Συνέντευξη

Ο Σταύρος Ψυλλάκης είναι δημιουργός και δημιούργημα των ηρώων του

of 10

Αφορμή για μια (με σοβαρούς λόγους) συζήτηση με τον Σταύρο Ψυλλάκη, η προβολή των τριών τελευταίων του ταινιών υπό τον γενικό τίτλο «Ωδές στην Υπαρξη» στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στις 28, 29 και 30 Οκτωβρίου.

Ο Σταύρος Ψυλλάκης είναι δημιουργός και δημιούργημα των ηρώων του

«Κάθε ταινία εστιάζει σ’ ένα μόνο πρόσωπο - όχι ως βιογραφία ή πορτρέτο - και ουσιαστικά είναι ένα ταξίδι στη γεωγραφία της ψυχής του "ήρωά" της. Σιγά, σιγά μέσα μου τις ένιωθα σαν μια τριλογία, με τρία τελείως διαφορετικά πρόσωπα, που όμως το καθένα τους ήταν μια ωδή στην ύπαρξη. Ετσι τουλάχιστον τα βίωνα και έτσι τα παρουσίασα στις ταινίες.

«Ωδές στην Υπαρξη» λοιπόν, ο κοινός τίτλος για τις τρεις πιο πρόσφατες ταινίες του Σταύρου Ψυλλάκη, το «Για Χωρίς Λόγους Συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη», την «Οφειλή» και τον «Αποχαιρετισμό», που θα προβληθούν στις 28, 29 και 30 Οκτωβρίου 2022 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Μια αφορμή για να συνομιλήσουμε ξανά με τον Σταύρο Ψυλλάκη και να ανιχνεύσουμε τον τρόπο με τον οποίο συναντά τους ήρωές των ταινιών του και τι είναι τελικά αυτό που τους ενώνει ή τους χωρίζει, τόποι μεμονωμένοι (κι όχι απομονωμένοι) στο μεγάλο χάρτη του ανθρώπινου μυστηρίου που «ζωγραφίζει» ο Ελληνας ντοκιμαντερίστας με τη σπάνια διορατικότητα και ευαισθησία του ταινία με την ταινία.

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Cinobo και στο Facebook Event του αφιερώματος.

Μανιάτης

Ας ξεκινήσουμε με τον Γιώργο Μανιάτη στο «Για Χωρίς Λόγους Συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη». Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό του που σας γοήτευσε;

Ο Γιώργος Μανιάτης με καθήλωσε αρχικά με τα γραπτά του. Διαβάζοντας τα αναρωτιόμουν μέχρι που μπορεί να φτάσει το ανθρώπινο μυαλό; Δεν μπορεί, αυτό είναι ύβρις έλεγα: «Οι λέξεις έλκονται ή απωθούνται ή αδιαφορούν, το ίδιο όπως οι άνθρωποι. Εξαρτάται από την ποιότητα της συναντήσεως». … «Ενα κείμενο σπινθηροβολεί από τον ηλεκτρισμό που παράγουν οι λέξεις στις "περιπέτειές" τους (ερωτικού χαρακτήρα)». … «Οποιος δεν ξέρει να επινοεί τέτοιες συναντήσεις, να εκμεταλλεύεται δηλαδή (και μάλιστα να αποκαλύπτει) τον ερωτισμό των λέξεων, δεν ξέρει να γράφει. Γράφει, όποιος ξέρει να κάνει τις λέξεις να γίνονται αγνώριστες.»

Πήγα και τον ξαναβρήκα - μας είχε συστήσει πριν ένας κοινός φίλος - γνωριστήκαμε περισσότερο και καταγράψαμε τις πρώτες μας συναντήσεις. Ισως γινόταν ταινία... Θα το αποφασίζαμε από κοινού. Ο Μανιάτης ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Η συνήθης φόρμα των πορτρέτων -συνεντεύξεις του ίδιου και άλλων προσώπων, σε συνδυασμό με βιογραφικά και πραγματολογικά στοιχεία- δεν με ικανοποιούσε. Στην περίπτωσή του, η διαίσθηση με ωθούσε σε μια βασική επιλογή: στην ταινία να είναι μόνον αυτός και το Εργο του.

