Η Μι-οκ δεν θέλει ο Χο-σοκ να πίνει. Του παίρνει το ποτήρι από τα χέρια, του παίρνει και τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Εκείνος θυμώνει. Από τότε που απολύθηκε, έχει κατάθλιψη και δεν μιλά πολύ. Μόνο πίνει. Κι εκείνη που δεν της άρεσε ποτέ το αλκοόλ, τα βράδια θα πιει ένα ποτήρι μαζί του. Στο μπαλκόνι τους, κοιτώντας το φεγγάρι, για την παρέα.
Η ιστορία τους δεν είναι πολύ διαφορετική από πολλών οικογενειών που οι άντρες απολύθηκαν μαζικά από τα εργοστάσια της Σεούλ. Αρχικά ο κοινωνικός ιστός ήταν δυνατός: κατέβηκαν σε καθιστική απεργία για να προστατεύσουν τις δουλειές τους, όταν φάνηκε ότι τα αμερικανικά funds που εξαγόραζαν τις επιχειρήσεις στόχευαν σε μαζικές απολύσεις. Σταδιακά όμως, ο κόσμος λύγισε. Είτε από τα χρέη, είτε από τη βία των ομάδων καταστολής - οι απεργίες σταμάτησαν. Και τότε γείτονες που μπορεί να πρόδωσαν γείτονες, διέκοψαν κάθε επικοινωνία, κάθε σχέση. Κατηγορίες, ενοχές, ντροπή. Αλκοόλ.
Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
Τυχαία, η Μι-οκ κι ο Χο-σοκ γνωρίζονται με ένα άλλο ζευγάρι - την Γε-τζι και τον Σανγκ-γου. Εκείνη είναι καλλιτέχνης - ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για τις απολυμένες οικογένειες. Εκείνος είναι ζάμπλουτος κληρονόμος και χρηματοδοτεί τα πρότζεκτς της γυναίκας του. Η Γε-τζι συμπαθεί πολύ τη Μι-οκ και την κάνει πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ της. Θέλει όμως να λυγίσει και την αντίσταση του Χο-σοκ, ο οποίος παραμένει πεισμωμένα απρόσιτος.
Η τετράδα περνά αρκετό καιρό μαζί - όμως πόσο πιθανή είναι η πραγματική φιλία ανάμεσα σε ανθρώπους με τόσο μεγάλη ταξική διαφορά; Και πόσο πιθανή είναι η διάσωση της αγάπης ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που δίνει αγώνα για επιβίωση;
Οκτώ χρόνια μετά το «Burning», ο Λι Τσανγκ-ντονγκ επιστρέφει με μία ταινία που αναζητά αυτό ακριβώς, την αγάπη, ανάμεσα στα συντρίμμια μιας κοινωνίας. Οπως κι ο Παρκ Τσαν-γουκ (που το έκανε διαφορετικά, μέσα από τη μαύρη κωμωδία) με το «Καμία Αλλη Επιλογή» έτσι κι εδώ ο Λι Τσανγκ-ντονγκ καταγράφει πώς το φαινόμενο της ανεργίας σόκαρε συθέμελα την Νότια Κορέα - όχι μόνο την οικονομία της, αλλά κι ολόκληρη την κοινωνική της ισορροπία. Δεν ήταν ποτέ μόνο θέμα διαβίωσης - αλλά και ταυτότητας (τι είσαι αν δεν δουλεύεις;) , διαπροσωπικών σχέσεων (πόσο μπορεί να αντέξει ένα ζευγάρι τη διαβρωτική αυτή κρίση;), προσωπικών ρωγμών (κατάθλιψη, αλκοολισμός, αδιέξοδο).
Ο τίτλος «Possible Love» μπορεί να είναι δανεισμένος από ένα ερωτικό τραγούδι που σιγοτραγουδά η απελπισμένη ηρωίδα, αλλά αυτή εδώ δεν είναι μία ερωτική ιστορία. Είναι βαθιά πολιτική και σιγόβραζε στη συνείδηση του δημιουργού για πάνω από μία δεκαετία. Ομως δεν τολμούσε να την ξεκινήσει, πιστεύοντας ότι το σινεμά του δεν είναι στρατευμένα ιδεολογικό - ώστε να αποδώσει σωστά ένα μανιφέστο για τα εργατικά δικαιώματα.
