Στα 62 του, ο Μπραντ Πιτ δεν έχει πολλά να αποδείξει. Κι όμως, όπως αποκαλύπτει στη νέα του συνέντευξη στο Esquire, εξακολουθεί να ψάχνει τον επόμενο ρόλο, την επόμενη πρόκληση και, κυρίως, κάτι που δεν έχει ξανακάνει. Την ίδια στιγμή, μιλά για την ηλικία, τη νηφαλιότητα, το πένθος, την οικογένεια και την τεχνητή νοημοσύνη, σε ένα από τα πιο προσωπικά πορτρέτα των τελευταίων ετών.
Η αφορμή είναι, φυσικά, η κινηματογραφική του επιστροφή. Ο Πιτ βρίσκεται σε μια από τις πιο δραστήριες περιόδους της καριέρας του, μετά το «F1», έχοντας ολοκληρώσει διαδοχικά τα «Heart of the Beast», τη νέα ταινία του Ντέιβιντ Φίντσερ σε σενάριο Κουέντιν Ταραντίνο, «The Adventures of Cliff Booth», όπου επιστρέφει στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και το «The Riders». Η συζήτηση με το Esquire, όμως, γρήγορα ξεφεύγει από τα γνώριμα μονοπάτια της προώθησης μιας ταινίας.
Αλλωστε, ο Πιτ βρίσκεται ξανά στην επικαιρότητα και για λόγους που δεν έχουν σχέση με το σινεμά. Η πολυετής και ιδιαίτερα δύσκολη δικαστική και οικογενειακή διαμάχη με την Αντζελίνα Τζολί εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της πάνω από τη δημόσια εικόνα του, ενώ τα δημοσιεύματα για την απομάκρυνση ορισμένων από τα παιδιά τους και την επιλογή τους να μη χρησιμοποιούν πλέον το επίθετό του έχουν προσθέσει ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια ιστορία που εδώ και χρόνια εξελίσσεται μακριά από τις κάμερες.
Το Esquire τον συναντά στο σπίτι του στο Λος Αντζελες. Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη χολιγουντιανή επιτήδευση στη σκηνή: ο Πιτ ανοίγει την πόρτα με δύο σκυλιά να προσπαθούν να αποδράσουν, ετοιμάζει μόνος του ένα πρόχειρο πλατό με τυριά, κράκερ και σαλάμι, βάζει Perrier στο τραπέζι και παρακολουθεί έναν αγώνα ποδοσφαίρου στην τηλεόραση χωρίς ήχο. Είναι μια σχεδόν παράδοξη εικόνα για έναν άνθρωπο που παραμένει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους σταρ στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά.
Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον της συνέντευξης: πίσω από τον Μπραντ Πιτ-μύθο υπάρχει πλέον ένας 62χρονος άνδρας που μοιάζει περισσότερο απασχολημένος με το τι έρχεται παρά με όσα έχει ήδη καταφέρει.
Ο Πιτ δεν προσπαθεί να κρύψει την ηλικία του. Αντίθετα, μιλά γι' αυτήν με μια περίεργη μίξη νοσταλγίας και περιέργειας. Θυμάται μια εποχή κατά την οποία υπήρχαν πάντα μεγαλύτεροι ηθοποιοί όπως οι Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζιν Χάκμαν, Πολ Νιούμαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ και Ντόναλντ Σάδερλαντ, που λειτουργούσαν σχεδόν σαν ένα προστατευτικό στρώμα ανάμεσα στις γενιές. Τώρα, όπως λέει, νιώθει ότι εκείνος βρίσκεται πλέον «στην τελευταία στάση».
Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελε να αλλάξει, πάντως, είναι ο τρόπος με τον οποίο έζησε τα 50 του. Θα ήθελε να είχε ρισκάρει περισσότερο, να είχε κυνηγήσει πιο αποφασιστικά όσα ήθελε. «Τα 50 σου είναι η στιγμή που πρέπει να επιτεθείς», είναι ουσιαστικά το μήνυμα που κρατά από εκείνη τη δεκαετία.