Ο Γιώργος Μανιάτης, λεγεωνάριος στην Αλγερία στα 18 του, συγγραφέας και μουσικός στη συνέχεια, ορίζει τον εαυτό του ως «δημόσιο κίνδυνο». Πιστεύει βαθιά και το βιώνει πως "Αλλάζει τη ζωή, όποιος αλλάζει ζωή". Στην ταινία παρακολουθούμε τον αγώνα μιας συνείδησης, σε διαρκή εγρήγορση και αυτοπυρπολούμενης, που θέλει να βρει σ’ αυτόν τον κόσμο μια θέση που να τη δικαιούται. «…Αυτή η αναζήτηση του παραναλώματος στη δράση, … αυτός ο παροξυσμός και ο αλκοολισμός της συνεχούς κίνησης, είναι ουσιαστικά ο πρωταγωνιστής του βιβλίου – και ίσως ο ίδιος ο συγγραφέας του.» Αυτές οι παρατηρήσεις του κριτικού λογοτεχνίας Α. Ζήρα για την αίσθηση που του αφήνει η Λεγεώνα των Ξένων, θα θέλαμε να είναι και για τον θεατή η τελική αίσθηση που του αφήνει η ταινία και ο «ήρωάς» μας.

Βλέποντας την κάποιος ίσως νιώσει καλλίτερα και τον τίτλο της, «Για Χωρις Λόγους». Ο,τι κάνει, το κάνει για χωρίς λόγους. Δεν του ζητήθηκε από πουθενά. Δεν ζητήθηκε από πουθενά ο Μανιάτης να κάνει αυτά που έκανε (ούτε βεβαίως και αυτή η ταινία να γίνει). «Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι άμισθος πατριωτισμός» μας λέει κάπου και γίνεται για χωρίς λόγους, συμπληρώνω εγώ, προσπαθώντας να παραμείνω στο πνεύμα του ...

Οφειλή

Ποια είναι η «Οφειλή» του Αλέκου Ζούκα;

Ο Αλέκος Ζούκας, μια τυχαία γνωριμία, με τράβηξε από την πρώτη στιγμή. Βλέποντας τον ψέλλισα μέσα μου ″είμαστε συμπατριώτες″ και δεν εννοούσα βέβαια γεωγραφικά. Αργότερα, η φράση «Ο κάθε άνθρωπος που γνωρίζουμε στη ζωή μας είναι ένα ταξίδι και πολλές φορές νιώθουμε από την αρχή αν θα ταξιδέψουμε μαζί του πρώτη θέση ή χωρίς αποσκευές και με άδειες τσέπες» -που άκουσα από μια κοινή μας φίλη- ένιωσα να επιβεβαιώνεται πανηγυρικά.

Στην ταινία, επιλέγοντας δύο κομμάτια από τη ζωή του -τις εκμυστηρεύσεις του για την εμπειρία του με τον καρκίνο και τα ταξίδια μας με τους φίλους του στην Πυρσόγιαννη, που έγιναν πριν τον καρκίνο- δημιουργούνται εναλλασσόμενες ενότητες που τις συνδέουν αποσπάσματα από προσωπικά του ημερολόγια και γραπτά του. Ο Αλέκος αντιμετωπίζεται καθαρά σαν λογοτεχνικός “ήρωας” και δεν υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία ή σχόλια φίλων και γνωστών.

