα προς τα έξω, αγνοώντας το γεγονός ότι όλα αυτά βρίσκονται και μέσα μας. Ξέρετε, είναι σαν να προβάλλουμε το κακό στους άλλους... Να χωρίζουμε τον κόσμο σε καλούς και κακούς και να λέμε ότι το κακό βρίσκεται στους άλλους. Ομως, το κακό υπάρχει και μέσα μας. Γι’ αυτό, εμένα με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η πραγματική δυαδικότητα. Πιστεύω ότι η τέχνη αφορά πάντοτε αυτή την αληθινή δυαδικότητα. Η πραγματική τέχνη, άλλωστε, αφορά πάντα δυνάμεις που δεν μπορούν να συμφιλιωθούν, κι όμως πρέπει να συνυπάρχουν και να βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους. Αυτή είναι η φιλοσοφία μου.
Αγωνίζομαι για την καλλιτεχνική ελευθερία. Ολοι πιστεύουν ότι ζούμε σε ένα εξαιρετικά πλούσιο πολιτιστικό περιβάλλον. Εγώ, στην πραγματικότητα, πιστεύω το αντίθετο. Θεωρώ ότι ζούμε σε έναν κόσμο κομφορμιστικό, όπου κυριαρχούν το χρήμα και η επιφανειακότητα. Νομίζω ότι ο κινηματογράφος δεν υπήρξε ποτέ τόσο ομοιόμορφος και τυποποιημένος. Αρκεί να κοιτάξει κανείς ακόμη και τις αναλογίες της εικόνας και τα χρώματα στην οθόνη, για να σκεφτεί: «Α, αυτές τις ταινίες θα μπορούσες να τις μοντάρεις τη μία μέσα στην άλλη». Δεν λέω ότι αυτές οι ταινίες είναι κακές. Δεν τις έχω δει. Αλλά υπάρχει μια τάση, καταλαβαίνετε. Τη δεκαετία του ’70 δεν θα μπορούσες να μοντάρεις πλάνα από αυτές τις ταινίες τη μία δίπλα στην άλλη με τέτοιον τρόπο. Θέλω να πω, κάθε ταινία είχε τη δική της μορφή, τα δικά της χρώματα, τη δική της υφή, τη δική της αισθητική. Σήμερα, όλα είναι στιλπνά, όλα μοιάζουν υπερβολικά επεξεργασμένα. Νομίζω ότι, ειδικά στον κινηματογράφο, επικρατεί ένα είδος ακαδημαϊκού, άκαμπτου και φοβισμένου πολιτιστικού περιβάλλοντος. Πιστεύω επίσης ότι υπάρχει ένας φόβος να απομακρυνθούμε από τα μεταφυσικά, τα μεγάλα και δύσκολα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: το κακό, την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό μέσα μας, τον θάνατο. Νομίζω, λοιπόν, ότι ο δικός μου τρόπος αντίστασης είναι να επιστρέψω σε αυτά και να προσπαθήσω να κάνω ταινίες με διαφορετικό τρόπο. Προσπαθώ να ακολουθώ τη δική μου αντίληψη για τον κινηματογράφο. Αναζητώ διαρκώς μια προσωπική, μοναδική καλλιτεχνική φωνή, αντί να μιμούμαι ή να αντιγράφω όσα έχουν ήδη γίνει, και ειδικά όσα έχουν γίνει πρόσφατα. Ξέρετε, αν παρουσιάσεις σήμερα μια ταινία σε έναν χρηματοδότη, θέλει να γνωρίζει ακριβώς ποιες άλλες ταινίες μοιάζουν με τη δική σου. Χρησιμοποιούν μάλιστα έναν όρο γι’ αυτό, το «comps». Δεν είχα ακούσει ποτέ αυτή τη λέξη παλιότερα. Προέρχεται από το comparables, δηλαδή τις συγκρίσιμες ταινίες. Και σκέφτομαι: «Συγκρίσιμες; Σοβαρά τώρα; Δεν θα έπρεπε να μπορείς να συγκρίνεις μια ταινία με κάποια άλλη με αυτόν τον τρόπο». Αυτό με εξοργίζει πραγματικά. Αυτή είναι, λοιπόν, η δική μου μορφή αντίστασης. Δεν θέλω να με κατατάσσουν σε μια κατηγορία, να με συγκρίνουν με άλλους δημιουργούς και να με αξιολογούν με βάση προκαθορισμένα πρότυπα.
Αυτό που τελικά, εγκαταλείπει η Δύση, είναι η ατομική φωνή. Αφήνει να αναπτυχθεί αυτή η νοοτροπία του διαδικτυακού όχλου, αντί να υπερασπίζεται την ατομικότητα. Νομίζω ότι υπάρχει μια πολύ ύπουλη έλξη προς την εξάλειψη της ατομικότητας, προς την αντιγραφή κάποιων εικόνων και προτύπων. Για παράδειγμα, άνθρωποι που κάνουν πλαστικές επεμβάσεις και θέλουν όλοι να μοιάζουν με κάποιο είδος μη ανθρώπινης οντότητας. Νομίζω ότι ζούμε μέσα σε αυτή τη φαντασίωση ενός μετα-ανθρώπινου κόσμου. Και, συγγνώμη, αλλά αυτό το μετα-ανθρώπινο μού θυμίζει στην πραγματικότητα το Τρίτο Ράιχ. Πιστεύω ότι ζούμε μέσα σε μια φαντασίωση του μετα-ανθρώπινου και θεωρώ ότι αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Αλλά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτό. Κανενός δεν του καίγεται καρφί γι’ αυτό.
Σκηνή από την ταινία