Δεν μοιάζει, ωστόσο, να σκοπεύει να αφήσει τα 60 να περάσουν ανεκμετάλλευτα. Τα τελευταία χρόνια έχει δουλέψει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της καριέρας του, με μια αλληλουχία γυρισμάτων που τον έφερε από το «F1» στο «Heart of the Beast» και από εκεί στη νέα συνεργασία του με τον Φίντσερ.
Κάθε ρόλος, όπως εξηγεί, πρέπει πλέον να του προσφέρει κάτι που δεν έχει ξαναδοκιμάσει. Δεν χρειάζεται να είναι μια επαναστατική μεταμόρφωση. Μπορεί να είναι μια μικρή στιγμή, μια αντίδραση, ένας τρόπος να εκφράσει ένα συναίσθημα που δεν έχει ξαναφέρει μπροστά στην κάμερα.
Για έναν ηθοποιό με περισσότερες από τρεις δεκαετίες καριέρας, αυτή η αναζήτηση έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία από οποιοδήποτε ακόμη βραβείο.
Η σχέση του με το αλκοόλ
Από τη συζήτηση δεν απουσιάζει ούτε η περίοδος κατά την οποία ο Πιτ αντιμετώπισε προβλήματα με το αλκοόλ. Ο ηθοποιός έχει μιλήσει στο παρελθόν για τα επτά χρόνια που έμεινε νηφάλιος και για τη βοήθεια που έλαβε από φίλους όπως ο Μπράντλεϊ Κούπερ. Τώρα παραδέχεται ότι επέστρεψε στο ποτό.
Η επιστροφή, όπως την περιγράφει, δεν σημαίνει επιστροφή στις παλιές υπερβολές. Εχει καταλάβει ότι μπορεί να πιει, αλλά όχι χωρίς όρια. Το «μέτρο» έχει γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητάς του και μαζί του μια διαφορετική εκτίμηση για τον χρόνο.
Ο Πιτ προτιμά πλέον τα πρωινά. Του αρέσει να ξυπνά χωρίς ξυπνητήρι, να γυμνάζεται, να διαβάζει τις ειδήσεις, να ασχολείται με μικρά πράγματα στο σπίτι. Δεν θέλει να ξοδεύει μια ολόκληρη μέρα επειδή το προηγούμενο βράδυ ήπιε περισσότερο απ' όσο έπρεπε.
Ακόμη και ο μουντός ουρανός του Λος Αντζελες τον ικανοποιεί. Τον αποκαλεί «June gloom» και αντί να παραπονιέται για την έλλειψη ήλιου, βλέπει κάτι πιο στοχαστικό σε αυτόν.
Το AI ως εργαλείο, αλλά όχι ως αντικαταστάτης
Πιο ενδιαφέρουσα ίσως είναι η στάση του απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Σε μια περίοδο κατά την οποία το Χόλιγουντ προσπαθεί ακόμη να καταλάβει τι θέση μπορεί να έχει το AI στη διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας, ο Πιτ δεν το απορρίπτει συνολικά.
Αντίθετα, βλέπει μια πιθανή χρησιμότητα που έχει συζητηθεί όλο και περισσότερο στη βιομηχανία: τη δυνατότητα να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να επιστρέψουν στο προσκήνιο οι μεσαίου προϋπολογισμού ταινίες. Παραγωγές των 40, 60 ή 90 εκατομμυρίων δολαρίων, που σήμερα δυσκολεύονται να βρουν χρηματοδότηση ανάμεσα στα πανάκριβα franchises και τις πολύ μικρότερες ανεξάρτητες ταινίες, θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον ίδιο, να επωφεληθούν από την τεχνολογία.
Οταν, όμως, η συζήτηση φτάνει στην πιθανότητα το AI να δημιουργεί έναν ψηφιακό Μπραντ Πιτ, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα.
Ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι εδώ και περίπου δύο δεκαετίες έχουν καταγραφεί ψηφιακά τα χαρακτηριστικά και οι κινήσεις του. Μάλιστα, λέει πως στα συμβόλαιά του φροντίζει να προβλέπει ότι τα συγκεκριμένα scans του ανήκουν και καταστρέφονται μετά τη χρήση τους. Εκ των υστέρων, αναγνωρίζει ότι ίσως θα έπρεπε να τα είχε κρατήσει.