Με αφορμή την εμπειρία που βιώνει ο Αλέκος, η ταινία, δεν μιλά για τον καρκίνο, μιλά για ποιότητες ζωής. Μιλά για τους καρκίνους που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και αναρωτιέται, μέσω του «ήρωά» μας, “πότε θα καταλάβει ο άνθρωπος ότι οφείλει περισσότερα στην ποίηση απ’ ότι στην εφορία;”. Στο τέλος θα καταφύγει, λυτρωτικά, στο χέρι που του χάιδεψε το μέτωπο και στην αγκαλιά των φίλων. «Εγώ ανήκω εδώ, θα επιστρέψω», μας διαβεβαιώνει ο Αλέκος…

Ο τίτλος «Οφειλη» είναι πρόταση του ποιητή Πάνου Κυπαρίσση (φίλου και του Αλέκου) που στην ταινία διαβάζει τα ημερολόγια του Αλέκου. Την υιοθέτησα αμέσως. Η ταινία, εκτός από μια ΟΦΕΙΛΗ στον φίλο μας, είναι πρωτίστως μια οφειλή απέναντι στον πλούτο ζωής και πληρότητας, που η συναναναστροφή με αυτόν τον άνθρωπο μου έδωσε την ευκαιρία να ζήσω. Είναι μια ευγνωμοσύνη απέναντι στην ίδια τη ζωή, που κάποιες, λίγες, φορές έχουμε την τύχη να μας προσφέρει γενναιόδωρα τα δώρα της. Και η φιλία με τον Αλέκο σε αυτά τα μονοπάτια άνθιζε και σε ξεναγούσε…

Νοιώθω πολύ τυχερός που κοινωνήσαμε μια βαθιά φιλία μ΄ έναν «άγγελο αμαρτωλό». Μια σχέση που την πότισε και τη λίπανε η ανθρωπιά και η ανιδιοτέλεια. Τα άρρητα και τα σιωπηλά κομμάτια της ηχούν μέσα μου εκκωφαντικά. Η ταινία είναι μια ελεγεία στην αντρική φιλία.

αποχαιρετισμός

Και ο Γιάννης Λιονάκης στον «Αποχαιρετισμό: Η Μνήμη του Τόπου» πώς ξαναβρέθηκε στο δρόμο σας;

Ο Γιάννης Λιονάκης είναι ένας αντάρτης, ένας πολεμιστής-αντάρτης. Η γοητεία του δεν εξαντλείται στην εικόνα ενός ανθρώπου, αγωνιστή της αριστεράς, πιστού στα ιδανικά του. Στα μάτια μου είναι ένας από τους «…χιλιάδες αγωνιστές σε όλο τον κόσμο είχαν δώσει ό,τι είχαν για ένα σκοπό που, όπως πίστευαν, όπως έλεγαν, ήταν μεγαλύτερος από τους ίδιους, μα που τελικά αποδείχτηκε πως το μεγαλείο του ήταν αυτοί οι ίδιοι.», μια φράση που ακούγεται σ’ ένα ντοκιμαντέρ του Κρις Μαρκέρ.

Στην ταινία, ο Γιάνννης Λιονάκης, μας αφηγείται μια απίστευτη προσπάθεια επιβίωσης, 14 χρόνων (1948-1962), μετά το τέλος του Εμφυλίου στην Κρήτη. Έχει απόλυτη συνείδηση της μνήμης του τόπου που τους φιλοξένησε και της παράδοσης που τους προφύλαξε στην αγκαλιά της. Η αφήγηση της επιβίωσής τους είναι ένα λεπτό κέντημα κορνιζωμένο στο αξιακό σύστημα του τόπου που διαδραματίζεται η ιστορία μας.

Όταν σκέφτομαι τη ζωή του ο νους μου προσπερνά το ιστορικό πλαίσιο που έζησε και έδρασε. Σκέφτομαι τους αγωνιστές του ’21 και τους ήρωες των δημοτικών τραγουδιών και της λαϊκής μας παράδοσης. Τέτοια ήταν η στόφα του Γιάννη. Δεν τελειώνει τυχαία η ταινία με τον δημοτικό στίχο «Θε μου, και τι ν’ απόγιναν της γης οι αντρειωμένοι…» (έμπνευση του Μήτσου Κασόλα). Βλέποντας την ένιωθα πως βλέπω ένα κρητικό έπος.

