Μια δεκαετία μετά από τη σύλληψή της - και ενώ ο Θανάσης Νεοφώτιστος, ενδιάμεσα, ταξίδεψε στον κόσμο με τις μικρού μήκους ταινίες του για να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς νέους Ελληνες σκηνοθέτες - η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Το Αγόρι με τα Γαλάζια Μάτια» είναι έτοιμη και μόλις έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο SXSW του Λονδίνου, ελευθερώνοντας ένα σύμπαν φτιαγμένο από λαϊκά παραμύθια τρόμου, queer παραβολές και μια εντελώς διακριτή υπογραφή που ενώ φαινομενικά διαφέρει από το μέχρι τώρα έργο του, είναι απόλυτα ενταγμένο μέσα σε αυτό.
Η ιστορία του Πέτρου, ενός παιδιού που μεγαλώνει σε μια ασφυκτική μητριαρχική κοινωνία, δεν είναι μόνο η ιστορία ενός παιδιού που κρύβει τα γαλάζια του μάτια επειδή στον τόπο του αυτό θεωρείται η μεγαλύτερη κατάρα, αλλά η ιστορία ενός διαφορετικού παιδιού που προσπαθεί να βρει το δικό του δρόμο ανάμεσα σε φοβους, προκαταλήψεις, δισειδαιμονίες και μια βίαιη (όπως όλες) ενηλικίωση που ελπίζει πως θα τον οδηγήσει στο φως.
Ο Θανάσης Νεοφώτιστος τον ακολουθεί βήμα βήμα, όπως κάνει χρόνια τώρα με όλους τους ήρωές του (από την «Προσευχή» μέχρι την «Λεωφόρο Πατησίων» και την «Airhostess-737»), σε μια διαδρομή που σε εκπλήσσει κάθε φορά για το τι ακριβώς θα συμβεί στην επόμενη γωνία, χωρίς να σου αφήνει το χέρι, οδηγός και καθοδηγητής σε μια κινηματογραφική εμπειρία φτιαγμένη με τόλμη και πίστη.
Στο Flix, ο Θανάσης Νεοφώτιστος μιλάει για τη δεκαετία που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η ταινία, την αυτοβιογραφία που κρύβει μέσα στον πυρήνα της, την Ελλάδα των προκαταλήψεων, τον ακτιβισμό που προκύπτει από μόνος του κάθε φορά που νιώθει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, για το μάτι που φοβάται και ξορκίζει κάνοντας σινεμά.
Δείτε και διαβάστε το ρεπορτάζ του Flix στα γυρίσματα της ταινίας: Το Flix συναντά τον Θανάση Νεοφώτιστο στα γυρίσματα του «Το Αγόρι με τα Γαλάζια Μάτια»
(φωτογραφίες από τα γυρίσματα: Στράτος Ζωγράφος)
Τι είναι το «Αγόρι με τα Γαλάζια Μάτια;» Folk tale τρόμου ή μια queer παραβολή; Ή και τα δύο;
Ελπίζω και τα δύο! Σου λέω «ελπίζω» γιατί εγώ, φτιάχνοντας την ταινία, δεν είχα καμία αίσθηση ότι θα χαρακτηριστεί folktale τρόμου. Πρόσφατα μόνο άκουσα αυτόν τον χαρακτηρισμό για την ταινία, μέσα από το feedback. Οι ταινίες παίρνουν ζωή και χαρακτηρισμούς αφού φύγουν από εμάς, κι αυτό είναι υπέροχο! Στην «Airhostess-737», στο Λοκάρνο, στην παγκόσμια πρεμιέρα, εμείς λέγαμε ότι είχαμε φτιάξει μια βαριά υπαρξιακή ταινία και δεν είχε προλάβει να ξεκινήσει ούτε τρία λεπτά, όταν ο κόσμος άρχισε να γελάει. Παγώσαμε, αλλά παίρναμε ταυτόχρονα καλά vibes. Μόνο στο τέλος, όταν πήραμε ένα γενναιόδωρο χειροκρότημα, καταλάβαμε ότι ήταν για καλό. Μετά ήρθε ο χαρακτηρισμός «τραγικωμωδία» και καταλάβαμε ότι αυτό κάναμε. Για μένα, λοιπόν, η ταινία είναι η ιστορία του Πέτρου. Το στοιχείο της queer παραβολής είναι επίσης πολύ σημαντικό για μένα, για όποιον μπορεί και θέλει να το διαβάσει.
