Δέκα χρόνια μετά το «The Neon Demon» την τελευταία μεγάλου μήκους κινηματογραφική του δουλειά, ο υποψήφιος για BAFTA Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την «Δική της Κόλαση», ένα φιλόδοξο και βαθιά προσωπικό έργο που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Καννών, φιλοδοξώντας να αποτελέσει ακόμη ένα κεφάλαιο στη διαρκή εξερεύνηση των εμμονών του δημιουργού του. Ο Δανός σκηνοθέτης δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται για μια συμβατική αφήγηση, αλλά για μια κατάδυση στον εσωτερικό του κόσμο, σαν να ανοίγει ένα παράθυρο στο ίδιο του το μυαλό και να καλεί τον θεατή να περιπλανηθεί στη δική του προσωπική κόλαση, εκεί όπου η πραγματικότητα, το όνειρο και η ψυχολογική διάλυση συγχέονται διαρκώς.
Το πρόβλημα είναι πως αυτή η κατάβαση δεν μετατρέπεται ποτέ σε μια ουσιαστική κινηματογραφική εμπειρία. Αντί να λειτουργεί σαν ένας εφιάλτης που αποκαλύπτει κάτι για τους χαρακτήρες ή για τον ίδιο τον δημιουργό, εξελίσσεται σε μια ατελείωτη άσκηση αισθητικής, όπου οι εικόνες έχουν μεγαλύτερη σημασία από τους ανθρώπους που τις κατοικούν και ο συμβολισμός υπερισχύει της αφήγησης σε τέτοιο βαθμό ώστε το συναίσθημα χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά.
Σε μια φουτουριστική μητρόπολη πλημμυρισμένη από νέον, όπου η ομορφιά, η βία και η επιθυμία συνυπάρχουν σε έναν υπνωτικό κόσμο που θυμίζει εφιάλτη, δύο παράλληλες ιστορίες διασταυρώνονται. Ο Private K, ένας Αμερικανός στρατιώτης, είναι αποφασισμένος να βρει τη μικρή του κόρη, πεπεισμένος πως έχει παγιδευτεί στην ίδια την Κόλαση. Την ίδια στιγμή, η Elle, μια ανερχόμενη σταρ, έρχεται αντιμέτωπη με μια βαθιά προσωπική προδοσία όταν ο πανίσχυρος πατέρας της ανακοινώνει τον γάμο του με την πρώην καλύτερή της φίλη.
Το σενάριο επιχειρεί να αφηγηθεί ένα ταξίδι στο υποσυνείδητο της ηρωίδας, με την πραγματικότητα να διαλύεται μπροστά στα μάτια της και τις αναμνήσεις, τις επιθυμίες και τους φόβους της να συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο. Η ιδέα ακούγεται ενδιαφέρουσα, όμως η ανάπτυξή της μοιάζει περισσότερο με μια σειρά αφηρημένων εικόνων παρά με μια ιστορία που οδηγείται κάπου συγκεκριμένα. Οι συνεχείς αναφορές στις προβληματικές οικογενειακές σχέσεις και κυρίως στα daddy issues παρουσιάζονται σαν το βασικό ψυχολογικό θεμέλιο της ηρωίδας, χωρίς όμως να αποκτούν ποτέ το απαραίτητο δραματουργικό βάθος και αντί να φωτίζουν τις επιλογές της ή να εξηγούν την ψυχική της κατάσταση, εμφανίζονται αποσπασματικά και συχνά μοιάζουν να υπάρχουν μόνο για να ενισχύσουν το μυστήριο.