Η ταινία ξεκινά με το απόσπασμα «Πού ανήκεις; Στους νικητές ή μήπως στους χαμένους; Είσαι νικητής κι ας είσαι νικημένος, του λέει.» (από διήγημα του Σαράντου Φράγκου). Έτσι ζει μέσα μου ο Γιάννης. Να περπατά στη ζωή όρθιος και με αξιοπρέπεια. Με τιμά ιδιαίτερα η φιλία και η εμπιστοσύνη αυτού του πολεμιστή-αντάρτη. Κι εδώ, οι σιωπηλοί μας περίπατοι και οι εκμυστηρεύσεις του, ηχούν μέσα μου εκκωφαντικά.

Τα γυρίσματα έγιναν το 2007 για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε» και ο Γιάννης ήταν 87 χρονών τότε. Ουσιαστικά ήταν το αποχαιρετιστήριο ταξίδι του στον τόπο που σε μεγάλο βαθμό καθόρισε τη ζωή του. Το ένιωσα περισσότερο κάνοντας την ταινία και έτσι προέκυψε και ο τίτλος της, «Αποχαιρετισμός». Πολύ λίγα πράγματα είχαν χρησιμοποιηθεί στο «Αλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε», ο Γιάννης πέθανε το 2012 και το υλικό αυτό παρέμενε μια εκκρεμότητα μέσα μου.

οφειλή Οφειλή

Ο τίτλος του αφιερώματος «Ωδές στην Ύπαρξη» είναι αντιπροσωπευτικός για τις τρεις αυτές ταινίες;

Χωρίς τον Μανιάτη («Για Χωρίς Λόγους») δεν ξέρω αν θα είχαν υπάρξει η «Οφειλή» και ο «Αποχαιρετισμός». Οταν ξεκινούσα με αυτόν δεν είχα ιδέα για τη συνέχεια. Τότε απλά έψαχνα τη φόρμα και τη δομή και είχα μια βασική επιλογή: στην ταινία να είναι μόνον αυτός και το Εργο του. Ηταν ένα πρωτόγνωρο, για μένα, εγχείρημα. Χαριτολογώντας επαναλάμβανα τη φράση «αυτό θα είναι ένα άλμα τριπλούν εις ύψος» όπως, τόσο εύστοχα, χαρακτηρίζει ο ίδιος το εγχείρημά τους να δραπετεύσουν από τη Λεγεώνα των Ξένων.

Οταν ολοκληρώθηκε η ταινία και ξεκίνησαν οι προβολές - με πολύ αγωνία για το αποτέλεσμα - ένιωσα να γίνεται καλά αποδεκτή. Στη συνέχεια, εν μέσω εγκλεισμού, κορονοϊού και οικονομικής ανέχειας, η δημιουργικότητα, θέλοντας να παραμείνει ζωντανή και να με κρατήσει ζωντανό, άρχισε να μηχανεύεται διεξόδους. Θυμήθηκα τις εκκρεμότητες και τα καταχωνιασμένα υλικά. Τα σκεπτόμουν και ένιωθα όλο και περισσότερο πως τώρα ήμουν έτοιμος και ώριμος ν’ ασχοληθώ μ’ αυτά. Οταν πείστηκα και το πίστεψα, η μια ταινία έφερνε την άλλη. Ευτυχώς το αποτέλεσμα δεν ήταν ούτε συγκαταβατική λύση, ούτε ξαναζεσταμένο φαγητό. Ενιωσα πως έπρεπε και άξιζε να γίνουν. Σε όλη αυτή την ιστορία, η γενναιοδωρία και η εμπιστοσύνη των φίλων και των συνεργατών ήταν καταλυτική. Όπου χρειάστηκε, με κάθε τρόπο, ήταν συνέχεια δίπλα.

Οταν ολοκληρώθηκαν οι τρεις ταινίες και τις σκεφτόμουν, αισθανόμουν μια, υπόγεια, μεταξύ τους, σύνδεση. Τρεις τίτλοι - «Για Χωρίς Λόγους», «Οφειλή», «Αποχαιρετισμός» - πολυσήμαντοι που το νόημά τους διαρκώς μεταβάλλεται και δεν λέει να καταλαγιάσει μέσα μου. Δεν είμαι σίγουρος σε ποια από τις τρεις ταινίες ταιριάζει ο κάθε τίτλος. Εύκολα εναλλάσσονται.

