«Δεν δήλωσα ποτέ ακτιβίστρια, ούτε συνδικαλίστρια. Πάντα καλλιτέχνης ήμουν».
Η φράση αυτή της Πάολας Ρεβενιώτη συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη διαδρομή μιας γυναίκας που, ακόμη κι όταν αρνιόταν τις ταμπέλες, κατάφερε να αλλάξει την ιστορία του ελληνικού ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος. Και τελικά, μέσα από την ίδια της τη ζωή, έγινε σύμβολο αντίστασης, ορατότητας και ελευθερίας.
Η Πάολα Ρεβενιώτη, που έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω της μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνικού τρανς κινήματος. Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών διεκδικήσεων, πολύ πριν η λέξη «συμπερίληψη» γίνει μέρος της δημόσιας συζήτησης. Σε εποχές όπου η διαφορετικότητα αντιμετωπιζόταν με φόβο, χλευασμό ή ακόμη και βία, εκείνη επέλεξε να υπάρχει δημόσια, να μιλά χωρίς περιστροφές και να διεκδικεί χώρο για όσους δεν είχαν φωνή.

Γεννημένη στο Κερατσίνι, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια σε μια Ελλάδα που δεν άφηνε πολλά περιθώρια σε όσους ξέφευγαν από τις κοινωνικές νόρμες. Η ίδια είχε περιγράψει πολλές φορές τη ζωή της με χιούμορ, αυτοσαρκασμό αλλά και σκληρή ειλικρίνεια. Δεν έκρυψε ποτέ ότι εργάστηκε ως εργάτρια του σεξ, ούτε προσπάθησε να ωραιοποιήσει τις εμπειρίες της. Αντίθετα, μιλούσε ανοιχτά για την υποκρισία μιας κοινωνίας που περιθωριοποιούσε τις τρανς γυναίκες τη μέρα, αλλά τις αναζητούσε τη νύχτα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 άρχισε να συμμετέχει ενεργά στους αγώνες της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ενώ το 1986 ίδρυσε το θρυλικό περιοδικό «Κράξιμο». Το περιοδικό δεν ήταν απλώς μια έκδοση. Ηταν ένας χώρος έκφρασης για ανθρώπους που μέχρι τότε παρέμεναν αόρατοι, καταγράφοντας ιστορίες, βιώματα και διεκδικήσεις σε μια εποχή που ελάχιστοι τολμούσαν να το κάνουν δημόσια. Παράλληλα συμμετείχε σε κινητοποιήσεις για τα δικαιώματα των τρανς ανθρώπων, των εργαζομένων στο σεξ και των οροθετικών, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός κινήματος που έμελλε να αλλάξει την ελληνική κοινωνία.
Αν ξεχνάμε το παρελθόν δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε μέλλον που να μας σέβεται και να μας εμπεριέχει με ίσους όρους. Είναι υποχρέωση και ιστορική και ηθική στα άτομα που αγωνίστηκαν, διεκδίκησαν, με τον τρόπο ζωής τους με την ορατότητα που δημιούργησαν μόνοι τους. Απλοί άνθρωποι με τη διαφορετικότητά τους που δεν το παίζανε ούτε ακτιβιστές ούτε τίποτε. Βγαίνανε έξω - και με κάποιο θράσος βέβαια - και διεκδικούσαν την ευτυχία και την καύλα τους. Και πολλοί χάθηκαν κιόλας μέσα σε όλο αυτό. Αυτό, άμα δε το δούμε συγκεκριμένα, δεν ισχύει μόνο για τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, αλλά ισχύει γενικά για όλους τους ανθρώπους.»
Η δράση της όμως δεν περιορίστηκε στον ακτιβισμό. Τα τελευταία χρόνια στράφηκε στον κινηματογράφο και το ντοκιμαντέρ, χρησιμοποιώντας την κάμερα ως εργαλείο μνήμης. Η σημαντικότερη ίσως δημιουργία της ήταν οι «Πικροδάφνες», ένα βαθιά προσωπικό ντοκιμαντέρ στο οποίο επιστρέφει μαζί με δύο ακόμη τρανς γυναίκες στους δρόμους της λεωφόρου Συγγρού, εκεί όπου έζησαν, εργάστηκαν, αγάπησαν και επιβίωσαν. Δεν πρόκειται μόνο για μια αφήγηση προσωπικών ιστοριών, αλλά για μια καταγραφή μιας ολόκληρης εποχής που χάνεται, ενός κόσμου που σβήνει χωρίς να έχει καταγραφεί επαρκώς στην επίσημη ιστορία. Οι «Πικροδάφνες» μετατρέπουν τη μνήμη σε πολιτική πράξη και δίνουν πρόσωπο σε ανθρώπους που για δεκαετίες έμειναν στο περιθώριο.