Πόσο αυτοβιογραφική είναι η ιστορία της ταινίας;
Πιστεύω ότι στην τέχνη όλα είναι, σε έναν βαθμό, αυτοβιογραφικά και είναι πολύ σημαντικό να μη γίνονται εντελώς αυτοαναφορικά. Είναι μια ιστορία που, σε πολλά σημεία της, την έχω ζήσει. Το συντηρητικό περιβάλλον του χωριού στην Ηπειρο, όπου περνούσα καλοκαίρια με τους παππούδες μου, αλλά και το συντηρητικό περιβάλλον της οικογένειάς μου, το βλέμμα των άλλων που δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά, η αίσθηση ότι, πριν ακόμα το καταλάβω, έχω ή είμαι κάτι που τρομάζει τους άλλους και γι’ αυτό μου κάνουν bullying, ο τρόμος και η αποδοκιμασία όταν αποκαλύφθηκαν τα πράγματα. Νομίζω ότι είναι μια οικουμενική εμπειρία πολλών ανθρώπων, με διαφορετικούς τύπους «διαφορετικότητας», και γι’ αυτό θεώρησα ότι ήταν σημαντικό να ειπωθεί. Ειδικά για έναν ήρωα στην εφηβεία του, που δέχεται όλη αυτή την πίεση πριν προλάβει ακόμη να διαμορφώσει ταυτότητα. Αλλά πολλά είναι και διαφορετικά. Εγώ ξέρω ότι το μέλλον μπορεί να είναι πολύ πιο φωτεινό απ’ ό,τι ίσως φαίνεται σε εκείνες τις ηλικίες.
Ο κόσμος της ταινίας δημιουργήθηκε για να γεννά την αίσθηση του περίκλειστου και του απομονωμένου. Προσπάθησα να κατανοήσω όχι την επαρχία, αλλά ένα κλειστό, φοβισμένο, συντηρητικό κύκλωμα και τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί για να επιβιώσει.»
Η ταινία είναι εμπνευσμένη από θρύλους της ελληνικής επαρχίας. Πόσο σημαντικό ήταν για την ιστορία να φέρει αυτή την «ελληνικότητα»;
Eίναι μια ισορροπία. Φέρω αυτή την ελληνικότητα και μου αρέσει πολύ, αλλά με νοιάζει να υπάρχει σε τέτοιο βαθμό ώστε η ταινία να παραμένει προσβάσιμη. Ο βασικός θρύλος της ταινίας, το κακό μάτι, τα γαλάζια μάτια και η σημασία τους, ενώ είναι ανατολικής προέλευσης, είναι αρκετά γνώριμος διεθνώς, με ισχυρά σύμβολα όπως οι μπλε χάντρες, τα ματάκια. Δεν μπαίνει το στοιχείο της ελληνικότητας επί τούτου στις ιστορίες μου. Μπαίνει γιατί αυτή είναι η ζωή μου, οι προσλαμβάνουσές μου και η ιστορία μου.
