Το «Καρό Νίντζα 3» επιστρέφει σε ένα σύμπαν που έχει ήδη κατακτήσει το κοινό του, κουβαλώντας μαζί του προσδοκίες για κάτι πραγματικά πιο ώριμο. Η δικαιολογημένη πρότασή του από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου για το βραβείο καλύτερης ταινίας animation του 2026 δίνει στην ταινία εκείνο το κύρος που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τα όρια της καθαρής οικογενειακής ψυχαγωγίας.

Κι όμως, πίσω από την αναγνωρισιμότητα του τίτλου και τη γνώριμη ενέργεια του Καρό Νίντζα, η νέα περιπέτεια αποκαλύπτει μια πιο συγκρατημένη δυναμική. Η ταινία δείχνει διάθεση να εμβαθύνει στις εφηβικές ανασφάλειες του Αλεξ και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τον αλλόκοτο σύμμαχό του, αλλά συχνά μοιάζει να κινείται προσεκτικά, σαν να φοβάται μήπως απομακρυνθεί υπερβολικά από τη δοκιμασμένη συνταγή που την καθιέρωσε.

Πίσω στο σπίτι, ο Αλεξ χάνει το ενδιαφέρον του για τις αποστολές, γεγονός που προκαλεί ένταση με τον Καρό Νίντζα. Αυτό οδηγεί σε σύγκρουση με τον φίλο της Τζέσικα και τη συμμορία του, ενώ ταυτόχρονα ο Αλεξ ζορίζεται με τη ζήλια της πρώην του και νιώθει πίεση από τον πατριό του. Ενώ το χάος κλιμακώνεται, μια βαθύτερη, κρυφή απειλή βγαίνει στην επιφάνεια.

Η ταινία επιχειρεί να μετατοπίσει το βάρος από την εξωτική περιπέτεια των προηγούμενων κεφαλαίων σε μια πιο εσωτερική σύγκρουση, εστιάζοντας στη φάση της εφηβείας όπου ο Αλεξ αρχίζει να αμφισβητεί τον ρόλο του Καρό Νίντζα στη ζωή του. Η μεταξύ τους σχέση δοκιμάζεται, καθώς ο ήρωας νιώθει πως ο μικρός πολεμιστής τον σπρώχνει διαρκώς προς τη βία και την εκδίκηση, την ώρα που εκείνος προσπαθεί να βρει τη θέση του ανάμεσα σε σχολικές αντιπαλότητες, ερωτικά σκιρτήματα και μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.

Το σενάριο διατηρεί την πρόθεση να ισορροπήσει ανάμεσα στο παιδικό χιούμορ και σε πιο αιχμηρές θεματικές, όμως αυτή τη φορά η ισορροπία δείχνει εύθραυστη. Η ταινία αγγίζει ζητήματα ταυτότητας και αυτοεκτίμησης χωρίς να τα αναπτύσσει σε βάθος και σκηνές όπως η σύγκρουση του Αλεξ με τον νταή Μάρκο ή οι στιγμές όπου ο Νίντζα παρεμβαίνει απροκάλυπτα στις προσωπικές του σχέσεις έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον, αλλά συχνά εξαντλούνται σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα θυμού και ειρωνείας.

Σκηνοθετικά, η αφήγηση παραμένει λειτουργική, με ρυθμό που κρατά το ενδιαφέρον, αλλά χωρίς ιδιαίτερες εμπνεύσεις σε οπτικό επίπεδο, με τις σκηνές δράσης να έχουν ενέργεια, οι εκφράσεις είναι καθαρές, όμως λείπει εκείνη η τόλμη που θα έκανε την τρίτη ταινία να ξεχωρίσει, χωρίς την ασφάλεια της επανάληψης, ενώ το animation, αν και είναι προσεγμένο και επαγγελματικό, σπάνια ξεφεύγει από τα γνώριμα όρια της σειράς.

Το «Καρό Νίντζα 3» παραμένει μια αξιοπρεπής προσθήκη σε ένα επιτυχημένο franchise, αλλά, παρ’ όλα αυτά, περισσότερο θυμίζει μια αναγκαία συνέχεια παρά μια αναπάντεχη εξέλιξη και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο του πρόβλημα, ότι αντί να ρισκάρει πραγματικά, επιλέγει να μείνει εκεί όπου αισθάνεται ασφαλές.