Κάθε ταινία εστιάζει σ’ ένα μόνο πρόσωπο - όχι ως βιογραφία ή πορτρέτο - και ουσιαστικά είναι ένα ταξίδι στη γεωγραφία της ψυχής του «ήρωά» της. Σιγά, σιγά μέσα μου τις ένιωθα σαν μια τριλογία, με τρία τελείως διαφορετικά πρόσωπα, που όμως το καθένα τους ήταν μια ωδή στην ύπαρξη. Ετσι τουλάχιστον τα βίωνα και έτσι τα παρουσίασα στις ταινίες.

«Ωδές στην Ύπαρξη» λοιπόν θα είναι ο τίτλος της τριλογίας και χαίρομαι ιδιαίτερα που την προώθησή της ανέλαβε η πολύ δυναμική και ιδιαίτερα αγαπητή μου, ομάδα του Cinobo. Με τιμά η συνεργασία μας και το ότι μετά τις προβολές οι ταινίες θα υπάρχουν, για το κοινό, στην πλατφόρμα τους με καλή παρέα.

αποχαιρετισμός «Αποχαιρετισμός»

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον ήρωα των ταινιών σας;

Πολλές φορές διερωτήθηκα κι εγώ όμως κάθε φορά την απάντηση την διέψευδαν η πράξη και τα γεγονότα. Η πεποίθηση πως το ντοκιμαντέρ είναι μια ταινία μυθοπλασίας -απολύτως, αλλά με άλλους όρους- με έκανε ν’ αναζητήσω την απάντηση στους λογοτεχνικούς ήρωες. Τι κάνει ένα πρόσωπο λογοτεχνικό ήρωα;

Πάλι δεν ξέρω. Μπορείς να πεις γιατί ερωτεύεσαι ένα πρόσωπο; Τι το κάνει να γίνει αντικείμενο του έρωτά σου;

Ποια είναι η «μέθοδος» που χρησιμοποιείτε για να κάνετε τους ήρωες σας να σας εμπιστευθούν;

Το απόσπασμα από τον Μανιάτη, νομίζω, τα λέει όλα: «Οι λέξεις έλκονται ή απωθούνται ή αδιαφορούν, το ίδιο όπως οι άνθρωποι. Εξαρτάται από την ποιότητα της συναντήσεως...». Δεν υπάρχει «μέθοδος» και δεν είναι κάτι που διδάσκεται. Εξαρτάται απολύτως από την ποιότητα της συναντήσεως, των συνομιλητών και της σχέσης τους. Και κάτι ακόμα που δεν λέγεται, αλλά το βιώνουμε και λανθάνει αποφασιστικά στην ατμόσφαιρα. Τον ερωτισμό των ίδιων των προσώπων. Το λέμε «αύρα», το λέμε «χημεία» και τόσες άλλες διατυπώσεις, πολιτικά ορθές και ανεκτές για να περάσει…

Το δημιουργικό ντοκιμαντέρ -ας το πούμε έτσι συμβατικά, μια και υπάρχουν μόνο καλές και κακές ταινίες- είναι μια ταινία μυθοπλασίας. Όταν κινηματογραφείς ένα πρόσωπο ή μία κατάσταση, κινηματογραφείς ταυτόχρονα και εσένα τον ίδιο. Μ’ εσένα συνομιλεί έτσι ο «πρωταγωνιστής» σου κι εσύ είσαι που βλέπεις έτσι τα γεγονότα, τις καταστάσεις και τον κόσμο. Αυτό επέλεξες να σ’ ενδιαφέρει από τις χιλιάδες δυνατότητες που υπήρχαν.

Με αυτές τις σκέψεις δεν μπορώ να μιλήσω για μέθοδο και τακτική προσέγγισης των προσώπων, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις δικές μας ταινίες.

