Για ένα διάστημα η ιδέα των live action διασκευών της Disney έμοιαζε να έχει πραγματικό λόγο ύπαρξης. Ταινίες που είχαν σημαδέψει διαφορετικές γενιές αποκτούσαν μια νέα κινηματογραφική διάσταση, άλλοτε με περισσότερο και άλλοτε με λιγότερο ενδιαφέρον, προσπαθώντας να ξανασυστηθούν σε ένα κοινό που είχε αλλάξει. Ακόμη κι όταν το αποτέλεσμα δεν ήταν ιδανικό, μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει την πρόθεση να εξερευνηθεί ένας γνώριμος κόσμος μέσα από διαφορετική αισθητική, διαφορετικούς ηθοποιούς και μια πιο σύγχρονη κινηματογραφική ματιά.

Με το «Βαϊάνα», όμως, αυτή η λογική δείχνει να εξαντλείται. Η απόσταση από το αρκετά καλό animation του 2016 είναι τόσο μικρή, ώστε η ύπαρξη μιας σχεδόν πανομοιότυπης εκδοχής γεννά περισσότερο απορίες παρά ενθουσιασμό. Δεν πρόκειται για μια δημιουργική επανερμηνεία ούτε για μια τολμηρή προσέγγιση που επιχειρεί να φωτίσει διαφορετικές πτυχές της ιστορίας. Αντίθετα, μοιάζει με μια παραγωγή που ακολουθεί πιστά έναν ήδη δοκιμασμένο δρόμο, χωρίς να βρίσκει ποτέ έναν πραγματικά δικό της λόγο να υπάρχει.

Η ιστορία είναι αυτή που ξέρετε ήδη με τη νεαρή Βαϊάνα (που τη λένε Μοάνα κανονικά αλλά...) ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Ωκεανού και για πρώτη φορά στη ζωή της ταξιδεύει σε αχαρτογράφητα νερά με τον θρυλικό ημίθεο Μάουι, σε ένα αξέχαστο ταξίδι, για να αποκαταστήσει την ευημερία του λαού της.

Ο Τόμας Κάιλ αποδεικνύει ότι διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων παραγωγών και ξέρει να οργανώνει σωστά τον χώρο, την κίνηση και το θέαμα. Παρ' όλα αυτά, η σκηνοθεσία του εδώ σπάνια αποκτά προσωπικό χαρακτήρα. Οι περισσότερες σκηνές αναπαράγουν σχεδόν μηχανικά τις αντίστοιχες του animation, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η κάμερα ακολουθεί ένα ήδη έτοιμο σχέδιο αντί να αναζητά νέους τρόπους αφήγησης. Ακόμη και στις πιο θεαματικές στιγμές πάνω στον ωκεανό, όπου τα ψηφιακά εφέ προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, η εικόνα δύσκολα αποκτά τη μαγεία και τη ζωντάνια που χαρακτήριζαν το πρωτότυπο.

Το ίδιο συμβαίνει και στη γνωστή αναμέτρηση με το τεράστιο καβούρι Ταμάτοα, μια σκηνή που στο animation ξεχώριζε χάρη στον ξέφρενο ρυθμό και την εκρηκτική φαντασία της. Εδώ, παρά την τεχνική αρτιότητα, το αποτέλεσμα μοιάζει πιο αποστειρωμένο, σαν να ενδιαφέρεται περισσότερο να αναπαράγει την εικόνα παρά το συναίσθημα που τη συνόδευε. Αντίστοιχα, η τελική συνάντηση της Βαϊάνα με την Τε Κα, μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της αρχικής ταινίας, διατηρεί το αφηγηματικό της βάρος, όμως δυσκολεύεται να προκαλέσει την ίδια συγκίνηση, επειδή η σκηνοθεσία αδυνατεί να δημιουργήσει εκείνη την αίσθηση θαυμασμού που γεννούσε το animation.

Οι ερμηνείες αποτελούν αναμφίβολα το πιο σταθερό στοιχείο της παραγωγής. Η Κάθριν Λαγκάια προσεγγίζει τη Βαϊάνα με φυσικότητα και ζεστασιά, αποφεύγοντας την εύκολη μίμηση της animated ηρωίδας. Καταφέρνει να δώσει στην πρωταγωνίστρια μια ανθρώπινη διάσταση, ακόμη κι όταν το σενάριο δεν της επιτρέπει να ξεφύγει από τις γνώριμες αφηγηματικές διαδρομές. Δίπλα της, ο Ντουέιν Τζόνσον επιστρέφει στον ρόλο του Μάουι με τη γνωστή αυτοπεποίθηση και το χαρακτηριστικό του χιούμορ, όμως αυτή τη φορά η παρουσία του μοιάζει περισσότερο με επανάληψη μιας επιτυχημένης συνταγής παρά με μια πραγματικά ανανεωμένη ερμηνεία. Η χημεία των δύο πρωταγωνιστών παραμένει ευχάριστη, αλλά δεν αποκτά ποτέ τη σπίθα που θα έκανε αυτή τη νέα εκδοχή να ξεχωρίσει στη μνήμη των φανς.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας δεν βρίσκεται στις προθέσεις ούτε στην τεχνική της ποιότητα. Βρίσκεται στην αδυναμία της να δικαιολογήσει την ίδια της την ύπαρξη. Οσο προσεγμένη κι αν είναι η παραγωγή, όσο καλοδουλεμένα κι αν είναι τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα ψηφιακά εφέ, όλα λειτουργούν στη σκιά μιας ταινίας που εξακολουθεί να μοιάζει φρέσκια και ολοκληρωμένη ακόμη και σήμερα. Αντί να προσθέσει κάτι ουσιαστικό στον κόσμο της Βαϊάνα, το live action περιορίζεται στο να υπενθυμίζει διαρκώς πόσο αποτελεσματικά είχε ήδη ειπωθεί αυτή η ιστορία πριν από λίγα μόλις χρόνια.

Η «Βαϊάνα» δεν είναι μια κακή ταινία και δύσκολα θα αφήσει κάποιον δυσαρεστημένο όσο διαρκεί η προβολή της. Είναι μια ευχάριστη περιπέτεια με αξιόλογες ερμηνείες, υψηλή παραγωγική αξία και γνώριες συγκινήσεις. Οταν όμως πέσουν οι τίτλοι τέλους, εκείνο που μένει δεν είναι η αίσθηση μιας δημιουργικής επανεκκίνησης, αλλά η εντύπωση ότι η Disney επέστρεψε σε έναν κόσμο που δεν είχε πραγματική ανάγκη να ξαναγεννηθεί. Περισσότερο από μια νέα ανάγνωση ενός αγαπημένου παραμυθιού, η ταινία δίνει την εικόνα μιας ασφαλούς εμπορικής επιλογής που μοιάζει σχεδιασμένη πρωτίστως για να εκμεταλλευτεί την επιτυχία ενός ήδη αγαπημένου τίτλου. .