Κανείς όμως δεν χρειαζόταν ένα μανιφέστο: το προσωπικό βλέμμα του Λι Τσανγκ-ντονγκ είναι πολύ πιο αποτελεσματικό. Εξανθρωπίζει τη θεματολογία, για αυτό πονάει περισσότερο. Περισσότερο κι από αναλύσεις για την κοινωνική ανισότητα και την ταξική συνείδηση, περισσότερο κι από τα σκάνδαλα, τις καταγγελτικές εικόνες, τη βία, την ψυχή του θεατή ροκανίζει αυτή η κανονικότητα της ανθρώπινης συρρίκνωσης. Πώς συνηθίζει ο άνθρωπος να μικραίνει όλο και περισσότερο για να χωράει όλο και σε λιγότερα, τι ανέχεται, πόσα υπομένει. Πόσο οργίζεται, πόσο διαλύεται, πόσο εξαφανίζεται μέσα στο κέλυφος του εαυτού.
Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ δεν αντιμετωπίζει με προκατάληψη ούτε τον πλούτο. Βρίσκει ανθρωπιά και κατανόηση και στο εύπορο ζευγάρι — ή, τουλάχιστον, θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: ευθύνεται κανείς εξ ορισμού επειδή απολαμβάνει μια καλύτερη ζωή;
«Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστί». Μία σαφής αναφορά στο «Δεκάλογο» ξεκινά την ταινία, ξεκαθαρίζοντας ότι το θέμα δεν είναι μία εύκολη καταδίκη του 1% αυτού του πλανήτη. Το σύστημα υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Αλώβητο. Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ ενδιαφέρεται για το πώς τοποθετούμαστε εμείς απέναντι σε αυτό. Αν μπορούμε να ρίξουμε τη ματιά μας λοξή στη διαστρεβλωμένη σύγχρονη πραγματικότητα, να διασώσουμε την ανθρωπιά μας σε μία διεφθαρμένη κοινωνία, να μην φθονούμε όσα δεν έχουμε, να μην επιτρέπουμε να μας υποσκάπτει ο θυμός. Οχι από ηθική ανωτερότητα, ούτε ακολουθώντας φτηνά φιλοσοφικά τσιτάτα: αλλά από αυτοπροστασία.
Βραδυφλεγές σινεμά παρατήρησης, ποιητικού συμβολισμού, ανθρώπινων εξομολογήσεων. Μικρές στιγμές που όμως φεύγοντας από την οθόνη για να συναντήσουν τον θεατή αποκτούν τεράστια, ωστική δύναμη. Πιάνουν ρίζα στην καρδιά, σε διαλύουν.
Εξαιρετικός ο Σολ Κιουνγκ-γκου («Pepermint Candy», «Oasis») στο ρόλο του ντροπιασμένου συζύγου, του ηττημένου απεργού, του αναλώσιμου εργάτη. Τσακισμένα βλέμματα, πνιχτή αναβράζουσα οργή, ταπεινωμένη περηφάνια. Την παράσταση κλέβει όμως η Τζον Ντο-γιόν («Secret Sunnshine») με έναν καθηλωτικό, tour de force ερμηνευτικό άθλο - μία ερμηνεία που αλλάζει ύφος, τονικότητα, θερμοκρασία, ακόμα και μέσα στο ίδιο πλάνο. Χαρούμενη, απελπισμένη, ανέμελη, πικρή, αθώα, ζηλιάρα, αφελής, πονηρή. Η προσωποποίηση της αδικίας για όσα συνέβησαν στην εργατική τάξη, αλλά και το πρόσωπο της αντίστασης, της ελπίδας ότι η ζωή συνεχίζεται. Φτάνει να αγαπιόμαστε. Υπάρχει αυτή η πιθανότητα;
Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
