Συνέντευξη

Οι Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x μέσα από τα μάτια του καλλιτεχνικού διευθυντή τους, Ορέστη Ανδρεαδάκη

στα 10

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του αγαπημένου φεστιβάλ της Αθήνας, Ορέστης Ανδρεαδάκης, μίλησε στο Flix για το παρελθόν, το μέλλον και κυρίως το παρόν του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x.

Οι Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x μέσα από τα μάτια του καλλιτεχνικού διευθυντή τους, Ορέστη Ανδρεαδάκη
cacao Rocks. Σας κάνει deja vu; Ξαναδείτε το editorial του τελευταίου Σινεμά. Φωτογραφία: Νίκος Πάστρας

Ποια είναι τα αγαπημένα σου κομμάτια στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x;

Περιμένω πάρα πολύ την προβολή της ταινίας «Living in the Material World» του Σκορσέζε για τον Τζορτζ Χάρισον γιατί είναι «σχεδόν» παγκόσμια πρεμιέρα, δυο μέρες μετά την επίσημη παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο Σαν Σεμπαστιάν. Την προηγούμενη φορά σε κάτι ανάλογο, στο «No Direction Home» του Σκορσέζε για τον Ντίλαν, η προβολή έγινε αμέσως sold out, το ίδιο και η επαναληπτική. Περιμένω τον Μάικλ Ράντφορντ, τον σκηνοθέτη του «Μισέλ Πετρουτσιανί», διότι είναι ένας άνθωπος που έχει πάει στα Οσκαρ κι έχω ακούσει ότι είναι και μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και θέλω να τον γνωρίσω. Περιμένω το «Kafka Night» του Kafka Zone, που θα είναι στις 22 του μηνός, την Πέμπτη στο ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, στη Νέα Ιωνία, γιατί είνα μια εκδήλωση που θα έχει εικαστικά, σύγχρονη τέχνη, λογοτεχνία, μουσική ζωντανή, dj set, προβολές, ομιλίες, ξεναγήσεις, ένα multi event, το οποίο με ερεθίζει ιδιαίτερα, διότι πιστεύω ότι ο ρόλος οποιουδήποτε φεστιβάλ, οποιασδήποτε τέχνης, είναι να βρίσκει τις επαφές με τις άλλες τέχνες. Η βραδιά αυτή γίνεται σε συνεργασία με το Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ, με άξονα την έκθεση Investigations of a Dog, Ερευνες ενός Σκύλου, που έχει επιμεληθεί η Νάντια Αργυροπούλου κι έχει πραγματοποιηθεί μέσα στην ομπρέλα του FACE. Και η φετινή τρέλα του Φεστιβάλ που είναι το «Deja Vu»,μια λέξη που έχουμε κρύψει σε διάφορα σημεία του Φεστιβάλ – ελπίζω να τα βρείτε, ή αν δεν τα βρείτε θα σας τα πούμε κάποια στιγμή – και είναι μία προβολή με 16 μικρού μήκους ταινίες, παράξενες και κυρίως συνδεδεμένες μ’έναν παράξενο τρόπο ώστε να φτιάχνουν κάποιους δευτερεύοντες συνειρμούς. Η δομή είναι συγκεκριμένη, έτσι ώστε εκτός από την ίδια την ταινία που σου γεννάει σκέψεις και κάποια συναισθήματα, και η σύνδεση, συναρμογή των ταινιών σου γεννά κι αυτή μια δευτερεύουσα διαδικασία σκέψεων.

Παλαιότερα το κοινό ανυπομονούσε να δει στο Φεστιβάλ υποψιασμένες ταινίες που δε θα έβλεπε αλλού. Τώρα οι μισές ταινίες θα προβληθούν στη διανομή και τις άλλες μισές μπορούν οι θεατές να τις κατεβάσουν. Αρα ποιο είναι το κίνητρο για να έρθει κάποιος στο Φεστιβάλ;

