Ο Ρομπέν των Δασών έχει επιβιώσει επί αιώνες ως το απόλυτο σύμβολο του λαϊκού ήρωα. Ο άνδρας που έκλεβε από τους πλούσιους για να δώσει στους φτωχούς έγινε συνώνυμο της δικαιοσύνης, της αντίστασης και της ελευθερίας, με τον κινηματογράφο να συντηρεί αυτόν τον μύθο σχεδόν σε κάθε νέα μεταφορά. Ο Μάικλ Σαρνόσκι, όμως, δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ακόμη μία ιστορία γύρω από τον θρύλο. Ενδιαφέρεται να τον διαλύσει κομμάτι κομμάτι.
Παλεύοντας με το παρελθόν του μετά από μια ζωή γεμάτη έγκλημα και δολοφονίες, ένας μοναχικός άνδρας βρίσκεται σοβαρά τραυματισμένος στα χέρια μιας μυστηριώδους γυναίκας, που του προσφέρει μια ευκαιρία για λύτρωση. Αυτές είναι οι τελευταίες ημέρες του παράνομου αλλά θρυλικού Ρομπέν των Δασών.
Ο πρώτος «θάνατος» του Ρομπέν των Δασών δεν είναι αυτός που προαναγγέλλει ο τίτλος της ταινίας. Ερχεται πολύ νωρίτερα, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, όταν ο ίδιος αποκαλύπτει πως τίποτα από όσα γνωρίζουμε δεν ήταν αληθινό. Ο Ρομπέν δεν υπήρξε ποτέ ένας ευγενής προστάτης των αδυνάτων, αλλά ένας αδίστακτος ληστής που μαζί με τη συμμορία του λήστευε ταξιδιώτες, λεηλατούσε χωριά, βίαζε γυναίκες και σκόρπιζε τον θάνατο όπου περνούσε. Ο Σαρνόσκι χρησιμοποιεί αυτή την ανατροπή όχι απλώς για να σοκάρει, αλλά για να αποδομήσει την ίδια τη διαδικασία με την οποία γεννιούνται οι θρύλοι και να θέσει το ερώτημα αν οι ήρωες είναι πραγματικά αυτό που υπήρξαν ή αυτό που οι άνθρωποι επέλεξαν να θυμούνται.
Η σκηνοθεσία αποτελεί το μεγαλύτερο όπλο της ταινίας, με τον Σαρνόσκι να δημιουργεί έναν μεσαιωνικό κόσμο που μοιάζει εχθρικός απέναντι σε κάθε μορφή ζωής. Η λάσπη, η βροχή, το αίμα και η σήψη κυριαρχούν σε κάθε πλάνο, ενώ η εξαιρετική φωτογραφία του Πατ Σκόλα ντύνει την ιστορία με γήινες αποχρώσεις που ενισχύουν την αίσθηση μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε διαρκή αποσύνθεση. Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού ή ηρωισμού. Ακόμη και τα δάση που άλλοτε αποτελούσαν καταφύγιο του θρύλου μοιάζουν πλέον σαν ένας τόπος όπου η ελπίδα έχει προ πολλού εγκαταλείψει τους ανθρώπους.
Το σενάριο ξεκινά με μια πραγματικά συναρπαστική ιδέα, καθώς μετατρέπει τον Ρομπέν των Δασών σε έναν άνθρωπο που έχει χτίσει ο ίδιος το ψέμα γύρω από το όνομά του και πλέον καλείται να ζήσει με τις συνέπειες των εγκλημάτων του. Η αφήγηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν ο βαριά τραυματισμένος Ρομπέν βρίσκει καταφύγιο στο μοναστήρι της Αδερφής Μπρίτζιτ, όπου για πρώτη φορά αναγκάζεται να αντιμετωπίσει όχι κάποιον εχθρό, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Δυστυχώς, όσο προχωρά η ιστορία, η σεναριακή ανάπτυξη δεν κατορθώνει να αξιοποιήσει πλήρως αυτή την εξαιρετική υπαρξιακή βάση, με τον ρυθμό να γίνεται άνισος, αρκετές σκηνές επαναλαμβάνουν τις ίδιες θεματικές και η δραματική ένταση χάνει σταδιακά μέρος της δύναμής της.
Εκεί όπου η ταινία δεν κάνει καμία απολύτως έκπτωση είναι στη βία. Οι σκηνές δράσης δεν έχουν τίποτα το ηρωικό ή θεαματικό. Κάθε συμπλοκή είναι άγρια, βρόμικη και εξαντλητική, με τη σωματική οδύνη να γίνεται σχεδόν αισθητή και να σε χτυπά στο στομάχι πολλές φορές. Η πρώτη μεγάλη μάχη, που αφήνει τον Ρομπέν ετοιμοθάνατο μέσα στη λάσπη, δίνει αμέσως τον τόνο, ενώ η τελική αναμέτρηση αποτελεί μια από τις πιο ωμές σκηνές που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια σε ιστορικό δράμα, γεμάτη gore, ακρωτηριασμούς και αιματοβαμμένη βαρβαρότητα που δεν χρησιμοποιείται για εύκολο εντυπωσιασμό αλλά για να υπογραμμίσει το πραγματικό κόστος της βίας.
Ο Χιού Τζάκμαν σηκώνει σχεδόν ολόκληρη την ταινία στους ώμους του. Η ερμηνεία του δεν βασίζεται στις εκρήξεις ούτε στις μεγάλες δραματικές κορυφώσεις. Μέσα από το κουρασμένο βλέμμα, το βαρύ περπάτημα και τη σιωπή του αποτυπώνει έναν άνθρωπο που έχει πάψει προ πολλού να πιστεύει στον μύθο που δημιούργησε. Είναι ένας Ρομπέν των Δασών που δεν αναζητά άλλη μία νίκη, αλλά έναν τρόπο να συμφιλιωθεί με όσα έκανε όσο ακόμη υπάρχει χρόνος. Δίπλα του, η Τζόντι Κόμερ χαρίζει ηρεμία και ανθρωπιά στην ιστορία, λειτουργώντας ως αντίβαρο κα, ίσως, το μοναδικό φως μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει καταδικασμένος.
Ο «Θάνατος του Robin Hood» διαθέτει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα, εντυπωσιακή σκηνοθετική ταυτότητα και έναν σπουδαίο Χιού Τζάκμαν, όμως το σενάριό του δεν κατορθώνει να στηρίξει μέχρι τέλους το βάρος των φιλοδοξιών του. Παρ' όλα αυτά, η ταινία πετυχαίνει κάτι που ελάχιστες σύγχρονες αναγνώσεις κλασικών μύθων τολμούν να κάνουν. Δεν προσπαθεί να εξυψώσει ακόμη περισσότερο έναν θρύλο. Επιλέγει να τον γκρεμίσει ολοκληρωτικά, αποκαλύπτοντας πως πίσω από κάθε εξιδανικευμένη ιστορία μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος πολύ πιο βίαιος, πολύ πιο αμαρτωλός και πολύ πιο ανθρώπινος από εκείνον που όποιοι Μύθοι (ή μη) αποφάσισαν να τον θυμούνται.

