Παρότι ο Στάνλεϊ Τούτσι φτιάχνει, ο ίδιος, το «πορτρέτο» του γλύπτη Αλμπέρτο Τζιακομέτι στο «Final Portrait», η ταινία του δεν είναι μια βιογραφία, δεν είναι μια συμβατική αφήγηση της ζωής του Ελβετού δημιουργού με τα ψηλόλιγνα ανθρώπινα σώματα που μοιάζουν σαν να τραβήχτηκαν ψηλά από τη λάσπη. Αντίθετα, ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης Στάνλεϊ Τούτσι επιλέγει μία μόνο, πολύ μικρή περίοδο της ζωής του Τζιακομέτι κι από αυτήν εκμαιεύει ένα τρυφερό και διαπεραστικό προφίλ της προσωπικότητάς του.

Βασισμένη στο βιβλίο του Αμερικανού κριτικού τέχνης Τζέιμς Λορντ για τον Τζιακομέτι, η ταινία παρακολουθεί τις δυο εβδομάδες στις οποίες ο καλλιτέχνης αποφάσισε να κάνει το πορτρέτο του Λορντ, στο στούντιό του στο Παρίσι, σαν ένα στοίχημα με τον εαυτό του για να δει αν αξίζει, πια, να ζωγραφίζει. Καθώς η μια μέρα διαδέχεται, χωρίς μεγάλες παραλλαγές, την άλλη, το πορτρέτο μεγαλώνει αλλά ποτέ δεν τελειώνει - ο Τζιακομέτι ισχυρίζεται ότι όλα τα έργα του είναι ημιτελή - διαγράφεται και ξαναπαίρνει ζωή, ο Τζέιμς Λορντ ανυπομονεί να φύγει για την Αμερική και ο Στάνλεϊ Τούτσι χτίζει ένα λεπτεπίλεπτο αποτύπωμα ενός βασανισμένου, αλλά γεμάτου ορμή για τη ζωή, καλλιτέχνη με αγάπη και χιούμορ.

Μέσα σ' αυτό το μικρό, μικρό διάστημα, ο Τούτσι κρυφοκοιτάζει τη ζωή του Τζιακομέτι και με την επαγωγική μέθοδο περιγράφει τον δημιουργό και την προβληματική του. Στο χαώδες, ψηλοτάβανο ατελιέ του, όπου ανάμεσα στον γύψο, τα πανιά, τα δοκάρια και τα πεταμένα ολόγυρα έργα, ο παρορμητικός Τζιακομέτι κρύβει και τα μάτσα με λεφτά που πια βγάζει από την τέχνη του, ο γλύπτης πιάνει κι αφήνει τα δημιουργήματά του, τα αγγίζει, τα «βελτιώνει», τα παρατά, καπνίζει ασταμάτητα, πίνει άφθονο κόκκινο κρασί, ξεφεύγει για λίγο στο μπιστρό της γειτονιάς αλλά επιστρέφει αδιάκοπα. Κοιμάται με τη γυναίκα του και παλιότερη μούσα του, αλλά ανεβάζει την αδρεναλίνη του με την όμορφη, πεταχτή πόρνη της Κλεμάνς Ποεζί. Παρατηρεί τον Τζέιμς Λορντ που ποζάρει και τον μαλώνει αν κουνηθεί χιλιοστά, αλλά αρνείται να προβλέψει πόσο θα πάρει αυτό το χρονοβόρο πορτρέτο: μάλλον μια ολόκληρη ζωή, ή μια στιγμή. Η αυτοαμφισβήτηση του καλλιτέχνη σκεπάζει τα πάντα, αλλά χωρίς ζόφος, μόνο με ελαφρύ κυνισμό και κέφι για την επόμενη μέρα που, ευχή και ελπίδα, θα είναι ακριβώς όπως η προηγούμενη.

Το «Final Portrait» του Στάνλεϊ Τούτσι δεν έχει τη μαγεία ή τη σοφία τού «The Big Night» του (παρά την ευπρόσδεκτη παρουσία και του Τόνι Σαλούμπ). Αλλά είναι γραμμένο με την ίδια τρυφερότητα, ζεστασιά και κατανόηση, με μια κωμικότητα μπροστά στο σιωπηλό δράμα που ξορκίζεται μ' αυτόν τον τρόπο. Ο Αρμι Χάμερ καταφέρνει, με την καθαρή ομορφιά και τα λίγα λόγια του, να γίνει ο τέλειος καταλύτης της ιστορίας. Κι ο Τζέφρι Ρας δίνει μια από τις πληθωρικές, καταραμένες και γεμάτες μπρίο ερμηνείες που χαρακτηρίζουν το ταλέντο του. Το Παρίσι του '64 ζωντανεύει σε δυο τετράγωνα κι ένα στενό δρομάκι και ο συλλογισμός για το εφήμερο της τέχνης βρίσκεται εκεί, για όποιον θέλει να τον προχωρήσει λίγα βήματα. Ολα κομψά κι όλα αφαιρετικά, σαν τα γλυπτά του Τζιακομέτι, για ένα χαμηλών τόνων, σύντομο και διαφωτιστικό pas de deux.