Ποια είναι η καλύτερη τακτική για να κλείσει μια καινούργια τριλογία ενός πετυχημένου και αγαπητού franchise; Η απάντηση πλέον στο Χόλιγουντ μοιάζει να είναι αρκετά απλή, φέρνοντας (αν δεν το έχεις ήδη κάνει) όλο το παλιό καστ πίσω, γεμίζοντας τη με τις απαραίτητες δόσεις νοσταλγίας γιατί, όπως και να το κάνουμε αυτό πουλάει, ολοκληρώνοντας έτσι το νέο αυτόν κύκλο με επιτυχία.

Και αφού κάτι τέτοιο πέτυχε για όλα τα υπόλοιπα franchises το τελευταίο διάστημα, γιατί να μην μπορεί να επαναληφθεί και για το «Jurassic World», το οποίο με τη νέα του ταινία «Κυριαρχία» έχει ως σκοπό να ολοκληρώσει την εποχή των «Jurassic Park», με μια νέα ιστορία η οποία αυτή την φορά διαδραματίζεται τέσσερα χρόνια μετά την καταστροφή της Νήσου Νούμπλαρ, όπου οι δεινόσαυροι τώρα ζουν και κυνηγούν μαζί με τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Αυτή η εύθραυστη ισορροπία θα αναμορφώσει το μέλλον και θα καθορίσει μια για πάντα αν τα ανθρώπινα όντα θα παραμείνουν οι κορυφαίοι θηρευτές σε έναν πλανήτη που μοιράζονται τώρα με τα πιο τρομακτικά πλάσματα της ιστορίας.

Ο Κόλιν Τρέβοροου επιστρέφει στον ρόλο του σκηνοθέτη, έχοντας μείνει εκτός από το «Βασίλειο Επεσε» το οποίο είχε αναλάβει ο Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα, για να συνεχίσει την ιστορία αλλά με τους δικούς του όρους. Ο καμβάς είναι σίγουρα μεγαλύτερος, αφού η προηγούμενη ταινία έριξε τα ασφυκτικά τείχη ενός πάρκου και σκόρπισε τους δεινόσαυρους έξω στον κόσμο. Αλλά ο Τρέβοροου, αν και ασπάζεται αυτή την αλλαγή τουλάχιστον στην αρχή της ταινίας, αποφασίζει να… ξαναπεριορίσει την δράση της, κλείνοντας την και πάλι από μέσα σε ένα πάρκο, πιστεύοντας πως έτσι μπορεί να την ελέγξει καλύτερα.

Τι κρίμα όταν μια από τις καλύτερες σκηνές της διαδραματίζεται εκτός του πάρκου/εργαστηρίου, στους δρόμους της Βαλέτα στη Μάλτα (απλά σκεφτείτε το κυνηγητό με αυτοκίνητα του «The French Connection» ή του «Bullitt», αλλά αντί για αυτοκίνητα έχουμε ράπτορες και ένα μηχανάκι). Οχι ότι η υπόλοιπη δράση είναι βαρετή ή δεν έχει τις δικές της δόσεις σασπένς, αλλά απλά είναι κάτι που έχεις ξαναδεί σε κάθε προηγούμενη ταινία και γνωρίζεις πολύ καλά την έκβασή της μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Μοιάζει σαν μια χαμένη ευκαιρία να βλέπαμε την ταινία να μας μεταφέρει από τη μια μεγαλούπολη σε άλλη ή κάπου στις ερήμους της Αφρικής ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, αντί πάλι σε κάποιο απομονωμένο νησί.

Γραμμένο από τον ίδιο τον Τρέβοροου και την Εμιλι Καρμάικλ, το σενάριο είναι το πιο αδύναμο σημείο της ταινίας και μοιάζει σαν να μην δείχνει κάποια συνέπεια στην πλοκή του. Χαρακτήρες, οι οποίοι φαίνεται πως θα παίξουν ρόλο στην διάρκειά της, εμφανίζονται και εξαφανίζονται μέσα σε λίγες σκηνές χωρίς κάποια εξήγηση, διάφορες αποφάσεις κάποιων άλλων δεν βγάζουν νόημα, η εξέλιξη κάποιων γεγονότων κόβεται μαχαίρι για κάτι άλλο… Η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί. Ακόμα και όταν το σενάριο επικεντρώνεται στο ανθρώπινο δράμα, στα περιβαλλοντολογικά του μηνύματα αλλά και όταν εκείνο προσπαθεί να γίνει μια περίεργη αλληγορία για το προσφυγικό, όλα αυτά ποτέ δεν βρίσκουν τον στόχο τους.

Οι περισσότεροι, όμως, θα πάνε να δουν την ταινία για τη μεγάλη επιστροφή των τριών μεγάλων της σειράς: του Σαμ Νιλ, της Λόρα Ντερν και τυ Τζεφ Γκόλντμπλουμ. Και η ταινία θα τους δικαιώσει με τον καλύτερο τρόπο. Σαν να μη πέρασε μια μέρα, η χημεία μεταξύ τους παραμένει το ίδιο δυνατή όπως και στις δυο πρώτες ταινίες «Jurassic Park», και εδώ μπορεί η επιστροφή αυτή να μην έχει το ίδιο αντίκτυπο με κάποιες άλλες, αλλά η δυναμική που έχουν μεταξύ τους κερδίζει όλα τα βλέμματα, και κάποιες φορές και τα χειροκροτήματα. Οσο αφορά το υπόλοιπο καστ οι Κρις Πρατ και Μπράις Ντάλας Χάουαρντ παραμένουν το ίδιο υπέροχοι, με την παράσταση να κλέβει η ΝτεΓουάντα Γουάις στον ρόλο της πιλότου Κάιλα με τις καλύτερες ατάκες. Από την άλλη όμως ο Κάμπελ Σκοτ στον ρόλο του κακού μοιάζει σαν μια απίστευτη καρικατούρα κάθε κάκου δισεκατομμυριούχου που έχουμε δει στο παρελθόν. (Να φανταστούμε πως κάθε ομοιότητα με τον Στιβ Τζομπς είναι απλά συμπωματική…)

Η τελευταία ταινία του «Jurassic World» μπορεί να αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος, αλλά σίγουρα παραμένει άκρως διασκεδαστική και εντυπωσιακή ως καλοκαιρινό blockbuster. Κρίμα μόνο που δεν αποτέλεσε την «Κυριαρχία» του είδους που ίσως περίμεναν κάποιοι.