Σε μια κινηματογραφική περίοδο όπου η δημιουργική τόλμη φαίνεται συχνά να υποχωρεί μπροστά στη βιομηχανική ασφάλεια των μεγάλων στούντιο, το «Nirvanna the Band the Show the Movie» λειτουργεί ως μια δυνατή υπενθύμιση ότι το ανεξάρτητο σινεμά παραμένει ζωντανό και ικανό να παράγει έργα πραγματικά απρόβλεπτα.
Η ταινία του Ματ Τζόνσον αποτελεί ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα, ευρηματικά και αυθεντικά κινηματογραφικά εγχειρήματα των τελευταίων ετών, συνδυάζοντας κωμωδία, μετα-κινηματογραφικό σχολιασμό και μια σχεδόν αναρχική προσέγγιση στην παραγωγή.
Παρά τον τίτλο της, η ταινία δεν έχει καμία σχέση με το διάσημο συγκρότημα Nirvana. Αντίθετα, αποτελεί την κινηματογραφική εξέλιξη ενός μακρόχρονου δημιουργικού πρότζεκτ των Ματ Τζόνσον και Τζέι ΜακΚάρολ, οι οποίοι υποδύονται εκδοχές του εαυτού τους: δύο φίλους που εδώ και χρόνια ονειρεύονται να κλείσουν μια συναυλία στο Rivoli του Τορόντο. Η απλή αυτή φιλοδοξία γίνεται η αφετηρία για μια σειρά ολοένα και πιο παράλογων σχεδίων που καταλήγει σε ένα ταξιδι στον χρόνο και οδηγεί τους ήρωες πίσω στο 2008.
Η ιστορία του πρότζεκτ ξεκινά πολύ πριν από την ταινία. Η αρχική σύλληψη του «Nirvanna the Band the Show» χρονολογείται στο 2007, πέντε χρόνια πριν ο Τζόνσον γίνει ευρύτερα γνωστός κερδίζοντας το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ Slamdance, Grand Jury Sparky Award for Feature Narrative, για την ταινία του «The Dirties».
Η πρώτη μορφή του εγχειρήματος ήταν μια διαδικτυακή σειρά βασισμένη σε μια απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική ιδέα: οι δύο δημιουργοί, ως οι μόνοι «μυημένοι» στο αστείο, εμφανίζονταν στον πραγματικό κόσμο υποδυόμενοι απελπισμένες, ανόητες εκδοχές του εαυτού τους και ενέπλεκαν ανυποψίαστους πολίτες στα σκετσάκια τους. Ο σκοπός τους όμως παρέμενε ο ίδιος. Να παίξουν λάιβ με το συγκρότημά τους, στο θέατρο Rivoli.
Στα τέλη της δεκαετίας του 2010 το πρότζεκτ εξελίχθηκε σε τηλεοπτική σειρά στο Viceland, με τον παραλογισμό και τις αυτοσχέδιες παρεμβάσεις στον πραγματικό κόσμο να αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα.
Οι δημιουργοί αξιοποίησαν έντονα το μετα-κειμενικό χιούμορ, απευθυνόμενοι συχνά στους εκτός κάδρου κινηματογραφιστές τους, θολώνοντας συνεχώς τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα. Παράλληλα, η αφήγηση είναι γεμάτη αναφορές στην ποπ κουλτούρα, από ταινίες και τηλεοπτικές σειρές μέχρι μουσική και βιντεοπαιχνίδια, που συχνά παρωδούνται μέσα από παρόμοιες αφηγηματικές δομές, ανακυκλωμένους διαλόγους και σκηνές αναδημιουργημένες σχεδόν καρέ-καρέ.
Η μετάβαση στη μεγάλη οθόνη, ωστόσο, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να λειτουργήσει και για θεατές που δεν είχαν καμία προηγούμενη επαφή με το υλικό.»
Η λύση που τελικά επέλεξαν είναι φαινομενικά απλή, αλλά αποδεικνύεται απόλυτα αποτελεσματική. Η ταινία ανοίγει με την πρώτη σκηνή της αρχικής σειράς, θέτοντας αμέσως τη βασική δυναμική των δύο ηρώων και δίνοντας έμφαση στην σχεδόν ανεξάντλητη μεγαλομανία του Ματ, ο οποίος είναι πεπεισμένος πως η φήμη βρίσκεται ένα βήμα μακριά. Στο μυαλό του, το μόνο εμπόδιο που τους χωρίζει από την επιτυχία είναι να καταφέρουν επιτέλους να κλείσουν μια ζωντανή εμφάνιση στο Rivoli.
Από εκεί και πέρα, το φιλμ μεταφέρει τη δράση στο 2025. Το όνειρο παραμένει ακριβώς το ίδιο: μια συναυλία στο Rivoli. Η διαφορά είναι ότι, ύστερα από χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών, τα σχέδια που καταστρώνουν για να τραβήξουν την προσοχή έχουν γίνει όλο και πιο παράλογα. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές ιδέες του Ματ, οι δυο τους σχεδιάζουν να εισβάλουν στο Rogers Centre την ώρα ενός αγώνα μπέιζμπολ, πραγματοποιώντας ελεύθερη πτώση από την κορυφή του CN Tower κατευθείαν μέσα στο στάδιο.
Ο Τζέι συμφωνεί να τον ακολουθήσει, και σύντομα οι δυο τους βρίσκονται να αγοράζουν εργαλεία για να κόψουν καλώδια ασφαλείας και να προσπαθούν να περάσουν λαθραία τους κόφτες από τον έλεγχο ασφαλείας της τουριστικής διαδρομής EdgeWalk. Η κωμωδία δεν προκύπτει μόνο από το ίδιο το σχέδιο, αλλά και από τις αντιδράσεις των ανθρώπων γύρω τους.