Εκεί όπου ο Ρεφν εξακολουθεί να παραμένει αδιαμφισβήτητος είναι στον τρόπο με τον οποίο χτίζει την ατμόσφαιρα. Το μπλε και το ροζ κυριαρχούν σχεδόν σε κάθε κάδρο, όχι μόνο ως αισθητικές επιλογές αλλά και ως ψυχολογικοί δείκτες. Το βαθύ μπλε δημιουργεί μια αίσθηση απομόνωσης, ψυχρότητας και εσωτερικής μοναξιάς, ενώ οι έντονες ροζ αποχρώσεις λειτουργούν σαν μια ψεύτικη υπόσχεση οικειότητας, επιθυμίας και διαφυγής. Η σύγκρουση αυτών των δύο χρωμάτων αντικατοπτρίζει τη σύγκρουση που βιώνει η πρωταγωνίστρια ανάμεσα στην ανάγκη της να αγαπηθεί και στην αδυναμία της να ξεφύγει από τα προσωπικά της τραύματα. Είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα της ταινίας, επειδή αφηγείται περισσότερα μέσα από τη φωτογραφία παρά μέσα από τους διαλόγους.
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στα γυρίσματα της διαστημικής ταινίας, όπου η ηρωίδα βρίσκεται μόνη μέσα σε έναν τεχνητό κόσμο λουσμένο σε μπλε και ροζ φωτισμούς. Η εικόνα μοιάζει να σχολιάζει την αποξένωσή της, καθώς περιβάλλεται από ανθρώπους αλλά παραμένει συναισθηματικά αποκομμένη. Αντίστοιχα, η περιπλάνηση του Private K στους φωτισμένους δρόμους του Τόκιο δημιουργεί μια σχεδόν υπνωτική αίσθηση, όμως η σκηνή εντυπωσιάζει περισσότερο ως οπτική σύνθεση παρά ως αφηγηματική εξέλιξη.
Η σκηνοθεσία αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι ο Ρεφν διαθέτει μοναδική ικανότητα στη σύνθεση του κάδρου και στον έλεγχο του ρυθμού, αλλά ταυτόχρονα βυθίζεται ολοένα και περισσότερα στον ίδιο τον ναρκισσισμό του. Κάθε πλάνο είναι προσεκτικά σχεδιασμένο και η κάμερα κινείται με αυτοπεποίθηση, όμως αυτή η τελειομανία καταλήγει να γίνεται αυτοσκοπός. Η αφήγηση παγώνει συνεχώς για να θαυμάσει τη δική της αισθητική, με αποτέλεσμα η διάρκεια να γίνεται αισθητή πολύ πριν ολοκληρωθεί η ταινία.
Η Σόφι Θάτσερ προσφέρει μία αφοσιωμένη και εσωτερική ερμηνεία, προσπαθώντας να δώσει ανθρώπινη υπόσταση σε έναν χαρακτήρα που παραμένει περισσότερο σύμβολο παρά πραγματικό πρόσωπο. Με ελάχιστους διαλόγους βασίζεται στις εκφράσεις και στη σωματική της παρουσία, όμως ούτε το σενάριο ούτε η σκηνοθετική προσέγγιση της επιτρέπουν να εξελιχθεί πέρα από αυτή τη διαρκή κατάσταση ψυχικής σύγχυσης. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους χαρακτήρες, οι οποίοι λειτουργούν κυρίως ως προεκτάσεις ιδεών και όχι ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες.
«Η Δική της Κόλαση», είναι μια ταινία που θαυμάζει τόσο πολύ τον ίδιο της τον εαυτό ώστε ξεχνά να επικοινωνήσει με τον θεατή. Ο Ρεφν συνεχίζει να αναζητά την ομορφιά μέσα στην παρακμή και το νόημα μέσα στην αφαίρεση, όμως αυτή τη φορά οι συμβολισμοί, οι ψυχαναλυτικές αναφορές και η εκθαμβωτική αισθητική δεν αρκούν για να κρύψουν την αφηγηματική κενότητα. Μέσα από μερικά εκπληκτικά κάδρα και ελάχιστα συναισθήματα, η ταινία καταλήγει όχι μόνο ως ένα ταξίδι στην προσωπική κόλαση του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, αλλά και να ζήσουμε και τη δική μας προσωπική κινηματογραφική κόλαση μέσα στην αίθουσα.

