Το σύμπαν τρόμου που ξεκίνησε με το «Γουίνι το Αρκουδάκι: Αίμα και Μέλι» και ακολούθησε το «Πίτερ Παν: Εφιάλτης στη Χώρα του Ποτέ» συνεχίζει να μετατρέπει παιδικές αναμνήσεις σε εφιάλτες, όμως με το «Πινόκιο: Ξεκούρδιστος» ο Ρις Φρέικ Γουότερφιλντ αποδεικνύει ξανά πως το να κάνεις έναν αγαπημένο ήρωα δολοφόνο είναι πολύ ευκολότερο από το να βρεις έναν πραγματικά ενδιαφέροντα λόγο για να τον κάνεις.
Σε αυτή την επιστροφή στον κόσμο του Twisted Childhood Universe Τζεπέτο χαρίζει στον εγγονό του, τον Τζέιμς, μια ζωντανή ξύλινη κούκλα με το όνομα Πινόκιο, ελπίζοντας να τον βοηθήσει να ξεπεράσει την απώλεια του καλύτερού του φίλου. Μέσα από τη σχέση του με το μικρό αγόρι, ο Πινόκιο μαθαίνει τι διαφοροποιεί τις κούκλες από τους ανθρώπους και η αθώα του αντίληψη για τον κόσμο αρχίζει να διαστρεβλώνεται, οδηγώντας τον σε εμμονή να γίνει πραγματικό αγόρι. Η εμμονή αυτή μετατρέπεται σύντομα σε μια ανεξέλεγκτη δύναμη που τον κυριεύει, βυθίζοντας τον κόσμο σε έναν εφιάλτη τρόμου και σφαγής.
Θεωρητικά, η ιδέα έχει αρκετό υλικό για ένα σκοτεινό παραμύθι με πραγματικό ενδιαφέρον. Ο Πινόκιο είναι από μόνος του ένας χαρακτήρας που μιλά για την κατασκευή της ταυτότητας, την επιθυμία να γίνει κανείς άνθρωπος και τη δύσκολη διαδικασία της διάκρισης ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. Η ταινία, όμως, προτιμά να χρησιμοποιήσει αυτές τις ιδέες ως άλλοθι για ένα ακόμη low budget slasher, με το σενάριο του Φρέικ Γουότερφιλντ να προσπερνά κάθε πιθανότητα ουσιαστικής ανάπτυξης προκειμένου να φτάσει όσο γρηγορότερα γίνεται στην επόμενη δολοφονία. Οι χαρακτήρες λειτουργούν περισσότερο ως πιόνια και οι διάλογοι συχνά εξηγούν αυτό που θα έπρεπε να προκύπτει φυσικά από την ιστορία.
Ο "Πινόκιο: Ξεκούρδιστος" αποδεικνύεται... ξεκούρδιστος σε περισσότερα από ένα επίπεδα έχοντας μια παράξενη αντίφαση στον πυρήνα του: η ταινία είναι φτιαγμένη με περισσότερη φροντίδα απ’ όση τελικά διαθέτει το σενάριό της.»
Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη απογοήτευση της σκηνοθεσίας. Ο Φρέικ Γουότερφιλντ δείχνει να καταλαβαίνει ότι το gore είναι το βασικό προϊόν της ταινίας, όμως δυσκολεύεται να δημιουργήσει πραγματική ένταση ανάμεσα στα set pieces. Η σκηνή στο γυμναστήριο είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική εξαίρεση, καθώς ένα αλυσιδωτό «ατύχημα» με διάδρομο και βάρη μετατρέπεται σε ένα μακάβριο παιχνίδι μηχανικής, με τον Πινόκιο να προκαλεί τον θάνατο σχεδόν σαν να παρακολουθεί ένα παιχνίδι ντόμινο. Το αποτέλεσμα είναι αρκετά απολαυστικό για τους φίλους του splatter και, κυρίως, αποκαλύπτει πόσο καλύτερα λειτουργεί η ταινία όταν αφήνει τις εικόνες να μιλήσουν αντί να προσπαθεί να εξηγήσει την πλοκή.
Το πραγματικό επίτευγμα, πάντως, βρίσκεται μπροστά από την κάμερα. Η κούκλα του Πινόκιο είναι εντυπωσιακά καλοφτιαγμένη, με animatronics και puppetry που της προσδίδουν μια υλική παρουσία την οποία δύσκολα θα μπορούσε να πετύχει ένα φθηνό ψηφιακό εφέ, και μπορεί οι κινήσεις της είναι μερικές φορές άκαμπτες, όμως αυτή ακριβώς η ατέλεια λειτουργεί υπέρ της, επειδή κάνει το πλάσμα ακόμη πιο αλλόκοτο. Το ίδιο ισχύει και για αρκετά από τα gore effects, τα οποία στηρίζονται σε πρακτικές κατασκευές και όχι αποκλειστικά σε CGI. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου η ταινία δείχνει πραγματικά να σέβεται το ίδιο το craft της.
Το πρόβλημα είναι ότι η εντυπωσιακή δουλειά των πρακτικών εφέ βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα σε μια ταινία που δεν ξέρει πώς να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της. Η σκηνοθεσία παραμένει επίπεδη, το μοντάζ συχνά στερεί από τις σκηνές τη σωστή κλιμάκωση και το gore επαναλαμβάνεται τόσο επίμονα ώστε κάποια στιγμή χάνει τη δύναμη του σοκ. Ακόμη και η πιο ακραία σκηνή στο μπάνιο, η οποία επιχειρεί να προκαλέσει δυσφορία περισσότερο μέσω της πρόκλησης παρά μέσω του τρόμου, καταλήγει να μοιάζει με μια προσπάθεια να ξεπεραστεί απλώς το προηγούμενο όριο.
Τελικά, ο «Πινόκιο: Ξεκούρδιστος» αποδεικνύεται... ξεκούρδιστος σε περισσότερα από ένα επίπεδα έχοντας μια παράξενη αντίφαση στον πυρήνα του: η ταινία είναι φτιαγμένη με περισσότερη φροντίδα απ’ όση τελικά διαθέτει το σενάριό της. Η ξύλινη φιγούρα που βρίσκεται στο επίκεντρό της είναι πειστική, ανατριχιαστική και πραγματικά χειροποίητη, όμως η ιστορία που καλείται να κουβαλήσει είναι πρόχειρη και συχνά άτολμη, με το σενάριο να αφήνει την ταινία να κρέμεται από μια κλωστή.