Το ερώτημα είναι αν ένας αλγόριθμος θα μπορούσε να πάρει όλα αυτά τα δεδομένα — όλες τις εκφράσεις, τις κινήσεις και τις προηγούμενες ερμηνείες του — και να κατασκευάσει έναν καινούργιο Μπραντ Πιτ.
Η απάντησή του δεν είναι απόλυτη. Θεωρεί ότι τεχνικά κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει. Αυτό που αμφισβητεί είναι αν το αποτέλεσμα θα περιείχε τις δικές του επιλογές. Γιατί ένας ηθοποιός δεν είναι απλώς το άθροισμα όσων έχει ήδη κάνει. Είναι και αυτό που ανακαλύπτει τη στιγμή που παίζει.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στον αλγόριθμο. Εχει ακούσει, λέει, τραγούδι φτιαγμένο με AI που ήταν «αρκετά καλό». Του έλειπε όμως κάτι. Η ανθρώπινη φωνή, η ατέλεια, η αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από αυτό που ακούς. Θυμάται μια συναυλία στο Παρίσι, όπου είδε τον Φλι και τον Τομ Γιορκ να παίζουν Μάρβιν Γκέι. Ηταν, όπως λέει, μια στιγμή γεμάτη χαρά και ενέργεια.
Και καταλήγει σε κάτι που μοιάζει να συνοψίζει ολόκληρη τη στάση του: «AI δεν μπορεί να το κάνει αυτό».
Η απώλεια αλλάζει τα πάντα
Η πιο απρόσμενη στροφή της συνέντευξης έρχεται όταν η συζήτηση αφήνει το Χόλιγουντ και περνά στην απώλεια. Με αφορμή τον θάνατο του αδελφού του Ράιαν Ντ'αγκοστίνο, του δημοσιογράφου που παίρνει τη συνέντευξη, ο Πιτ μιλά για το πένθος με έναν τρόπο πολύ πιο προσωπικό από ό,τι θα περίμενε κανείς.
Εχει χάσει τη μητέρα του, ενώ ο πατέρας του εξακολουθεί να ζει μόνος στο πατρικό τους σπίτι. Οι δυο τους μιλούν συχνά και ο Πιτ ετοιμάζεται να τον επισκεφθεί στο Μιζούρι. Δεν περιγράφει μια οικογένεια που κάνει μεγάλες εξομολογήσεις. Είναι, όπως λέει, άνθρωποι της επαρχίας. Μερικές φορές μια μόνο φράση αρκεί για να αγγίξει την ουσία και μετά όλοι συνεχίζουν.
Για τον Πιτ, το πένθος είναι ίσως το πιο ισοπεδωτικό ανθρώπινο συναίσθημα. Η απώλεια, λέει, μπορεί να αφήσει πίσω της μια μοναξιά που μοιάζει με βασανιστήριο.
Η κουβέντα ακουμπά αναπόφευκτα και τη δική του οικογένεια. Οταν η συνέντευξη φτάνει στη δύσκολη σχέση με τα παιδιά του και στην πολυετή σύγκρουση με την Τζολί, ο Πιτ δεν επιλέγει ούτε την εξήγηση ούτε την αντιπαράθεση. Λέει μόνο «οικογενειακά θέματα» και αφήνει τη φράση να σταθεί μόνη της.. Και ίσως είναι η πιο ειλικρινής απάντηση που θα μπορούσε να δώσει.
«Δεν χρειάζεται να βγεις από το πένθος. Πρέπει να περάσεις μέσα από αυτό»
Ο Πιτ μιλά επίσης για μια περίοδο της ζωής του κατά την οποία ο πόνος είχε γίνει τόσο έντονος ώστε μπορούσε να καταλάβει πώς ένας άνθρωπος φτάνει να βλέπει την αυτοκτονία ως μια μορφή ανακούφισης. Ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε πρόθεση να κάνει κακό στον εαυτό του και ότι τελικά το ένστικτο επιβίωσης υπερίσχυσε.