Οχι τυχαία, η ελληνική επαρχία γίνεται τα τελευταία χρόνια ο καμβάς για πολλές (πρώτες) ταινίες που προσπαθούν να την κατανοήσουν ή να την ανατρέψουν. Που ακριβώς βρίσκεται το «Αγόρι»;
Νομίζω ότι τίποτα από τα δύο. Εμπνευσμένοι από κάποια στοιχεία της επαρχίας, προσπαθήσαμε, μαζί με τη Δάφνη Καλογιάννη και τη Χριστίνα Λαρδίκου, production designer και ενδυματολόγο αντίστοιχα, να φτιάξουμε έναν ξεχωριστό κόσμο, που βασίζεται μεν σε κάποια ελληνική επαρχία, αλλά θα μπορούσε να υπάρχει και σε αστικά, συντηρητικά περιβάλλοντα της Ελλάδας και του εξωτερικού, κάποιες φορές ακόμη και σε χειρότερη μορφή. Αυτός ο κόσμος δημιουργήθηκε για να γεννά την αίσθηση του περίκλειστου και του απομονωμένου. Προσπάθησα να κατανοήσω όχι την επαρχία, αλλά ένα κλειστό, φοβισμένο, συντηρητικό κύκλωμα και τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί για να επιβιώσει.
Εστιάζεις σε μια καθαρά μητριαρχική κοινωνία, με πλήρη απουσία του πατέρα. Τι συμβολίζει αυτό;
Εχουμε τον παππού Τέλη! Βασικά, μεγαλώνοντας είχα πάντα την αίσθηση ότι οι γυναίκες ήταν αυτές που κρατούσαν τον πυρήνα της οικογένειας και της καθημερινότητας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους, αλλά ίσως ο κυριότερος είναι ότι, στην περίπτωση της διαφορετικότητας που επεξεργάζεται η ταινία, η μάνα είναι αυτή που πάντα ξέρει πρώτη και καλείται να διαχειριστεί αυτό που καταλαβαίνει. Γι’ αυτό θέλαμε να τονίσουμε τη σχέση ανάμεσα στη μάνα, τη γυναίκα που γνωρίζει αλλά δεν λέει, τη γιαγιά, τη γυναίκα που, ενώ όλα είναι μπροστά στα μάτια της, δεν θέλει να δει, και τον Πέτρο απέναντι στις γυναίκες της ζωής του. Ο πατέρας, νομίζω, μπαίνει αρκετά αργότερα στο παιχνίδι, τουλάχιστον στα δικά μου 90s που μεγάλωσα εγώ. Τώρα, ευτυχώς, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Είμαστε μια χώρα που άγεται και φέρεται από προκαταλήψεις... Αν ήξερα τι χρειάζεται! Χρειάζεται να είμαστε alert, χρειάζεται να λέμε τις ιστορίες μας, χρειάζεται θάρρος για να πάμε κόντρα και να αμφισβητήσουμε τις προκαταλήψεις πριν γίνουν η πραγματικότητά μας.»
Είναι ακόμη και σήμερα η ζωή ενός «διαφορετικού» ατόμου ένας αγώνας επιβίωσης;
Η ζωή ενός διαφορετικού ανθρώπου είναι και θα είναι πάντα δύσκολη, είτε στην επαρχία είτε στην πόλη, είτε σε ένα φανταστικό τόπο σαν το δικό μας. Οσο πιο συντηρητικό και κλειστό είναι ένα κοινωνικό κύκλωμα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η δυσκολία και τόσο περισσότερα είναι τα στοιχεία που θεωρούνται «διαφορετικά». Μην ξεχνάμε ότι το αν κάποιος θεωρείται διαφορετικός κουβαλά μια τυχαιότητα, πολιτισμική, κοινωνική και προσωπική. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό να λέμε αυτές τις ιστορίες. Οι διαφορετικοί άνθρωποι, παντού, χρειάζονται αυτές τις ιστορίες για να στηρίζονται και να υπερασπίζονται τη διαφορετικότητά τους.
Πόσο ακτιβισμό κρύβει η ταινία για τα LGBTQ+ άτομα; Πόσο σημαντικό είναι να αφηγούμαστε ιστορίες που μπορούν να μιλήσουν σε άτομα που αναζητούν ιστορίες για να ταυτιστούν;
Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ετσι επιβιώσαμε όλοι μας στις πιο σκοτεινές μας στιγμές. Δεν ξεκινάω με σκοπό τον ακτιβισμό, αλλά μάλλον μου βγαίνει!
