Φθινόπωρο 1989. Ενα τεύχος του ιρανικού περιοδικού «Sorush» πέφτει στα χέρια του 49χρονου σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι, όπου διαβάζει μία απίστευτη ιστορία: ο Χουσεΐν Σαμπσιάν, ένας άνεργος, φτωχός άντρας, κατηγορείται για απάτη, καθώς προσποιήθηκε την ταυτότητα του σκηνοθέτη Μοχσέν Μαχμαλμπάφ για να προσεγγίσει μία εύπορη οικογένεια και να τους επισκέπτεται, με την πρόφαση ότι θα τους χρησιμοποιήσει στην επόμενη ταινία του. Οι Αχανκάχ θεώρησαν ότι τους εξαπάτησε για να μπορέσει να εποπτεύσει το σπίτι τους, προσποιούμενος ότι κάνει ρεπεράζ, να τους απομακρύνει ένα βράδυ με το πρόσχημα ότι θα πάνε όλοι μαζί σινεμά, για να ειδοποιήσει τη συμμορία του ότι η βίλα είναι άδεια και να τους ληστέψουν. Ο Σαμπσιάν μάλιστα είχε δανειστεί 1900 ριάλ (150 δραχμές, το 1989) από τον γιο της οικογένειας τα οποία δεν μπορούσε να επιστρέψει. Ληστεία δεν έγινε ποτέ. Οπότε, ποια ήταν τα πραγματικά κίνητρα του Σαμπσιάν; Εκείνος δήλωνε ως μόνη υπεράσπιση την αγάπη του για το σινεμά. Κι ότι το να προσποιηθεί ότι είναι ένας διακεκριμένος σκηνοθέτης τον έκανε να αισθανθεί για λίγο «κάποιος».

Ο Κιαροστάμι διέκοψε την προπαραγωγή μίας άλλης ταινίας που είχε στα σκαριά, νιώθοντας ότι αυτή η ιστορία που αφορά το σινεμά πρέπει να αποτυπωθεί στο σινεμά, όσο ακόμα διαδραματίζεται. Επεισε το δικαστήριο να του δώσουν άδεια να παραστεί και να κινηματογραφήσει τη δίκη, έπεισε τον Σαμπσιάν να του επιτρέψει να τον κάνει μέρος μιας ταινίας, έπεισε την οικογένεια των Αχανκάχ να αναπαραστήσουν τα δρώμενα που οδήγησαν στη σύλληψη του ενόχου, έπεισε και τον (αντίζηλο τότε) Μαχμαλμπάφ να πάρει μέρος στην τελική σεκάνς κάθαρσης.

Επηρεασμένος βαθιά από τον ιταλικό νεορεαλισμό, αλλά και με αναφορές στην τόλμη της γαλλικής Nouvelle Vague να αψηφά φραγμούς και κανόνες, ο Κιαροστάμι προχωρά με ωμή κινηματογράφηση σε 16άρι φιλμ κι ερασιτέχνες ηθοποιούς που ερμηνεύουν τους εαυτούς τους. Το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από ένα υβρίδιο ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας. Με τον σκηνοθέτη να εξερευνά τα όρια μεταξύ αλήθειας και εξαπάτησης όταν ανοίγει μία κάμερα (αλλά κι όταν στέκεται κι ο ίδιος πίσω από αυτή), ο φακός του εξετάζει σε κοντινό πλάνο την μαγική δύναμη του σινεμά να μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε κάτι ανώτερο. Ενα ψέμα που αποκαλύπτει πανανθρώπινες αλήθειες.

Η μόνη χαρά στη ζωή του φουκαρά Σαμπσιάν ήταν να πηγαίνει από παιδί στον κινηματογράφο. Οι ταινίες τον έκαναν να αντέχει τη ζωή του. Δεν ήταν μόνο διαφυγή από τη φτώχεια, αλλά βαθιά κατανόηση της κατάστασής του - εφόσον υπήρχαν ήρωες που περνούσαν τα ίδια. Εφόσον σκηνοθέτες σαν τον Μαχμαλμπάφ (ο «Ποδηλάτης» τον σημάδεψε) ή τον Κιαροστάμι (ένιωθε ότι αυτός ήταν ο «Ταξιδιώτης») τον έκαναν κομμάτι του κόσμου τους. Οσο απόκληρος ήταν κοινωνικά και ταξικά, στο σινεμά ανήκε κάπου.

