Λίγα βιβλικά εδάφια έχουν προκαλέσει τόσες συζητήσεις, τόσες συγκρούσεις και τόσο πόνο όσο εκείνα του Λευιτικού που καταδικάζουν την ομοφυλοφιλία. «Και ος εάν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι, θανάτῳ θανατούσθωσαν, ένοχοι εισιν». Για αιώνες, η φράση αυτή από το Λευιτικό δεν έμεινε μόνο στις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Μετατράπηκε σε όπλο, σε επιχείρημα, σε μηχανισμό αποκλεισμού και ενοχής για αμέτρητους ανθρώπους που βρέθηκαν απέναντι στις αυστηρές ερμηνείες της θρησκείας.
Με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ο Αντριαν Κιαρέλα, δεν δανείζεται απλώς τον τίτλο του βιβλίου για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Τον χρησιμοποιεί ως κλειδί για να ανοίξει μια ιστορία όπου ο τρόμος δεν κρύβεται στο υπερφυσικό, αλλά στην ενοχή που καλλιεργείται όταν η αγάπη βαφτίζεται αμαρτία.
Σε μια εποχή όπου το σύγχρονο horror αναζητά όλο και περισσότερο κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, το «Leviticus» επιχειρεί να μετατρέψει τον υπερφυσικό τρόμο σε μια ιστορία για την ενοχή, την καταπίεση και την ανάγκη αποδοχής. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που διαθέτει ξεκάθαρη ταυτότητα και αξιοσημείωτη σκηνοθετική αυτοπεποίθηση, ακόμη κι αν δεν καταφέρνει πάντα να ισορροπήσει με την ίδια επιτυχία ανάμεσα στον συμβολισμό και τη δραματουργία.
Σε μία μικρή και απομονωμένη πόλη της Αυστραλίας, δύο έφηβοι, ο Ναΐμ και ο Ράιν, πρέπει να ξεφύγουν από μια βίαιη, αόρατη δύναμη, που παίρνει τη μορφή του προσώπου που επιθυμούν περισσότερο – ο ένας τον άλλον.
Ο Κιαρέλα αποδεικνύεται ιδιαίτερα ικανός στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά χτίζει έναν κόσμο που μοιάζει ασφυκτικός, παγιδευμένος ανάμεσα στη θρησκευτική ευλάβεια και στη σιωπηλή απειλή που κρύβεται πίσω από αυτήν. Η αυστραλιανή επαρχία κινηματογραφείται με τρόπο που εντείνει την αίσθηση απομόνωσης και μοναξιάς, ενώ οι άδειοι δρόμοι, τα ξεθωριασμένα τοπία και οι σκοτεινοί εσωτερικοί χώροι δημιουργούν ένα διαρκές αίσθημα ανησυχίας. Δεν πρόκειται για μια ταινία που στηρίζεται στα εύκολα τρομάγματα. Ο φόβος γεννιέται περισσότερο από όσα υπονοούνται παρά από όσα αποκαλύπτονται.
Η σκηνοθεσία, η οποία φαίνεται να αντλεί αρκετές επιρροές από το «Σε Ακολουθεί» του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, βρίσκει τις πιο δυνατές της στιγμές όταν αφήνει τις εικόνες να μιλήσουν μόνες τους. Ιδιαίτερα αποτελεσματική είναι η σκηνή που ακολουθεί το θρησκευτικό τελετουργικό, όταν οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως οι μορφές που εμφανίζονται μπροστά τους δεν είναι πραγματικά εκείνες που νομίζουν. Η αβεβαιότητα ανάμεσα στην επιθυμία και στον τρόμο δημιουργεί μια υποβλητική ακολουθία που συνοψίζει ιδανικά όσα θέλει να εκφράσει η ταινία.
Το σενάριο, ωστόσο, δεν κατορθώνει πάντοτε να υποστηρίξει το βάρος των ιδεών του. Η κεντρική αλληγορία πάνω στις θεραπείες μεταστροφής γίνεται γρήγορα αντιληπτή και η αφήγηση επαναλαμβάνει συχνά τα ίδια μοτίβα χωρίς να τα εξελίσσει ουσιαστικά. Υπάρχουν στιγμές όπου νιώθεις ότι η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο να εξηγήσει το μήνυμά της παρά να αφηγηθεί την ιστορία της. Η θεματική της θρησκευτικής καταπίεσης παραμένει ισχυρή σε όλη τη διάρκεια, όμως η δραματουργία θα κέρδιζε από μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και λιγότερη επανάληψη.
Εκεί όπου το φιλμ παραμένει σταθερά πειστικό είναι στις ερμηνείες του. Οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές, Τζο Μπερντ (τον οποίο γνωρίσαμε από το «Μίλα Μου» των αδερφών Φιλίππου) και Στέισι Κλάουζεν, μεταφέρουν με φυσικότητα την αμηχανία, τον φόβο και την ανάγκη τους να υπάρξουν σε έναν κόσμο που τους αρνείται το δικαίωμα να είναι ο εαυτός τους. Η χημεία τους είναι ουσιαστική, καθώς πάνω σε αυτήν στηρίζεται ολόκληρο το συναισθηματικό οικοδόμημα της ταινίας. Χωρίς την παρουσία τους, ο συμβολισμός θα κινδύνευε να επισκιάσει την ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας.
Το «Leviticus» μπορεί να μην φτάνει πάντα το ύψος των φιλοδοξιών του, όμως διαθέτει κάτι που λείπει από πολλές σύγχρονες ταινίες τρόμου: έναν ξεκάθαρο λόγο ύπαρξης. Πίσω από τις σκοτεινές εικόνες, τις υπερφυσικές παρουσίες και τη διαρκή αίσθηση απειλής, κρύβεται μια ιστορία για ανθρώπους που μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι αυτό που αισθάνονται είναι λάθος και ότι η αγάπη τους πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αμαρτία. Κι όταν ο φόβος δεν προέρχεται από κάποιο τέρας αλλά από ολόκληρη την κοινωνία που σε περιβάλλει, τότε ο τρόμος αποκτά μια πολύ πιο ανθρώπινη και οδυνηρή διάσταση.
Γιατί, όπως μας είπαν και οι Hozier μέσα από το υπέροχο «Take me to Church»:
I'll worship like a dog at the shrine of your lies
I'll tell you my sins so you can sharpen your knife
Offer me that deathless death
Good God, let me give you my life.