Είμαστε μια χώρα που άγεται και φέρεται από προκαταλήψεις σε πολλούς τομείς. Χρειάζεται μια «επανάσταση» για να αλλάξει αυτό;
Αν ήξερα τι χρειάζεται! Χρειάζεται να είμαστε alert, χρειάζεται να λέμε τις ιστορίες μας, χρειάζεται θάρρος για να πάμε κόντρα και να αμφισβητήσουμε τις προκαταλήψεις πριν γίνουν η πραγματικότητά μας.
Ολες μου οι ταινίες περιστρέφονται γύρω από έναν ήρωα και μια πολύ σημαντική στιγμή, ένα δίλημμα, μια δοκιμασία, ένα ορόσημο στη ζωή του. Σε όλες ακολουθώ τον ήρωα με την κάμερα αρκετά πιστά και με νοιάζει πάρα πολύ το υποκειμενικό του βίωμα, προσπαθώντας να τον καταλάβω.»
Πώς συνέλαβες το σύμπαν της ταινίας; Ποια ήταν η κεντρική ιδέα και ποιες οι αναφορές σε ταινίες, βιβλία ή δημιουργούς που ενσωματώθηκαν αφηγηματικά και αισθητικά;
Δεν ήταν μια στιγμή σύλληψης. Είναι κάτι που χτίζεται εδώ και χρόνια, κομμάτι κομμάτι. Η κεντρική ιδέα είναι ένας άνθρωπος με γαλάζια μάτια σε ένα χωριό που τα θεωρεί τη μεγαλύτερη κατάρα! Η ταινία περιέχει τον Τέρι Γκίλιαμ, τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο του «Λαβύρινθου του Πάνα», το «The Wicker Man» του Ρόμπιν Χάρντι, τον Κούτρα της «Στρέλλας», τον Αγγελόπουλο της «Αναπαράστασης», την Τόνι Μόρισον του «The Bluest Eye», αλλά δεν μπορώ πάντα να σου πω πώς ακριβώς, γιατί οι επιρροές είναι κάτι που λειτουργεί συχνά χωρίς να το καταλαβαίνω. Για κάποιες από τις επιρροές μου, μάλλον περιμένω να μου τις αποκαλύψουν οι θεατές!
Φαινομενικά, η ταινία δεν μοιάζει με το υπόλοιπο έργο σου - τις ταινίες μικρού μήκους. Που πιστεύεις ότι βρίσκονται οι ομοιότητες και που οι διαφορές;
Εγώ νομίζω ότι μοιάζει. Ολες μου οι ταινίες περιστρέφονται γύρω από έναν ήρωα και μια πολύ σημαντική στιγμή, ένα δίλημμα, μια δοκιμασία, ένα ορόσημο στη ζωή του. Σε όλες ακολουθώ τον ήρωα με την κάμερα αρκετά πιστά και με νοιάζει πάρα πολύ το υποκειμενικό του βίωμα, προσπαθώντας να τον καταλάβω. Επίσης, σε όλες ο χώρος γύρω του είναι ένας ακόμη χαρακτήρας. Η βασική διαφορά, νιώθω, είναι ότι τώρα, στη μεγάλου μήκους ταινία, λόγω χρόνου και φόρμας, είχα τον χώρο να επεξεργαστώ και να δείξω πράγματα αρκετά πιο περίπλοκα, χωρίς η ιστορία να χάνει τη συναισθηματική της δύναμη. Ελπίζω, τουλάχιστον!