Μανιάτης «Για Χωρίς Λόγους (Συζητήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη)»

Μοιάζει συνολικά να στρέφετε το βλέμμα σας σε ιστορίες ηρωισμού - όχι απαραίτητα με την έννοια που έχουμε συνηθίσει, αλλά με μία άλλη πιο γήινη, καθημερινή έννοια. Ποιοι είναι τελικά οι αληθινοί ήρωες στον κόσμο μας;

Με προκαλούν οι άνθρωποι που ζουν οριακές καταστάσεις και μέσα σ’ αυτές ξαναστοχάζονται την ύπαρξη. Με ενδιαφέρουν οι περιπέτειες της ανθρώπινης ύπαρξης και τις αντιμετωπίζω με αγάπη, γεμάτος απορίες και ερωτηματικά, χωρίς εισαγγελική διάθεση ή ιδεολογικές παρωπίδες. Αφήνω τα ίδια τα πρόσωπα να μιλήσουν και να φανερώσουν την α-λήθεια τους Δεν αναζητώ κάποια αντικειμενικότητα, αλλά την α-λήθεια με την έννοια ότι αποσπάς κάτι από τη λήθη. Δεν πιστεύω στα μηνύματα και τις διδαχές και δεν είναι το κίνητρο μου για να κάνω μια ταινία. Ούτε το θέμα είναι, ιδιαίτερα αν πρόκειται για θέμα επικαιρότητας.

Η ταινία είναι μια κατασκευή, μια δημιουργία. Και δεν κάνουν τα θέματα τις ταινίες σπουδαίες, αλλά ο τρόπος που θα τα προσεγγίσουμε, θα τα φωτίσουμε και θα μιλήσουμε γι΄ αυτά. Η αύρα που τελικά θα εκπέμπει το δημιούργημά μας.

Οφειλή «Οφειλή»

Και οι τρεις ήρωες των τριών αυτών ταινιών είναι νεκροί. Κι όμως μέσα από τις ταινίες είναι όχι μόνο ολοζώντανοι, αλλά και παραδείγματα επιβίωσης. Πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για κάποιον που έχει φύγει; Πόσο εύκολο να μιλάς για το θάνατο;

Χωρίς αυτόν, χωρίς το πεπερασμένο της ζωής, όλα θα ήταν πολύ διαφορετικά και ίσως απίστευτα ανιαρά. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των στοχασμών μας, το φάντασμα που προσπαθούμε διαρκώς να ξορκίσουμε.

Ομως όταν ξαναβλέπω αυτές τις ταινίες, κανείς τους δεν είναι νεκρός. Ολοι τους κυκλοφορούν γλυκά μέσα μου, ζω και συνομιλώ μαζί τους όπως τότε. Με τις ταινίες σα να έγιναν αθάνατοι, με κάποιο τρόπο. Ετσι τουλάχιστον νιώθω. Και πλάνεψα ή διασκέδασα κάπως και το δικό μου φόβο του θανάτου.

Αλλωστε, όπως μου έλεγε ο Πάνος Κυπαρίσσης - το άκουσε από τον πατέρα του - «η ζωή δεν είναι για χόρταση, η ζωή είναι ότι περισσέψει». Στο τέλος της «Οφειλής» ακούμε ένα κείμενο του Αλέκου: «Ολοι φεύγουμε κάποια στιγμή κυνηγώντας ο καθένας τη μοίρα του, το δικό του άστρο, αφήνοντας όμως πίσω μας αυτό που μας συνέδεε με τον κόσμο, με τους άλλους. Τελικά αυτό που θα διατηρηθεί δεν είναι τα ίδια τα πρόσωπα και τα γεγονότα, αλλά η άποψη των ανθρώπων για τα πρόσωπα και τα γεγονότα.»

Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν πάψουν να ζουν μέσα μας. Χαίρομαι για όσα κοινωνήσαμε και μοιραστήκαμε με τους «ήρωές» μου. Τους δημιούργησα και με δημιούργησαν. Και τους κουβαλάω συνέχεια μέσα μου.