Αυτό που έχει κρατήσει από εκείνη την περίοδο δεν είναι κάποια εύκολη συνταγή για να ξεπερνά κανείς τον πόνο. Δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει πραγματικά ένα «ξεπέρασμα». Πιστεύει περισσότερο στη διαδικασία. Να συνεχίζεις. Να προσπαθείς. Να φτάνεις στον τοίχο και να ξαναπροσπαθείς. Μέχρι κάποια στιγμή να ξυπνήσεις ένα πρωί και να διαπιστώσεις ότι ο ήλιος μοιάζει λίγο πιο φωτεινός και ο αέρας λίγο πιο γλυκός. Δεν είναι μια θεαματική λύτρωση. Είναι μικρές δόσεις ανακούφισης.
Και ο ίδιος, παρά τις απώλειες και τις δυσκολίες, εξακολουθεί να δηλώνει αισιόδοξος. Αυτή η αισιοδοξία, όπως παραδέχεται, υπήρξε κάποιες φορές και ελάττωμά του, αφού τον έκανε να πέφτει με φόρα πάνω σε καταστάσεις που ίσως θα έπρεπε να είχε αποφύγει. Παραμένει όμως κομμάτι του.
Ο Μπραντ Πιτ μετά τον Μπραντ Πιτ
Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό στο γεγονός ότι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους άνδρες του πλανήτη μιλά τόσο πολύ για την ανάγκη να ανακαλύψει κάτι που δεν έχει ξανακάνει.
Ο Πιτ έχει πλέον πίσω του ρόλους που έχουν γίνει κομμάτι της κινηματογραφικής ποπ κουλτούρας, από το «Thelma & Louise» και το «Fight Club» μέχρι το «Seven», το «Twelve Monkeys», το «Ocean's Eleven» και το «Once Upon a Time... in Hollywood». Θα μπορούσε εύκολα να περάσει το υπόλοιπο της καριέρας του αναπαράγοντας την εικόνα που έχει ήδη χτίσει.
Αντί γι' αυτό, εξακολουθεί να ψάχνει την επόμενη εκδοχή του.
Ακόμη και η επιστροφή του ως Κλιφ Μπουθ, ενός από τους πιο αγαπημένους ρόλους της πρόσφατης φιλμογραφίας του, προέκυψε με έναν απρόσμενο τρόπο. Οταν ο Ταραντίνο αποφάσισε ότι δεν ήθελε να κάνει τη συγκεκριμένη ταινία ως δέκατη και τελευταία σκηνοθετική του δουλειά, ο Πιτ σκέφτηκε τον Φίντσερ. Του έστειλε το σενάριο και, σύμφωνα με την αφήγησή του, μέχρι να προσγειωθούν από μια πτήση ο σκηνοθέτης είχε ήδη αποφασίσει ότι ήθελε να το κάνει.
Οπως έχει υποθεί ξανά και απο την μεριά του Ταραντίνο, η ταινία δεν θα είναι ακριβώς sequel του «Once Upon a Time... in Hollywood». Περισσότερο μοιάζει με τις παλιές επεισοδιακές σειρές που λάτρευε ο σκηνοθέτης, όπου οι ίδιοι χαρακτήρες μπορούσαν να επιστρέφουν για μια νέα περιπέτεια χωρίς να επαναλαμβάνεται η προηγούμενη ιστορία.
Είναι, κατά κάποιον τρόπο, και αυτό που κάνει ο ίδιος ο Πιτ με την καριέρα του, επιστρέφοντας σε γνώριμα πρόσωπα, σε συνεργασίες και σε χαρακτήρες, αλλά προσπαθεί να τους δει από διαφορετική γωνία.
Στο τέλος της ημέρας, επιστρέφει στα απλά. Σχεδιάζει να παραγγείλει κορεάτικο για βραδινό, να δει μια ταινία ή μια σειρά και να αφήσει τη μέρα να τελειώσει.
Ισως αυτή να είναι τελικά η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του σημερινού Μπραντ Πιτ. Οχι ο σταρ που έχει κερδίσει το Οσκαρ, ούτε ο άνδρας που εδώ και χρόνια βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα για την προσωπική του ζωή. Αλλά ένας 62χρονος ηθοποιός που, έχοντας ήδη ζήσει περισσότερα από όσα θα μπορούσε να φανταστεί ο περισσότερος κόσμος, εξακολουθεί να πιστεύει πως έχει κάτι ακόμη να ανακαλύψει.