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις της ταινίας; Ποιες σκηνές (χωρίς spoilers) δυσκόλεψαν την παραγωγή;
Ηταν ένα αρκετά απαιτητικό γύρισμα. Σχεδόν όλες οι σκηνές είχαν κάποιου βαθμού δυσκολία. Σε άλλες κυνηγούσαμε την ομίχλη, άλλες ήταν υποκριτικά πολύ απαιτητικές, άλλες δεν είχαμε τον απόλυτο έλεγχο και εξελίχθηκαν πιο αυτοσχεδιαστικά, ενώ κάποιες ήταν τεχνικά δύσκολες, με animatronics και underwater. Επιδη θέλαμε να είναι αρκετά «χεριοπoίητη», τα φτιάξαμε όλα στο γύρισμα. Ελάχιστα, αναγκαστικά μόνο VFX και φυσικά (δυστυχώς ένα disclaimer πρέπει να γίνεται το 2026), καθόλου AI. Οπότε από δυσκολίες άλλο τίποτα. Αυτό που με συγκίνησε απίστευτα, όμως, είναι η αφοσίωση όλων των συνεργατών. Όλοι έδωσαν το 100% και τους είμαι βαθιά ευγνώμων γι’ αυτό.
Ακολουθούμε σχεδόν ευλαβικά τον Πέτρο σε όλο του το ταξίδι; Πόσο εύκολη ήταν αυτή η απόφαση για το χειρισμό της κάμερας και πως όρισε ολόκληρη την αφηγηματική δράση της ταινίας;
Για μένα ήταν μια πολύ εύκολη και αυτονόητη επιλογή. Δεν μπορούσα αλλιώς να πετύχω αυτό που ήθελα, να αποδώσω αυτή την αίσθηση της εφηβείας, όπου όλα είναι κατακερματισμένα, ακόμη και η ίδια η αντίληψη της πραγματικότητας. Είναι μια μίξη ανάμεσα σε αυτά που νιώθεις, σε αυτά που σου λένε οι άλλοι ότι είσαι, στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Για τον καταπληκτικό DOP μου, τον Djordje Arambasic, όμως, δεν ήταν τόσο εύκολη επιλογή, ομολογώ, αλλά την εκτέλεσε καταπληκτικά. Ήταν ένας πάρα πολύ σημαντικός κρίκος της ταινίας. Αλλά δεν ήταν μόνο η κάμερα, ήταν και η φοβερή δουλειά στο μοντάζ, με τα περάσματα χρόνου, του Πάνου Αγγελόπουλου, που δουλεύουμε χρόνια μαζί και με ξέρει τόσο καλά και η φοβερή επεξεργασία στο χρώμα του Μάνθου Σαρδή που έχει αυτή την αίσθηση μουντο-ασφυξίας! Τα θεωρώ κι αυτά αφηγηματικά στοιχεία.
Πώς επέλεξες τους δύο μικρούς πρωταγωνιστές σου και πως τη μαμά και τη γιαγιά; Για τον καθένα και τη καθεμία δώσε μας τα χαρακτηριστικά που σε έκαναν να τους διαλέξεις και τι έφεραν στο ρόλο τους;
Με τη Σοφία Δημοπούλου, που έκανε το casting, για τα δύο παιδιά επικεντρωθήκαμε στα Καλλιτεχνικά Λύκεια, γιατί θέλαμε να έχουν μια επαφή με την τέχνη. Μέσα από αυτή τη διαδικασία βρήκαμε τον Γιώργο (Καρύδη), που είναι ένα σπάνιο πλάσμα μεγάλης ευαισθησίας και είχε όλη αυτή την αδεξιότητα της εφηβείας, σε συνδυασμό με μια δύσκολη, για την ηλικία του (15χρ), υποκριτική ικανότητα, ώστε να σηκώσει έναν τόσο απαιτητικό ρόλο, καθώς και αυτά τα υπέροχα γαλάζια μάτια. Βρήκαμε επίσης τον Pablo (Soto), ένα καταπληκτικό παιδί, που φέρει μια ακαταμάχητη γοητεία ως παρουσία και είναι ένας all around εξαιρετικός καλλιτέχνης. Μετά, η Σύρμω (Κεκέ), η μητέρα Λεμονιά, ήταν ένα από τα δώρα που πήραμε σε αυτή την ταινία. Σπουδαία ηθοποιός, με φοβερή συναισθηματική ακρίβεια και καταπληκτική συνεργάτης. Και η Σοφία (Φιλιππίδου) ήταν η πρώτη που είχε «κλειδώσει» στο μυαλό μας. Χαρήκαμε τόσο πολύ που συνεργαστήκαμε μαζί της και μας χάρισε μια Μαργαρίτα αξέχαστη από κάθε άποψη. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος που κατάφερα να την αποτυπώσω σε αυτόν τον ρόλο.