Ομως ο Κιαροστάμι δε θέλει να συντάξει ένα μελόδραμα. Αντιθέτως, το παιχνίδι που στήνει ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα αφήνει στο θεατή χώρο να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Κι αυτό φαίνεται από το πώς χειρίζεται την πλοκή από την πρώτη μέχρι την τελευταία σεκάνς. Η κάμερα δεν ακολουθεί στην σύλληψη του Σαμπσιάν. Μένει έξω από τη βίλα στον ταξιτζή, ο οποίος περιμένοντας αρχίζει και μαζεύει ξερά λουλούδια από τα σκουπίδια (κάτι συμβολικό, που θα οδηγήσει την ταινία σε πλήρη κύκλο στο τέλος) κλωτσώντας ένα τενεκεδάκι που ο φακός του Κιαροστάμι θα ακολουθήσει στην κατηφόρα για αρκετή φιλμική ώρα. Ο θεατής που αγωνιά για το τι συμβαίνει με την πραγματική ιστορία, θα αποκτήσει χρόνο και χώρο για να ανακατασκευάσει στη φαντασία του τι παίζεται μέσα στο σπίτι. Οχι τυχαία. Ο Κιαροστάμι θέλει να μάς δείξει ότι είμαστε κι εμείς συνένοχοι στην κατασκευή των γεγονότων. Και στην εξαπάτηση.

Οπως κι ο ίδιος. Ο Σαμπσιάν κατηγορείται ότι πλάνευσε τους Αχανκάχ σε ένα ψέμα, αλλά τι ακριβώς κάνει κι ένας σκηνοθέτης όταν στήνει μία ιστορία; Ο Κιαροστάμι πλανεύει τον θεατή σε ένα κατασκευασμένο cinéma vérité (η απολογία του Σαμπσιάν στο δικαστήριο είναι κατά πολύ γραμμένη από τον ίδιο τον σκηνοθέτη), πιέζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης να μεταφέρουν τη δίκη νωρίτερα για να εξυπηρετήσουν το πρόγραμμα γυρισμάτων, πείθει τον δικαστή στο να του επιτρέψει να κάνει απευθείας ερωτήσεις στον κατηγορούμενο, επηρεάζει εν τέλει την απόφαση, και σε μία meta-cinema κίνηση, παρασύρει και τον ίδιο τον Μαχμαλμπάφ να παίξει στην τελική πράξη.

Ποτέ δεν αρνείται ότι ό,τι βλέπουμε είναι σινεμά - αντιθέτως το τονίζει. Ακόμα και οι διακοπές του ήχου στο τέλος, υπογραμμίζουν τη συνθήκη στον θεατή. Μόνο που όλα είναι ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών - τι είναι αλήθεια, τι είναι ψέμα. Τι είναι ζωή, τι λείπει από τις ζωές μας και το αναζητάμε στο σινεμά; Ποτέ δεν χάλασε ο ήχος. Ο Κιαροστάμι χρησιμοποίησε κι αυτό το εύρημα, το έστησε στο μοντάζ, για να εισάγει την μουσική του «Ταξιδιώτη» και να εγείρει τη συγκίνησή μας, να απογειώσει το συναίσθημα.

Ηταν ο Σαμπσιάν ένας απατεωνίσκος; Επαιξε έναν ρόλο για να μπαίνει σε μεγαλοαστικά σπίτια, να τρώει, να πίνει, να εξαπατά ότι είναι σπουδαίος; Φόρεσε και πάλι έναν άλλο ρόλο στο δικαστήριο -αυτόν του φτωχού, κακορίζικου σινεφίλ ρομαντικού- για να γλιτώσει την ποινή του;

Οι ερωτήσεις που θα παίξουν τη δική τους ταινία στο μυαλό του θεατή θα συνεχίζονται σε κύκλους. Καμία απάντηση όμως δεν έχει σημασία. Οσο η σπαρακτική αγκαλιά του τέλους, τα κόκκινα χρυσάνθεμα πάνω στο μηχανάκι, με τον ψεύτικο Μαχαλμπάφ να κρατά σφιχτά τον αληθινό. Μία φιλμική βόλτα που ξεπερνά τους δρόμους της Τεχεράνης, τρέχει σε έναν δικό της μαγικό τόπο, αυτόν του σινεμά, και εισβάλει σαρωτικά στις καρδιές μας. Για να μείνει για πάντα εκεί ως μία από τις πιο συγκινητικές, ρομαντικές «αληθινές» στιγμές του παγκόσμιου κινηματογράφου.