Ναι, στην αρχή του Φεστιβάλ ήταν πιο πολλές οι ταινίες που δεν έβγαιναν στις αίθουσες. Μετά έβγαιναν περισσότερες, τα τελευταία χρόνια κάπως λιγότερες και φέτος είναι ελάχιστες, διότι γίνεται το αντίστροφο: λόγω της οικονομικής κρίσης δεν αγοράζονται πολλές ταινίες για να βγουν στις αίθουσες ή ακόμα κι όταν αγοράζονται, τελικά δε βγαίνουν, ή βγαίνουν κατευθείαν σε dvd, ή βγαίνουν 15 Αυγούστου. Οσον αφορά στο κατέβασμα, ναι, το έχουμε σκεφτεί και το έχουμε κάποιες φορές φοβηθεί, αλλά τελικά πολλές ταινίες οι οποίες κυκλοφορούν εδώ και αρκετό καιρό για παράνομο downloading, γίνονται αμέσως sold out στις προβολές τους, διότι είναι αναντικατάστατη η εμπειρία της από κοινού θέασης μίας ταινίας που την περιμένεις, που έχεις ακούσει γι’ αυτήν και που θες να τη δεις. Ορισμένες μάλιστα φορές, το έχω δει, κάποιοι που την έχουν κατεβάσει την ταινία έρχονται με την παρέα τους ή με τη φίλη τους, για να τους τη «δείξουν»... Γιατί εκτός από το να δεις μία ταινία, οι Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x είναι κι ένα event που σηματοδοτεί την αρχή της σεζόν, το «μαζευόμαστε μετά τις διακοπές», το αρχίζουν ξανά τα σχολεία, το αρχίζει το πανεπιστήμιο, οι δουλειές και μαζευόμαστε, βλέπουμε ταινίες, γιορτάζουμε, περνάμε καλά, πηγάινουμε στα πάρτυ για ν’ αρχίσει καλά η σεζόν. Αυτό νομίζω είναι το πιο σημαντικό.

Τα πρώτα χρόνια του Φεστιβάλ ασχολιόσουν με τη δημοσιότητά του, τα τελευταία με το πρόγραμμά του. Τι σημαίνει για σένα να είσαι υπεύθυνος για το πρόγραμμα ενός Φεστιβάλ;

Οσα μέλη είναι η ομάδα των προγραμματιστών, δια τόσο διαιρείται η ευθύνη της επιλογής του προγράμματος. Τη μοιραζόμαστε, δηλαδή, με τη Φαίδρα Βόκαλη, τον Κωστή Θεοδοσόπουλο, τον Κωστή Αϊβαλιώτη, τον Χρήστο Τζούτη και τον Θανάση Πατσαβό. Μου αρέσει πάρα πολύ το μοντέλο του καλλιτεχνικού διευθυντή που είναι σα διευθυντής ορχήστρας, δηλαδή συντονίζει τα υπόλοιπα όργανα. Κάποιος παίζει πολύ καλά το τρομπόνι, κάποιος είναι καταπληκτικός στο βιολί, κάποιος είναι πολύ ειδικός στο ασιατικό σινεμά, κάποιος ξέρει πάρα πολύ καλά το μεταμεσονύκτιο, σε κάποιον έχουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη γιατί έχει κρτήριο για το τι θέλει το ευρύ κοινό, όλοι αυτοί λοιπόν μαζευόμαστε, βλέπουμε τις ταινίες και κάνουμε ατέλειωτους καβγάδες όλο το καλοκαίρι. Και μέσα απ αυτούς τους καβγάδες νομίζω ότι βγαίνει ένα πάρα πολύ καλό αποτέλεσμα. Σ’αυτό το μοντέλο καλλιτεχνικού διευθυντή πιστέυω, η πράξη έχει αποδείξει ότι το αποτέλεσμα έιναι πολύ καλό, διότι και αρέσει στον κόσμο και καλές κριτικές παίρνει Και είμαστε κι ανοιχτοί στην κριτική, δηλαδή κάθε χρόνο ακούμε πάρα πολύ καλά, διαβάζουμε τα emails, ακούμε αυτά που λέει ο κόσμος και βελτιωνόμαστε. Επειτα, το Φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι Νύχτες Πρεμιέρας Conn-X του Σεπτεμβρίου. Πιστεύω πολύ και στις παράλληλες μικρές εκδηλώσεις σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Ενα Φεστιβάλ δεν πρέπει να παραμένει μόνο στο συγκεκριμμένο 10ήμερο που έχει, αλλά να κάνει πάρα πολλές και πολλών ειδών εκδηλώσεις. Γι’ αυτό κι εμείς παίξαμε φέτος το Athens Open Air Festival, δωρεάν προβολές σε δρόμους, πάρκα και πλατείες της Αθήνας, με ταινίες που είχαν ένα concept και κάποιο χιούμορ κι ένα κλείσιμο του ματιού και το οποίο πραγματοποιήθηκε χάρη στην ευγενική χορηγία του ΟΠΑΠ.