Η μουσική παίζει εδώ σχεδόν ένα ρόλο πρωταγωνιστικό, σαν να αφηγείται με το δικό της τρόπο κι αυτή την ίδια ιστορία. Πώς προέκυψε η συνεργασία και ποια ήταν η οδηγία για τη μίξη ηλεκτρονικής μουσικής και παραδοσιακών ήχων;
Μου αρέσει πολύ αυτό που λες. Η συνεργασία προέκυψε μέσω της αναγκαιότητας να υπάρξουν συνεργάτες από τις χώρες της συμπαραγωγής, ο Ιγκόρ (Vasilev Novogradska) είναι από τη Βόρεια Μακεδονία, αλλά εξελίχθηκε σε μια καταπληκτική συνεργασία. Δουλέψαμε πολύ κοντά και από πολύ νωρίς, τη μουσική του γάμου, ας πούμε, την είχα ήδη από το γύρισμα, οπότε έγινε εντελώς οργανικό κομμάτι της ταινίας. Την επένδυσε κι εκείνος με πολύ μεράκι, έκανε ηχογραφήσεις με συμφωνική ορχήστρα και αληθινά όργανα μουσικής, οπότε ήρθε πολύ σταδιακά. Η οδηγία ήταν να έχει παραδοσιακές επιρροές, όχι μόνο ελληνικές, ψάχναμε, ας πούμε, κάτι από κουρδικούς γάμους, λίγο Κουστουρίτσα, αλλά να έχει και ένα twist, λίγο άβολο, λίγο παράταιρο, και έχω την αίσθηση ότι εκεί μπήκε το πιο ηλεκτρονικό κομμάτι. Φοβερή συνεισφορά ήταν και της Βάλιας Τσέρου, που έκανε φοβερό sound design, γιατί πολλές φορές τα όρια δεν ήταν ξεκάθαρα, τι είναι μουσική και τι είναι ήχος της ταινίας.
Είμαστε μια μικρή χώρα, με μια γλώσσα που δεν μιλιέται πολύ, άρα χωρίς φοβερή αγοραστική δύναμη και, κυρίως, με ένα κράτος που μέχρι πρόσφατα ήταν έως και εχθρικό προς την κινηματογραφική παραγωγή. Ελπίζω ότι τα πράγματα αλλάζουν. Πρέπει να εμπιστευτούμε τους Ελληνες δημιουργούς, να βάλουμε σε προτεραιότητα το έργο τους, κάθε κατεύθυνσης.»
Γιατί χρειάστηκε δέκα χρόνια για να υλοποιηθεί η ταινία και πώς αυτά τα χρόνια βρίσκονται αποτυπωμένα μέσα στην τελική ταινία; Δεν αλλάζει το επείγον μιας ιδέας όταν περνούν τόσα χρόνια;
Κρίση, 2,5 χρόνια για να πάρω απάντηση από το Κέντρο, Covid. Τι άλλο να σου πω; Γολγοθάς! Γίνεται άλλο το επείγον ή βρίσκεις έναν άλλο, πιο σύγχρονο τρόπο να το πεις. Το θέμα είναι ότι δεν είναι 10 χρόνια αναμονής, είναι 10 χρόνια που πρέπει συνεχώς να δουλεύεις το υλικό σου, να ελέγχεις αν σε αφορά ακόμα, να το φέρνεις στο σήμερα και στο δικό σου σήμερα, γιατί μεγαλώνεις. Είναι μια πολύ σύνθετη και δύσκολη διαδικασία. Μη συζητήσω για τον βιοπορισμό μέσα σε όλο αυτό. Εχω χάσει το μέτρημα στα πόσα draft είχε αυτή η ταινία! Ευτυχώς, επειδή το θέμα μου κινείται προς το διαχρονικό, χωρίς έντονο στοιχείο επικαιρότητας, αυτό είναι εφικτό. Αλλιώς, προφανώς, δεν θα γινόταν.
