Το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» δεν αποτελεί απλώς μία από τις πιο εμβληματικές γερμανικές ταινίες της δεκαετίας του '90, αλλά ένα φιλμ που επαναπροσδιόρισε τον τρόπο με τον οποίο ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος μπορούσε να συνδυάσει την καλλιτεχνική φιλοδοξία με την απόλυτα ψυχαγωγική αφήγηση. Η διεθνής του πορεία συνοδεύτηκε από σημαντικές διακρίσεις και βραβεία σε φεστιβάλ όπως της Βενετίας, του Sundance και του Seattle, ενώ ταυτόχρονα καθιέρωσε τον Τομ Τίκβερ ως μία από τις πιο ξεχωριστές και επιδραστικές δημιουργικές φωνές της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής. Λίγες ταινίες κατάφεραν να επηρεάσουν τόσο έντονα τη γλώσσα του μοντάζ, τον ρυθμό της κινηματογραφικής αφήγησης και την αισθητική μιας ολόκληρης γενιάς δημιουργών.
Επιστρέφοντας σήμερα στο φιλμ, γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί θεωρήθηκε τόσο πρωτοποριακό όταν κυκλοφόρησε το 1998. Δεν είναι μόνο η ευρηματική του σύλληψη ούτε η ακατάπαυστη ενέργεια που το διαπερνά από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή. Είναι κυρίως η τόλμη με την οποία ο Τίκβερ αντιμετωπίζει τον χρόνο, την τύχη και τις συνέπειες των ανθρώπινων επιλογών, μετατρέποντας μια απλή ιστορία αγωνίας σε μια κινηματογραφική άσκηση πάνω στις αμέτρητες πιθανότητες που μπορεί να κρύβει μια και μόνο στιγμή.
Ο Μάνι χάνει στο τρένο τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει στο λαθρέμπορο Ρόνι. Η Λόλα, φίλη του Μάνι, θα κάνει τα πάντα για να τον βοηθήσει. Εχει μόλις 20 λεπτά στη διάθεσή της για να βρει 100.000 μάρκα και να προλάβει τον φίλο της σ’ ένα μοιραίο ραντεβού. Μόνο που η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται τρεις φορές με μικρές παραλλαγές.
Η αφετηρία είναι εξαιρετικά απλή. Η Λόλα έχει μόλις είκοσι λεπτά για να βρει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό προκειμένου να σώσει τον αγαπημένο της Μάνι από έναν επικίνδυνο άνθρωπο του υποκόσμου. Από εκεί και πέρα, όμως, το σενάριο εγκαταλείπει κάθε συμβατική αφηγηματική λογική και παρουσιάζει τρεις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας διαδρομής, αποδεικνύοντας πως μια ελάχιστη μεταβολή μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Το εύρημα εξακολουθεί να διατηρεί τη γοητεία του, ακόμη κι αν κατά διαστήματα μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το παιχνίδι των πιθανοτήτων παρά για την ουσιαστική ανάπτυξη των χαρακτήρων.
Το μεγάλο ατού της ταινίας βρίσκεται αναμφίβολα στη σκηνοθεσία. Ο Τομ Τίκβερ κινηματογραφεί το Βερολίνο σαν έναν ζωντανό οργανισμό που κινείται στον ίδιο παλμό με την ηρωίδα του. Η κάμερα δεν σταματά σχεδόν ποτέ, το μοντάζ αλλάζει συνεχώς ταχύτητες, η χρήση του animation, των φωτογραφικών φλας και των διαφορετικών κινηματογραφικών φορμά δημιουργεί μια εμπειρία που ακόμη και σήμερα μοιάζει φρέσκια. Το ηλεκτρονικό soundtrack λειτουργεί οργανικά μέσα στην αφήγηση και δεν συνοδεύει απλώς τις εικόνες, αλλά καθορίζει τον ρυθμό κάθε σκηνής, μετατρέποντας την αγωνία σε μια σχεδόν μουσική εμπειρία.
Αν όμως η ταινία εξακολουθεί να διαθέτει τέτοια δυναμική, μεγάλο μέρος της οφείλεται στη Φράνκα Ποτέντε. Ο ρόλος της Λόλα δεν απαιτεί μόνο σωματική αντοχή αλλά και την ικανότητα να μεταφέρει στον θεατή την αγωνία, την αποφασιστικότητα και την ευαλωτότητα μιας γυναίκας που αρνείται να αποδεχθεί ότι η μοίρα έχει ήδη γραφτεί. Με ελάχιστους διαλόγους και κυρίως μέσα από την εκφραστικότητα του προσώπου και την ένταση της κίνησής της, η Ποτέντε καθηλώνει σε κάθε εμφάνισή της. Δεν είναι τυχαίο ότι η ερμηνεία αυτή αποτέλεσε το διαβατήριό της για μια διεθνή καριέρα, καθώς ελάχιστες πρωταγωνίστριες της εποχής κατάφεραν να συνδυάσουν τόσο φυσικά την κινηματογραφική ενέργεια με την ανθρώπινη αμεσότητα. Ο Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ ως Μάνι λειτουργεί αποτελεσματικά δίπλα της, χωρίς όμως να διαθέτει την ίδια βαρύτητα ή το ίδιο δραματικό αποτύπωμα.
Παρά τα αδιαμφισβήτητα προτερήματά του, το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» δεν αποφεύγει ορισμένες αδυναμίες. Οι χαρακτήρες πέρα από το πρωταγωνιστικό δίδυμο παραμένουν σχηματικοί και το φιλοσοφικό υπόβαθρο γύρω από την τύχη και την ελεύθερη βούληση δεν αναπτύσσεται όσο θα μπορούσε, ενώ ορισμένες ιδέες μοιάζουν να υπηρετούν περισσότερο την εντυπωσιακή φόρμα παρά το συναισθηματικό βάθος της ιστορίας, γεγονός που δεν επιτρέπει στην ταινία να αποκτήσει το δραματικό εκτόπισμα που θα την οδηγούσε σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο.
Είκοσι έξι χρόνια μετά την πρώτη της προβολή, η ταινία εξακολουθεί να λειτουργεί εντυπωσιακά ως κινηματογραφική εμπειρία. Ισως ορισμένα από τα τεχνικά της ευρήματα να μην προκαλούν σήμερα την ίδια αίσθηση έκπληξης που προκαλούσαν στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, αφού επηρέασαν δεκάδες δημιουργούς που ακολούθησαν. Εκείνο όμως που παραμένει αναλλοίωτο είναι η ακατάπαυστη ενέργειά της, η δημιουργική σκηνοθετική ματιά του Τομ Τίκβερ και η εκρηκτική παρουσία της Φράνκα Ποτέντε, στοιχεία που διατηρούν το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» ζωντανό, συναρπαστικό και απολύτως άξιο μιας νέας ανακάλυψης από κάθε σύγχρονο θεατή.