Ποια είναι η στρατηγική σου σχετικά με την επιλογή των ελληνικών ταινιών στο πρόγραμμα;

Σε μία κινηματογραφία που παράγει grosso modo 20 ταινίες μυθοπλασίας το χρόνο, δε νομίζω ότι είναι σωστός τρόπος να τις περνάς από ψιλή κρισάρα. Αν ήταν η παραγωγή σαν τη Γαλλία, που έχει 150, 200 ταινίες, βεβαίως θα επιλέξεις τις 15. Οταν όμως είναι 20, ποιος ο λόγος να επιλέξεις 15 και ν’ αφήσεις έξω τους μισούς. Γι αυτό το λόγο, οι ελληνικές ταινίες που έχουν ένα μίνιμουμ επίπεδο αισθητικής, δεν είναι σκουπίδια, δεν είναι πορνό, έχουν μία θέση στο φεστιβάλ, διότι θα θέλαμε πάρα πολύ να βοηθήσουμε το ελληνικό σινεμά, προβάλλοντας την ταινία, φέρνοντας τους έλληνες δημιουργούς σ’ επαφή με τους ξένους καλεσμένους και προσπαθώντας να βοηθήσουμε το σκηνοθέτη και τον παραγωγό να βρει μια διέξοδο στην ελληνική διανομή.

Ποιος είναι ο προϋπολογισμός του Φεστιβάλ, συνολικά;

Περίπου 1,1 εκ. ευρώ. Από τα οποία ένα μεγάλο μέρος βάζει ο Πήγασος, ένα μέρος έρχεται από τους ιδιώτες χορηγούς κι ένα πολύ μικρότερο μέρος από το κράτος. Φέτος που το κράτος περνάει μία πολύ μεγάλη στενότητα, τα χρήματα ήταν ελάχιστα έως καθόλου. Δεν είμαστε απ’ αυτούς που γκρινιάζουν και απαιτούν από το κράτος και θεωρούν ότι το κράτος έχει υποχρέωση να χρηματοδοτεί κατά πλειοψηφία ένα πολιτιστικό θεσμό. Παρόλ’ αυτά, θέλουμε το κράτος να βοηθάει τους πολιτιστικούς θεσμούς, είτε άμεσα, με χρήματα, είτε με υπηρεσίες, είτε με υποστήριξη. Υπάρχουν πολλοί τρόποι που μπορείς να βοηθήσεις ένα Φεστιβάλ, μια καλλιτεχνική διοργάνωση. Μπορεί να μην έχεις χρήματα αλλά ως Υπουργείο, φορέας, μπορεί να έχεις ένα δίκτυο υπηρεσιών, επαφών, που μπορεί να βοηθήσουν πάρα πολύ. Δηλαδή θα μπορούσε ένας φορέας, με την παρέμβασή του, να φροντίσει στο να ελαχιστοποιηθούν τα έξοδα μεταφοράς κάποιων ταινιών, ή στο να γίνει μια συνεργασία μεταξύ δύο Δήμων ή δύο Υπουργείων και να μην πληρώσουμε τα έξοδα ταινιών για ένα αφιέρωμα στην Τσεχοσλοβακία ή στη Δανία. Και σ’ αυτόν τον τομέα πάσχει ακόμα το δημόσιο. Και αυτός είναι ακόμα πιο σημαντικός από το να βάλεις χρήματα, διότι είσαι ουσιαστικός συνεργάτης και βλέπεις με τι κόπο και μόχθο βγαίνει το Φεστιβάλ. Δεν είναι ότι ανοίγεις ένα συρτάρι και βγάζεις χρήματα. Ελα να δεις πώς γίνεται.

Λαμβάνοντας υπόψιν και την οικονομική ανέχεια της χώρας, πώς οραματίζεσαι το Φεστιβάλ σε λίγα χρόνια; Πώς ελπίζεις να εξελιχθεί;

Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να απαντήσω σε τέτοιες ερωτήσεις, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί όπως έχει πει κι ο Σαββόπουλος, τα όνειρά σου μην τα λες, γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές να’ρθουν στην εξουσία. Και δεύτερον γιατί είμαι προληπτικός και φοβάμαι στην πραγματικότητα να ονειρευτώ κάτι πάρα πολύ μεγάλο, γιατί φοβάμαι ότι αν το ονειρευτώ κι αν το επικοινωνήσω, δε θα πραγματοποιηθεί. Πάντως είναι μια δουλεια υπέροχη και κάθε πρωί που ξυπνάω κάνω το σταυρό μου κι ευχαριστώ τον Θεό που έχω μία τόσο ωραία δουλειά, που κάνω ωραία πράγματα για μένα και για τον κόσμο.