Γιατί παραμένει τόσο δύσκολο να κάνουμε σινεμά στην Ελλάδα; Ποιες είναι οι προκαταλήψεις που πρέπει να ξορκίσουμε για να πάμε επιτέλους παραπέρα;
Είμαστε μια μικρή χώρα, με μια γλώσσα που δεν μιλιέται πολύ, άρα χωρίς φοβερή αγοραστική δύναμη και, κυρίως, με ένα κράτος που μέχρι πρόσφατα ήταν έως και εχθρικό προς την κινηματογραφική παραγωγή. Ελπίζω ότι τα πράγματα αλλάζουν. Πρέπει να εμπιστευτούμε τους Ελληνες δημιουργούς, να βάλουμε σε προτεραιότητα το έργο τους, κάθε κατεύθυνσης, απέναντι σε ξένες παραγωγές που κινδυνεύουμε να μας πάρουν τα σώβρακα πάλι. Δεν πρέπει να γίνουμε, και στον κινηματογράφο, τουριστική υπερδύναμη. Οχι εις βάρος των Ελλήνων δημιουργών.
Αλλάζει κάτι στη νεότερη γενιά δημιουργών που κάνουν τώρα τις πρώτες ή δεύτερες ταινίες τους; Που πιστεύεις ότι τοποθετείται το «Αγόρι» μέσα σε αυτό το ρεύμα;
Δεν ξέρω να σου το απαντήσω, γιατί είμαι πολύ κοντά στο θέμα. Αυτό που έχει αλλάξει αρκετά είναι ότι δεν αισθανόμαστε πλέον τόσο πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε διεθνές επίπεδο. Τολμάμε και διεκδικούμε πολύ περισσότερο την παρουσία μας. Αυτό είναι πολύ όμορφο και σημαντικό. Για το πού ανήκει το «Αγόρι», το μόνο που μπορώ να σου πω με βεβαιότητα είναι ότι ανήκει στην καρδιά μου!
Πόσο σημαντική είναι η διεθνής πρεμιέρα για μια ελληνική ταινία; Και πώς αυτή εξαργυρώνεται όταν η ταινία βγαίνει τελικά στις ελληνικές αίθουσες; Η διανομή παραμένει ένα τεράστιο πρόβλημα για την ελληνική ταινία.
Η διεθνής πρεμιέρα δεν είναι σημαντική για όλες τις ταινίες. Οι πιο εμπορικού προσανατολισμού ταινίες δεν την έχουν ανάγκη. Eχουμε αρκετά πρόσφατα παραδείγματα. Για μια ταινία σαν το «Αγόρι», όμως, είναι θέμα επιβίωσης. Πολλοί sales agents μάς έλεγαν «φοβερή δουλειά» κ.λπ., αλλά πρέπει να δούμε πού θα κάνει πρεμιέρα για να την αναλάβουμε. Αλλιώς, περιορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η δυνατότητα μιας arthouse ταινίας να προσεγγίσει το κοινό. Ευτυχώς το SXSW London είναι ένα πολύ καλό και ταιριαστό ξεκίνημα! Στην Ελλάδα, νομίζω, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Δεν έχω φτάσει ακόμη εκεί και χαίρομαι που αυτό θα το κυνηγήσει η αγαπημένη μου παραγωγός, η Ιωάννα Μπολομύτη.