Ο Μάτ είναι τόσο ενθουσιασμένος που δεν μπορεί να κρατήσει τίποτα μυστικό, εξηγώντας το παράλογο πλάνο σε σχεδόν κάθε άγνωστο που συναντούν. Οι απαντήσεις που λαμβάνουν είναι αυθόρμητες και συχνά απρόβλεπτες και ως έναν βαθμό αποτελούν την καρδιά της ταινίας.
Ο διευθυντής φωτογραφίας Τζάρεντ Ράαμπ κινηματογραφεί συχνά από κρυφές γωνίες, σε συνθήκες καθαρού guerrilla filmmaking, διατηρώντας την ψευδαίσθηση ότι η κάμερα απλώς καταγράφει πραγματικά γεγονότα. Το αποτέλεσμα είναι ένα υβρίδιο μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ που θυμίζει την αισθητική της εποχής όπου σειρές όπως το The Office είχαν καθιερώσει το mockumentary ύφος. Μόνο που εδώ η τεχνική χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την αίσθηση μιας συνεχούς σύγκρουσης ανάμεσα στην πραγματικότητα και την κατασκευασμένη αφήγηση.
Σε μια από τις πιο απρόσμενες αφηγηματικές εξελίξεις, ο ίδιος ο Ράαμπ γίνεται μέρος της ιστορίας όταν ένα ακόμη σχέδιο του Ματ, να μετατρέψουν το τροχόσπιτό τους σε μηχανή του χρόνου εμπνευσμένη από το «Επιστροφή στο Μέλλον», αποδεικνύεται λειτουργικό. Οι τρεις τους μεταφέρονται στο 2008, σε μια αφήγηση που βυθίζεται όλο και περισσότερο στις εμμονές της ποπ κουλτούρας.
Οσο παράλογη κι αν γίνεται η πλοκή, κάτω από το στρώμα ειρωνείας και τα αλλεπάλληλα πολιτισμικά αστεία υπάρχει μια ειλικρινής εξερεύνηση της σχέσης των δύο φίλων. Μετά από χρόνια όπου ο Τζέι ακολουθεί τα όλο και πιο εξωφρενικά σχέδια του Ματ, η δυναμική μεταξύ τους αρχίζει να φτάνει σε οριακό σημείο. Η πιθανότητα μιας διάλυσης της «μπάντας» γίνεται ολοένα πιο πραγματική.
Οσο η κρίση μεταξύ τους κορυφώνεται, ο Τζέι αποφασίζει να κάνει μια μικρή παρέμβαση στο παρελθόν που αλλάζει ριζικά το παρόν. Όταν οι ήρωες επιστρέφουν στο 2025, ο Τζέι έχει μετατραπεί σε έναν από τους μεγαλύτερους celebrities του Καναδά.
Στον κινηματογράφο, άλλωστε, ακόμη και οι πιο παράλογες πιθανότητες μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.
Παρά τη φαινομενικά χαοτική φύση της, η ταινία είναι τεχνικά εντυπωσιακή. Το μοντάζ παίζει καθοριστικό ρόλο, συνδυάζοντας υλικό γυρισμένο σχεδόν δύο δεκαετίες νωρίτερα με σύγχρονα πλάνα. Σκηνές που δεν είχαν ποτέ σχεδιαστεί να συνδεθούν μεταξύ τους αποκτούν ξαφνικά συνοχή μέσα από ευρηματικές κοπές και προσεκτική κινηματογράφηση, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν στο ίδιο χρονικό και αφηγηματικό επίπεδο.
Πρόκειται για μια από τις πιο δημιουργικές χρήσεις του μοντάζ των τελευταίων ετών, που πετυχαίνει μια εξαιρετικά ευφυή χρήση του χώρου και του χρόνου χωρίς να γίνεται επιδεικτική.»
Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό χωρίς επίσημες άδειες γυρισμάτων, κάτι που οδηγεί σε σκηνές που μοιάζουν σχεδόν αδιανόητες για μια κινηματογραφική παραγωγή. Το αποτέλεσμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως κωμωδία και ως ένα ιδιότυπο μετα-κινηματογραφικό εγχείρημα. Πέρα από το γέλιο που προκαλεί η ίδια η ιστορία, υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου απολαυστική διάσταση: ο διαρκής θαυμασμός για το πώς κατάφεραν να πραγματοποιήσουν μια ταινία σαν κι αυτή.
Σε μια εποχή όπου τα στούντιο συχνά αναρωτιούνται γιατί το κοινό αισθάνεται ότι το σινεμά έχει χάσει τη μαγεία του, το «Nirvanna the Band: The Show the Movie» προσφέρει μια απλή απάντηση. Με ελάχιστους πόρους, δημιουργική ελευθερία και μια σχεδόν παιγνιώδη αφοσίωση στην ίδια τη διαδικασία του κινηματογράφου, αποδεικνύει ότι η πραγματική καινοτομία εξακολουθεί να γεννιέται εκτός των καθιερωμένων μηχανισμών της βιομηχανίας.
Αν κάτι επιβεβαιώνει η ύπαρξη αυτής της ταινίας, είναι ότι το ανεξάρτητο σινεμά όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά παραμένει το πιο ζωντανό και απρόβλεπτο κομμάτι της κινηματογραφικής τέχνης. Και ίσως το πιο αστείο στοιχείο από όλα να είναι ότι, για να κατανοηθεί πλήρως πώς δημιουργήθηκε αυτό το απίθανο εγχείρημα, πιθανότατα θα χρειαστεί κάποτε ένα ακόμη φιλμ: το ντοκιμαντέρ για το πώς γυρίστηκε.