Οσο δημιούργησα εγώ κάποιες ταινίες άλλο τόσο με δημιούργησαν και αυτές. Αλλά μην ξεχνάμε πως οι μηχανισμοί εξαπάτησης και αυτοεξαπάτησης είναι διαρκώς παρόντες, στον καθένα μας. Δεν είναι θέμα ηθικής, αλλά επιβίωσης, τόσο ατομικής όσο και του είδους μας. Ο συγχρωτισμός με αυτούς τους ανθρώπους, οι εμπειρίες και οι καταστάσεις που βίωσα, οι ατέλειωτες ώρες που έζησα μαζί τους στο μοντάζ, δημιούργησαν μέσα μου ένα, ρευστό στο χρόνο, οικοδόμημα που διαρκώς αλλάζει και διαμορφώνεται.»

ψυλλάκης

Πώς επιλέγετε ποιες από τις αφηγήσεις θα μείνουν στην ταινία και ποιες θα «κοπούν»; Πως σχηματίζεται η κεντρική ιδέα του κάθε ποτρέτου;

Ο Ροβήρος Μανθούλης - μεγάλος δημιουργός και σπουδαίος άνθρωπος - έγραφε: «Το ντοκιμαντέρ είναι μια δημιουργία σαν αυτή του θεού. Όπως ο θεός έκανε τον κόσμο, κάνεις κι εσύ ένα ντοκιμαντέρ, με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες. Είναι ένα μικρό δημιούργημα, ένα μικρό μπινγκ μπανγκ, όταν κάνεις ένα ντοκιμαντέρ. Αυτή είναι η διαφορά του από όλα τα άλλα είδη του κινηματογράφου.»

Αρχικά ξεκινάς από μια κεντρική ιδέα -τι σ’ ενδιαφέρει από το θέμα που διάλεξες- και αυτή καθορίζει την οπτική και τις επιλογές σου. Η κεντρική ιδέα είναι καθαρά δική σου επιλογή και με βάση αυτή κάνεις τα γυρίσματα και το μοντάζ.

Οταν ξεκινάς το μοντάζ δεν ξέρεις τι θα κάνεις. Εχεις ένα ακατέργαστο υλικό, ένα κομμάτι πέτρας ή μάρμαρου, μπροστά σου και πρέπει κάτι να δημιουργήσεις. Ατέλειωτες ώρες μοντάζ, αφομοίωσης του υλικού και εσωτερικής σιωπής, μπορεί κάπου να οδηγήσουν. Μπαίνεις σε μια διαδικασία, ας πούμε, αγρύπνιας και περιμένεις λίγο φως. Όταν δεις το πρώτο φως και ξεκινήσεις είναι το ίδιο το υλικό και η συνολική οικονομία της αφήγησης που σε καθοδηγούν και καθορίζουν τις επιλογές σου. «Εγώ σκαλίζω και θα μου δείξει αυτό τι μορφή θα του δώσω» μου είπε ένας έγκλειστος καλλιτέχνης, ο Μιχάλης όταν γυρίζαμε στο ψυχιατρείο τον «Ανθρωπο Που Ενόχλησε Το Σύμπαν». Η γοητεία της δημιουργίας είναι πως όταν ξεκινάς δεν ξέρεις τι θα βγει.

Μανιάτης «Για Χωρίς Λόγους Συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη»

Τελικά τι είναι για εσάς το «ντοκιμαντέρ»; Η «τεκμηρίωση»;

Νομίζω πως με όσα είπαμε παραπάνω απαντήσαμε στο τι είναι για μας «το ντοκιμαντέρ». Θα ήθελα μόνο να συμπληρώσω την απάντηση ενός καθηγητή μου στη Γαλλία, όταν ξεκινούσα πριν 30 τόσα χρόνια. Οταν τον ρώτησα «τι είναι το ντοκιμαντέρ;» μου είπε «Je préfère filmer que parler» (προτιμώ να κινηματογραφώ παρά να μιλώ). Δεν το ξέχασα ποτέ.