Πιστεύεις στο μάτι;
Πιστεύω στη δύναμη που έχει η ματιά του άλλου, ιδίως όταν είσαι μικρός. Τα υπόλοιπα τα αφήνω ανοιχτά!
Δείτε παρακάτω μια πρώτη σκηνή από την ταινία, ενδεικτική του μαγικού - κι όμως ρεαλισμού- μιας ιστορίας για τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα στο «έξω το κακό, μέσα το καλό»:
Το Αγόρι με τα Γαλάζια Μάτια | Σκηνοθεσία: Θανάσης Νεοφώτιστος | Σενάριο: Θανάσης Νεοφώτιστος, Γρηγόρης Σκαράκης | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Τζόρτζε Αράμπασιτς, SAS | Μοντάζ: Παναγιώτης Αγγελόπουλος | Μουσική: Ιγκορ Βασίλεβ Νοβογκράτσκα | Ηχος: Ιβαν Μιχότσι | Σκεδιασμός Ηχου: Βάλια Τσέρου | Μίξη Ηχου: Κώστας Βαρυμποπιώτης | Σκηνογραφία: Δάφνη Καλογιάννη | Ενδυματολογία: Χριστίνα Λαρδίκου | Μακιγιάζ, Κομμώσεις: Τατιάνα Τόμσιτς | Casting: Σοφία Δημοπούλου, Ready2Cast | Α΄ Βοηθός Σκηνοθέτη: Στέλλα Χαριτοπούλου | Color: Μάνθος Γ. Σάρδης | Οπτικά εφέ (VFX): Γιόβιτσα Πανόβσκι, Vertigo Visual VFX Studio | Ειδικά εφέ (SFX), Προσθετικά και Animatronics: Prokopis Vlaseros FX Studio | Παίζουν: Γιώργος Καρύδης, Πάμπλο Σότο, Σύρμω Κεκέ, Σοφία Φιλιππίδου, Ανδρέας Ζάκας, Κωνσταντίνα Κουτσονάσιου, Μαριέλλα Σαββίδου, Κυριακή Γάσπαρη, Καίτη Μανωλιδάκη, Μάγδα Λέκκα, Γιούλη Πεζοπούλου, Μαρία Οικονόμου, Νίκος Σπυρόπουλος, Παναγιώτα Δρυ | Παραγωγός: Ιωάννα Μπολομύτη | Παραγωγοί: Ελίζαμπεθ Γούντγουορντ, Λόρεν Μαν, Μιράντα Μπέιλι, Γιάννης Οικονομίδης, Βλάντιμιρ Αναστάσοφ, Αντζελα Νεστόροφσκα, Ζβονίμιρ Μουνιβράνα, Μάγια Πόποβιτς Μιλόγιεβιτς, Ιρίνα Μάλτσεα-Καντέα | Executive Producers: Πάνος Παπαχατζής, Γουίλιαμ Ολσον, Τζέισον Μπεκ | Μια παραγωγή των ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ Α.Ε. | Σε συμπαραγωγή με: ΑΤΑΛΑΝΤΗ Α.Ε. (Ελλάδα), YE Films Ltd (Κύπρος), Sektor Film (Βόρεια Μακεδονία), Studio Corvus (Κροατία), Sense Production (Σερβία), Luna Film (Ρουμανία), ΕΡΤ Α.Ε. (Ελλάδα) | Σε συνεργασία με: Willa (Η.Π.Α.), Astrakan Film AB (Η.Π.Α.), Cold Iron Pictures (Η.Π.Α.) | Με την υποστήριξη των: Hellenic Film & Audiovisual Center – Creative Greece, Deputy Ministry of Culture Cyprus, North Macedonia Film Agency, Croatian Audiovisual Center, Film Center Serbia, Republic Of Serbia, Ministry of Culture & Information, Upfar-Argoa, Eurimages Development, Creative Europe Media