Οι «Πικροδάφνες» ήταν κάτι ακόμη περισσότερο. Ηταν τα τακούνια τριών μύθων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, της Πάολας Ρεβενιώτη, της συγγραφέα, ηθοποιού, ακτιβίστριας Μπέττυς Βακαλίδου (της «Μπέττυς», της «Στρέλλας», των θεατρικών παραστάσεων και τόσων άλλων) και της χορεύτριας, ηθοποιού, ακτιβίστριας Εύας Κουμαριανού (μύθος στις «Κούκλες», ενεργό μέλος του Σωμαείου Υποσήριξης Διεμφυλικών, ανάμεσα σε άλλα), ακριβώς τη στιγμή που αυτά σπάνε κράσπεδα, λεωφόρους, πεζοδρόμια, αστικούς μύθους και δεκαετίες προκαταλήψεων για να ζωντανέψουν τη ζωή στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα πίσω στην εποχή που η Λεωφόρος Συγγρού δεν είχε νησίδες αλλά χωριζόταν από πικροδάφνες. Μια απολαυστική, βαθιά συγκινητική, ρομαντική, βόλτα σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια, αλλά που πρέπει με κάθε τρόπο να μείνει ζωντανός.
«Τις τρανς εγώ τις γνωρίζω… είναι ο κόσμος μου. Από 16 χρονών. Απλά ήθελα να καταγραφεί αυτή η συζήτηση γιατί πρέπει να μάθει και ο κόσμος ότι δεν ήμασταν σε σπηλιές. Ημασταν έξω, στους δρόμους και διεκδικούσαμε τον έρωτα, την ύπαρξή μας, ήμασταν ορατές, επιθυμητές και ζήσαμε, καμια φορά χωρίς να το συνειδητοποιούμε, την πολιτική της επιθυμίας», μας είχε πει τότε η Πάολα.
Διαβάστε ακόμα: Η Πάολα Ρεβενιώτη δεν θέλει να ξεχάσουμε ποτέ τις πικροδάφνες που χώριζαν στα δύο τη Συγγρού
Η Πάολα Ρεβενιώτη δεν φοβήθηκε ούτε την πολιτική. Το 1990 έγινε η πρώτη τρανς γυναίκα που διεκδίκησε την ψήφο των πολιτών σε εθνικές εκλογές, ανοίγοντας έναν δρόμο που τότε φάνταζε αδιανόητος. Χρόνια αργότερα συμμετείχε στα ψηφοδέλτια του ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη, εξηγώντας ότι αποδέχθηκε την πρόταση επειδή, όπως είχε πει, ένιωσε πως αντιμετωπίστηκε με σεβασμό και όχι ως ένα «διακοσμητικό στοιχείο». Για την ίδια η πολιτική δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά ακόμη ένα μέσο διεκδίκησης αξιοπρέπειας και ίσων δικαιωμάτων.
Παρά τις επιθέσεις, τις προσβολές και τις προκαταλήψεις που βίωσε σε όλη της τη ζωή, δεν υιοθέτησε ποτέ τον ρόλο του θύματος. Πίστευε ότι το χιούμορ, η περηφάνια και η ορατότητα ήταν μορφές αντίστασης. Ελεγε συχνά ότι η γενιά της «εκπαίδευσε κόσμο» και βοήθησε την ελληνική κοινωνία να μάθει τι σημαίνει διαφορετικότητα. Ηταν μια παραδοχή χωρίς έπαρση, αλλά με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που γνωρίζουν ότι πλήρωσαν ακριβό τίμημα για να μπορούν οι επόμενες γενιές να ζουν λίγο πιο ελεύθερα.
Με τον Γιάνη Βαρουφάκη
Η απώλειά της αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Οχι μόνο στην τρανς κοινότητα ή στο ελληνικό ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα, αλλά συνολικά στον χώρο των κοινωνικών δικαιωμάτων και του πολιτισμού. Η Πάολα Ρεβενιώτη υπήρξε μια σπάνια προσωπικότητα που μετέτρεψε την προσωπική της διαδρομή σε συλλογική μνήμη. Με τη γραφή της, τις ταινίες της, τον ακτιβισμό της και την αφοπλιστική της ειλικρίνεια, άφησε πίσω της κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα έργο. Αφησε την απόδειξη ότι η ορατότητα μπορεί να αλλάξει την κοινωνία και ότι καμιά ζωή που διεκδίκησε το δικαίωμα να υπάρξει ελεύθερα δεν χάνεται πραγματικά.
Η Πάολα Ρεβενιώτη πέθανε χτες, 8 Ιουλίου, σε ηλικία 68 ετών μετά από πολύμηνη μάχη με το καρκίνο.