Πότε καταλαβαίνετε ότι είχε νόημα μια από τις ταινίες σας; Ποιες αντιδράσεις σας έκαναν να συγκινηθείτε, να προβληματιστείτε, να αναθεωρήσετε μέσα στα χρόνια;

Είναι τα μικρά, τυχαία και αναπάντεχα βραβεία της καθημερινότητας που σου το επιβεβαιώνουν. Eνα ζεστό ευχαριστώ, μια αναφορά σε κάτι που είδαν, η ανάσα της αίθουσας την ώρα της προβολής, ένα σχόλιο ή ένα βλέμμα αποδοχής μετά την προβολή… Αν θυμηθώ περιστατικά θα υποκύψω στο ναρκισσισμό μου. Αλλά πρωτίστως πρέπει εσύ ο ίδιος να είσαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα όπως και να ακούς όταν υπάρχουν αρνητικά σχόλια και παρατηρήσεις. Είναι σημαντικό αυτό.

αποχαιρετισμός Ο Σταύρος Ψυλλάκης με τον Γιάννη Λιονάκη στον «Αποχαιρετισμό»

Τι μάθατε για τη ζωή τόσα χρόνια μέσα από το σινεμά;

Oσο δημιούργησα εγώ κάποιες ταινίες άλλο τόσο με δημιούργησαν και αυτές. Αλλά μην ξεχνάμε πως οι μηχανισμοί εξαπάτησης και αυτοεξαπάτησης είναι διαρκώς παρόντες, στον καθένα μας. Δεν είναι θέμα ηθικής, αλλά επιβίωσης, τόσο ατομικής όσο και του είδους μας. Ο συγχρωτισμός με αυτούς τους ανθρώπους, οι εμπειρίες και οι καταστάσεις που βίωσα, οι ατέλειωτες ώρες που έζησα μαζί τους στο μοντάζ, δημιούργησαν μέσα μου ένα, ρευστό στο χρόνο, οικοδόμημα που διαρκώς αλλάζει και διαμορφώνεται.

Αν θέλω να ξεχωρίσω κάποια αγκωνάρια αυτού του οικοδομήματος θα ξεχώριζα λίγες φράσεις:

Αλλάζει τη ζωή όποιος αλλάζει ζωή.
Κάθε φορά, λέμε την αλήθεια που μπορούμε να πούμε.
Δεν υπάρχουν γεγονότα. Υπάρχουν ερμηνείες των γεγονότων.

Καθώς τις γραφώ μου ‘ρχονται στο νου και τόσες άλλες αγαπημένες φράσεις… Eτσι δεν γίνεται και με τις ταινίες; Τώρα κρατάμε αυτά. Τα υπόλοιπα μια άλλη φορά. Είπαμε «η ζωή δεν είναι για χόρταση…»

οφειλή Οφειλή

Τελικά το σινεμά μας κάνει καλύτερους ανθρώπους;

Τι σημαίνει «καλύτερους ανθρώπους», αγαπημένε μου Μανώλη; Είσαι σίγουρος πως μπορούμε να το ορίσουμε και να συνεννοηθούμε;


Ωδές στην Υπαρξη | Πρόγραμμα Προβολών

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου

19:00 | Αποχαιρετισμός: Η Μνήμη του Τόπου (88’)
20:30 | Συζήτηση με τους Μενέλαο Χαραλαμπίδη (διδάκτορας ιστορίας, Παν/μιο Αθηνών) και Νίκο Βαφέα (ιστορικός κοινωνιολόγος, Παν/μιο Κρήτης) Συντονίζει ο Τάσος Μελεμενίδης (Υπεύθυνος προγράμματος Cinobo)

Σάββατο 29 Οκτωβρίου

18:00 | Για Χωρίς Λόγους Συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη (98’)
20:00 | Αποχαιρετισμός: Η Μνήμη του Τόπου (88’)

Κυριακή 30 Οκτωβρίου

18:00 | Οφειλή (76’)
19:30 | Ο κριτικός κιν/φου Γιάννης Ζουμπουλάκης συζητά με τον Σταύρο Ψυλλάκη για την τριλογία «Ωδές στην Υπαρξη»
20:00 | Αποχαιρετισμός: Η Μνήμη του Τόπου (88’)

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Cinobo και στο Facebook Event του αφιερώματος.

ωδές