Ποια νομίζεις ότι είναι η διαφορά των Νυχτών Πρεμιέρας Conn-X και των υπόλοιπων κινηματογραφικών διοργανώσεων της Ελλάδας;

Πέρσι μαζέψαμε για πρώτη φορά όλα τα κινηματογραφικά φεστιβάλ σε μια συνάντηση. Ηταν η πρώτη φορά που μαζευτήκαμε κι ήταν πάρα πολλά τα φεστιβάλ και οι διοργανώσεις που εκπροσωπούνταν. Ηταν η πρώτη φορά που καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι και μιλήσαμε κι από την κουβέντα βγήκε ένα πολύ θετικό συμπέρασμα. Καταρχήν καταφέραμε πρώτη φορά και μιλήσαμε όλοι μαζί, ανταλλάξαμε τηλέφωνα που δεν τα είχαμε καν. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς έγιναν πολλά τέτοια τηλέφωνα που βοήθησαν, ίσως όχι σε ουσιαστικά πράγματα, αλλά σε μικρά πράγματα και καταλάβαμε όλοι ότι όταν μιλάμε, όταν συζητάμε κι όταν ο καθένας, σε κάποια κρίσιμη στιγμή, κάνει ένα βήμα πίσω και δεν προτάσσει το υπερβολικό του εγώ πάνω από το καλό του ελληνικού κινηματογράφου και γενικά της τέχνης του κινηματογράφου, μπορούν να γίνονται θαύματα.

Στα 17 χρόνια του Φεστιβάλ, έχεις διαπιστώσει αλλαγές στην ανταπόκριση του κόσμου και στον τρόπο με τον οποίο το κοινό βλέπει τις ταινίες;

Βέβαια. Μιλάμε πάντα για ένα κοινό συνειδητοποιημένο απέναντι στον κινηματογράφο. Είναι ένα κοινό σινεφίλ. Υπάρχει κι ένα μέρος κοινού που έρχεται για μία ή δύο φορές και βλέπει τις πρεμιέρες, αλλά παρόλ’ αυτά είναι και αυτό ένα σινεφίλ κοινό. Ναι, έχει αλλάξει. Πρώτον, τα πρώτα χρόνια είχε πάρα πολύ μεγάλη αγάπη στο ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Τώρα δεν είναι η προτεραιότητά του. Τα πρώτα χρόνια απέφευγε πάρα πολύ το μη αγγλόφωνο σινεμά. Τώρα θα δεις να γεμίζει η αίθουσε σε μια κινέζικη ταινία, σε μια ιρανική ταινία που δεν τολμούσαμε παλιά να παίξουμε. Σε μια ταινία από την Ισλανδία, σε μια ταινία που το θέμα της είναι ένας γέρος που είναι άρρωστος. Αυτά, τα πρώτα χρόια δε γίνονταν. Και πιστεύω ότι ένας λόγος είναι, ένας απ’ τους δέκα λόγους, ότι το Φεστιβάλ αυτό εκπαίδευσε το κοινό. Επίσης, κάτι άλλο που έχω παρατηρήσει είναι ότι αυτοί που έρχονται απ’ τα πρώτα χρόνια, τώρα έχουν φαλάκρα, άσπρα μαλλιά, κοιλίτσα και παιδιά και κάποιοι απ’ αυτούς φέρνουν και τα παιδιά τους, τα οποία είναι ήδη πια σχεδόν 20 χρονών. Αυτό είναι καταπληκτικό.

Ποιους ανθρώπους κρατάς στη μνήμη σου απ’αυτά τα 17 χρόνια των Νυχτών Πρεμιέρας Conn-x, συνεργάτες και προσκεκλημένους;

Πρώτα πρώτα τον Γιώργο Τζιώτζιο. Θυμάμαι την πρώτη ή τη δεύτερη μέρα του πρώτου Φεστιβάλ που παρουσιάζαμε τον Ζακ Οντιάρ, κι ήταν άδειο το Αττικόν. Κι έπαθε σοκ ο Τζιώτζιος, έκανα δύο ώρες να τον συνεφέρω, ξέχασε τα γαλλικά του, δεν μπορούσε να του μιλήσει, μου λέει μίλα του εσύ γαλλικά, εγώ δεν ξέρω... Αλλά αμέσως κιόλας αυτή τη χρονιά πήρε μπρος ο κόσμος. Τον Ντάνιελ Ντέι Λούις βέβαια και το πόσο απλός άνθρωπος ήταν και πόσο δεν είχε κανένα κόμπλεξ και βεντετιλίκι. Τον Μπεν Γκαζάρα. Ηταν σα να βλέπεις όλο το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά και τον Κασαβέτη μαζί και τον Πίτερ Φόντα. Τον Κρίσπιν Γκλόβερ που τον χτύπησε κεραυνός – και μόνο αυτόν θα μπορούσε να χτυπήσει κεραυνός πάνω στην Ακρόπολη και να επιβιώσει! Από τις πιο δύσκολες στιγμές που έχουμε περάσει, ήταν όταν δεν έπαιξε η προβολή του Αλμοδόβαρ στο «Volver» στην επίσημη πρεμιέρα. Και μάλιστα όταν σκεφτεί κανείς ότι τρεις μέρες πριν είχε ακυρώσει η Μαρίζα Παρέδες. Και εκείνη τη μέρα όλοι κάναμε το σταυρό μας που δεν ήταν η Παρέδες μέσα να γίνουμε ρεζίλι. Οχι ότι δε γίναμε δηλαδή εκείνη τη μέρα... Το καλύτερό μου είναι όταν μπαίνεις μέσα στην αίθουσα κι έχει αρχίσει η ταινία και είναι όλοι απορροφημένοι. Μπαίνω καμιά φορά και πάω στις γωνίες και κάθομαι και βλέπω τον κόσμο σ’ένα σημείο που δε με βλέπουνε, από την οθόνη προς τα μέσα, βλέπω την προσήλωσή τους, πώς παρακολουθούν την ταινία, πώς γελάνε, πώς κλαίνε κι αισθάνομαι πολύ ωραία.

Τι κάνει το Περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ;

Το περιοδικό είναι τριμηνιαίο, είναι στην ίδια ομπρέλα με το Φεστιβάλ, υποστηρίζει το ένα το άλλο, λίγο ή πολύ είναι οι ίδιοι άνθρωποι που γράφουν και που εργάζονται στο Φεστιβάλ. Προσπαθούμε μέσα από τις αλλεπάλληλες αλλαγές και κρίσεις που υπάρχουν στον τύπο διεθνώς, να το κάνουμε όσο το δυνατόν πιο συλλεκτικό, ή σαν ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό ανάγνωσμα και λιγότερο ένα ενημερωτικό έντυπο, γιατί αυτό δεν έχει πια κανένα λόγο. Και αυτή τη χρονιά θα το οδηγήσουμε ακόμα περισσότερο σ’ αυτήν την κατεύθυνση, θα γίνει ακόμα περισσότερο συλλεκτικό, ακόμα περισσότερο αρχειακό. Ενα έντυπο που το παίρνεις και το βάζει στο coffee table. Αλλά επειδή αλλάζουν τόσο πολύ γρήγορα τα πράγματα, κάθε εξάμηνο υπάρχουν καινούρια δεδομένα. Πιστεύω γενικά ότι τέτοιου είδους εξειδικευμένα περιοδικά πρέπει να είναι ξεχωριστά, συλλεκτικά, πολύ καλοφτιαγμένα. Ο τρέχων περιοδικός Τύπος οδεύει σε ένα θάνατο, εκτός από ελάχιστα, πολύ μεγάλα έντυπα. Η τρέχουσα επικαιρότητα καλύπτεται στο site, με κείμενα, με κριτικές, με βιντεάκια. Η έννοια, ας πούμε, του βίντεο: εμείς, όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε, δεν υπήρχε η έννοια του βίντεο, οπότε αυτό έχει προσθέσει μια άλλη διάσταση. Οταν ξεκίνησε το Φεστιβάλ, δεν μπορούσαμε να γράψουμε για πολλές ταινίες που βλέπαμε, γιατί πώς να περιγράψεις και τι να πεις για μια ταινία που ο αναγνώστης δεν μπορούσε καν να δει ούτε το τρέιλερ. Τώρα πας σ’ ένα φεστιβάλ και την ίδια στιγμή γράφεις την άποψή σου, βλέπεις ένα τρέιλερ, ένα making of, και τρεις σκηνές απ’ την ταινία και τον σκηνοθέτη να μιλάει. Οπότε ο θεατής νοιώθει σα να είναι εκεί.

Βρείτε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τις 17ες Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x εδώ